Αριστερά, κράτος, εξουσία: Ένα τρίγωνο με πολλές πλευρές

Από την ηττημένη απόπειρα επαναστατικής κατάληψης της εξουσίας μέχρι την προσαρμογή στην κοινοβουλευτική νομιμότητα και τη διαχείριση του κράτους, η Αριστερά θα αναμετρηθεί με διάφορους τρόπους με το ερώτημα της εξουσίας. Αρκετές φορές μάλιστα, από θέσεις εντός του κράτους.

Η αναμέτρηση της ελληνικής Αριστεράς με την εξουσία ξεκινάει αρκετά παλιά. Οι απαρχές της βρίσκονται στην εποχή που η κομμουνιστική Αριστερά βρέθηκε κοντά στο να κερδίσει την εξουσία, ηγούμενη την επαύριον της Κατοχής ενός τεράστιου κινήματος, με το ΕΑΜ να συσπειρώνει την πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας που αναζητούσε ένα μέλλον ειρήνης και δικαιοσύνης, αλλά την έχασε στην πιο αιματηρή σύγκρουση της νεοελληνικής ιστορίας, με δεκάδες χιλιάδες νεκρούς στα πεδία των μαχών, στις εκτελέσεις και τις παρακρατικές δολοφονίες. Την έχασε εξαιτίας ενός δυσμενούς συσχετισμού, που δεν περιλάμβανε μόνο τη βρετανική και αμερικανική στρατιωτική και οικονομική βοήθεια αλλά και τη σοβιετική απροθυμία να ανατραπούν οι σχεδιασμένες κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου μεταπολεμικές ισορροπίες που απέδιδαν την Ελλάδα στο «δυτικό στρατόπεδο». Την έχασε, όμως, επίσης σε μεγάλο βαθμό επειδή θεώρησε ότι μπορούσε να διεξάγει ένοπλο αγώνα ως μέσο πίεσης για μια πολιτική εξέλιξη που να την περιλαμβάνει, όταν απέναντί της τόσο οι αστικές δυνάμεις όσο και οι διεθνείς υποστηρικτές τους έβλεπαν μια μάχη της μορφής «ή εμείς ή αυτοί».

Το τραύμα του Εμφυλίου ήταν μεγάλο και για τη χώρα, αλλά και για την Αριστερά, ιδίως εάν σκεφτούμε ότι για πολλά χρόνια οι αριστεροί αντιμετωπίστηκαν ως οι «εκτός του έθνους», ως πολίτες β΄ κατηγορίας –όχι μόνο ιδεολογικά αλλά και υλικά. Η έννοια του «μιάσματος» δεν υπήρξε απλώς μια ιδεολογική απόρριψη· είχε συγκεκριμένες υλικές απολήξεις, βασισμένες στο θεσμικό οπλοστάσιο του μετεμφυλιακού κράτους: ποινικοποίηση της πολιτικής ένταξης στην Αριστερά, αποκλεισμός από το δημόσιο, συνεχείς παρενοχλήσεις από την αστυνομία. Παρά τις διώξεις, η Αριστερά παρέμενε μια ιδιαίτερα ισχυρή δύναμη στη μετεμφυλιακή κοινωνία. Άλλωστε, είχε το ηθικό κύρος της Αντίστασης.

sotiris4

Η Αριστερά εξακολούθησε να εκπροσωπεί όλα εκείνα τα στρώματα που δεν «χωρούσαν» στο μετεμφυλιακό πρότυπο ανάπτυξης: από όσους έβρισκαν τις πόρτες του δημοσίου και πολλών επαγγελμάτων κλειστές επειδή δεν είχαν πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων μέχρι όσους αναζητούσαν δουλειά στη μετανάστευση, εσωτερική και εξωτερική. Την ίδια ώρα που το κυρίαρχο καθεστώς στελεχωνόταν σε ουκ ολίγες περιπτώσεις από τους παλιούς συνεργάτες των κατακτητών, παρέμενε αυταρχικό και επένδυε σε έναν αναχρονιστικό συντηρητισμό (ο διαβόητος «ελληνοχριστιανικός πολιτισμός»), που αποξένωνε τη διανόηση δίνοντας στην Αριστερά καθοριστικό ρόλο στις τέχνες και τα γράμματα.

Χρειάστηκε η ανασυγκρότηση του Κέντρου στη δεκαετία του 1960, υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου, και η προοπτική να πάρει την εξουσία για να μπορέσει να περιοριστεί σε εκλογικό επίπεδο η απήχηση των ηττημένων του Εμφυλίου που το 1958 είχαν φτάσει να είναι αξιωματική αντιπολίτευση, με την ΕΔΑ να παίρνει 24,42%, ποσοστό που θα ξεπεραστεί μόνο από το ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του Ιουνίου 2012.

Η σταδιακή μετατόπιση

Ωστόσο, η αναγκαστική προσαρμογή στη μετεμφυλιακή πραγματικότητα σήμαινε και μια αλλαγή τοποθέτησης για το θέμα της εξουσίας. Όχι μόνο γιατί η υπό διαρκή θεσμική διακύβευση ΕΔΑ έπρεπε να παραμένει μέσα στα όρια της νομιμότητας, αλλά επιπλέον γιατί ακόμη και το εξόριστο και παράνομο στην Ελλάδα ΚΚΕ αναπροσάρμοζε σταδιακά τη ρητορική του. Με συμβολική συμπύκνωση την αποπομπή του Νίκου Ζαχαριάδη από την ηγεσία του ΚΚΕ στην 6η Ολομέλεια του 1956, σε συνεργασία με τα «αδελφά» –και κυβερνώντα– κόμματα των χωρών του «ανατολικού στρατοπέδου», πρωτοστατούντος του ΚΚΣΕ, η κατεύθυνση άρχισε να μετατοπίζεται αισθητά από τον ως τότε παραδεδομένο στόχο της «σοσιαλιστικής επανάστασης». Με τα λόγια του 8ου Συνεδρίου του ΚΚΕ (1961): «η επικείμενη επανάσταση στην Ελλάδα θα είναι αντιιμπεριαλιστική-δημοκρατική». Αυτό σήμαινε ότι ο σοσιαλισμός παρέμενε μεν ως απώτατος στόχος, αλλά ο άμεσος στόχος ήταν μια προοδευτική δημοκρατική αλλαγή εντός του τυπικού κοινοβουλευτικού συστήματος που θα άνοιγε το δρόμο για τον σοσιαλισμό, με αιχμή τη δημοκρατία, την κοινωνική δικαιοσύνη και την εθνική ανεξαρτησία –η τελευταία οριζόμενη ως ρήξη με την αμερικανική επικυριαρχία.

sotiris2Η αλλαγή αυτή δεν συνέβη μόνο στην Ελλάδα. Tην επαύριον της λεγόμενης «αποσταλινοποίησης», η ίδια η Σοβιετική Ένωση προκρίνει μια τέτοια κατεύθυνση για όλα τα δυτικά κομμουνιστικά κόμματα, προτείνοντάς τους να διαμορφώσουν ευρύτερες συμμαχίες σε προοδευτικές κυβερνήσεις που να έρχονται σε «ρήξη με τον ιμπεριαλισμό» ενώ αντίστοιχα πρόκρινε και τη συμμετοχή των κομμουνιστών στα αντιαποικιακά εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα. Ας μην ξεχνάμε ότι είναι η εποχή των διακηρύξεων για «ειρηνική συνύπαρξη» –και της ρήξης με την Κίνα ακριβώς πάνω σε αυτό το ζήτημα. Δεν είναι τυχαίο ότι στις προεδρικές εκλογές του 1965 στη Γαλλία το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα αποφασίζει να στηρίξει την υποψηφιότητα του σοσιαλιστή Φρανσουά Μιτεράν ως κοινού υποψήφιου της Αριστεράς απέναντι στον στρατηγό ντε Γκωλ. Στην πραγματικότητα, από εκείνα τα χρόνια τα περισσότερα ευρωπαϊκά κομμουνιστικά κόμματα έπαψαν να μιλάνε για σχέδια βίαιης κατάληψης της εξουσίας, όσο και εάν τα μέλη τους συνέχισαν να συγκινούνται από τέτοιες εικόνες. Χαρακτηριστικό είναι ότι τον Μάη του 1968 το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα στάθηκε ιδιαίτερα εχθρικό απέναντι στους «αριστεριστές» που μίλησαν ξανά για επανάσταση, ενώ και το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα στάθηκε αμήχανο απέναντι στην άνοδο ενός ρεύματος επαναστατικής Αριστεράς που διεκδικούσε πιο αποφασιστική ρήξη –με μια μερίδα του να κατευθύνεται τελικά στην ένοπλη πάλη και τα αδιέξοδά της.

Στη δεκαετία του 1970 η στροφή αυτή παγιώθηκε. Κανείς δεν πιστεύει πλέον ότι τα κομμουνιστικά κόμματα στις δυτικοευρωπαϊκές χώρες θα πήγαιναν να οργανώσουν παράνομους μηχανισμούς και ένοπλες εξεγέρσεις, ακόμη και εάν στην κομματική κατήχηση συνέχιζαν να επικαλούνται τον Λένιν και την Οκτωβριανή Επανάσταση. Πιο τολμηρό σε αυτή την κατεύθυνση το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα μίλησε για έναν «ιστορικό συμβιβασμό» με τη Χριστιανοδημοκρατία, στο πλαίσιο μιας σοσιαλδημοκρατικής πρότασης που παρουσιαζόταν ως απάντηση στην οικονομική κρίση και τον ανταγωνισμό των δύο υπερδυνάμεων, φτάνοντας μέχρι του σημείου να αποδεχτεί την λιτότητα («μια ευκαιρία για την Ιταλία», θα την χαρακτηρίσει ο γενικός γραμματέας του ΙΚΚ Ενρίκο Μπερλινγκουέρ) ως αφετηρία για ένα διαφορετικό πρότυπο ανάπτυξης. Η νέα αυτή στροφή, που έμεινε γνωστή ως «ευρωκομμουνισμός», σφράγισε την πορεία των δυτικών κομμουνιστικών κομμάτων. Ακόμη και στην Πορτογαλία της «Επανάστασης των Γαρυφάλλων» (1974), της τελευταίας ίσως επαναστατικής διαδικασίας που γνώρισε η δυτική Ευρώπη, το Πορτογαλικό Κομμουνιστικό Κόμμα έριξε το βάρος του υπέρ της διαμόρφωσης μιας εκδοχής αστικής δημοκρατίας και όχι υπέρ των πιο ριζοσπαστικών προτάσεων.

Οι προκλήσεις της μεταπολίτευσης

Την ίδια περίοδο η ελληνική Αριστερά περνά μια από τις μεγαλύτερες κρίσεις της. Ο συνδυασμός ανάμεσα στην άνοδο της Ένωσης Κέντρου, που απέσπασε μεγάλο μέρος του ακροατηρίου της Αριστεράς, στην τεράστια κοινωνική δυναμική των Ιουλιανών του 1965, που όμως η Αριστερά δεν μπόρεσε να οδηγήσει σε κάποια νικηφόρα κατεύθυνση, αλλά και τελικά η δικτατορία που όχι μόνο δεν αποτράπηκε, αλλά και αποδιάρθρωσε την ίδια την πολιτική δράση της Αριστεράς ακυρώνοντας τη «Χαμένη Άνοιξη» της δεκαετίας του 1960, επιτείνουν τα φαινόμενα κρίσης. Το αποτέλεσμα ήταν στη 12η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, τον Φεβρουάριο του 1968 στη Βουδαπέστη, λίγους μήνες μετά την επιβολή της δικτατορίας, να επέλθει η διάσπαση. Τα επίδικα της διάσπασης αφορούσαν την προσαρμογή ή όχι της κομματικής γραμμής στην ελληνική πραγματικότητα αλλά και τον βαθμό ανεξαρτησίας απέναντι στη σοβιετική γραμμή. Αυτά διαμόρφωσαν τις διαχωριστικές γραμμές που έγιναν ακόμη πιο έντονες στην αντιπαράθεση ανάμεσα σε ΚΚΕ και ΚΚΕ εσωτερικού στη μεταπολιτευτική περίοδο.

sotiris5Ωστόσο, έχει ενδιαφέρον ότι και τα δύο κόμματα που θα ερίζουν πλέον για την κομμουνιστική ταυτότητα, στη διάρκεια της δικτατορίας δεν διεκδίκησαν κάτι περισσότερο από μια επιστροφή στην κοινοβουλευτική δημοκρατία, συνδυασμένη με προοδευτικές πολιτικές που θα περνούσαν μέσα από την επέκταση του ρόλου του κράτους. Το ΚΚΕ εσ. είχε δώσει τόση έμφαση στην επιστροφή σε κάποιου τύπου κοινοβουλευτισμό, ώστε έφτασε στο σημείο να εξετάζει στα σοβαρά τη συμμετοχή του στις «εκλογές» που είχε εξαγγείλει στο πλαίσιο της λεγόμενης «φιλελευθεροποίησης» ο Μαρκεζίνης. Την ίδια ώρα που άλλα κομμάτια του αντιδικτατορικού κινήματος –όπως το ΚΚΕ αλλά και το ΠΑΚ του Ανδρέα Παπανδρέου– τις είχαν καταγγείλει, βασικά στελέχη του ΚΚΕ εσ., ανάμεσά τους και ο Λεωνίδας Κύρκος, θεωρούσαν ότι οι εξαγγελλόμενες από τη Χούντα εκλογές ίσως να άνοιγαν ένα ρήγμα που έπρεπε να αξιοποιηθεί.

Αμέσως μετά τη Μεταπολίτευση ήταν κυρίως ο Λεωνίδας Κύρκος αυτός που διατύπωσε τη γραμμή της ΕΑΔΕ (Εθνική Αντιδικτατορική Ενότητα) προτείνοντας συνεργασία ακόμη και με την αντιχουντική δεξιά. Το ΚΚΕ επικέντρωσε επίσης στον στόχο της αποκατάστασης της δημοκρατίας, σε συνδυασμό με προοδευτικές «αντιμονοπωλιακές» πολιτικές. Στο 9ο Συνέδριο του 1973, στο οποίο αναδείχτηκε ο Χαρίλαος Φλωράκης ως ηγετική φυσιογνωμία, το ΚΚΕ θα ονομάσει το νέο αυτό στάδιο «Νέα Δημοκρατία» –ορολογία που εγκαταλείφθηκε όταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής επέλεξε το ίδιο όνομα για το κόμμα με το οποίο κέρδισε τις εκλογές του 1974.

Η Μεταπολίτευση διαμόρφωσε συνολικά ένα νέο τοπίο. Και τα δύο κομμουνιστικά κόμματα διευρύνθηκαν με σημαντικό δυναμικό νεολαίας. Η ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος και η ΚΝΕ αναπαρήγαγαν τη σύγκρουση στους χώρους της νεολαίας. Βέβαια, η οργανωτική ανάπτυξη του ΚΚΕ και κυρίως της ΚΝΕ θα είναι πολύ μεγαλύτερη: το ΚΚΕ κατοχύρωσε ότι αποτελούσε τη «συνέχεια», την ίδια ώρα που φάνταζε περισσότερο ριζοσπαστικό από το ΚΚΕ εσ., το οποίο απέκτησε συγκριτικά μεγαλύτερη απήχηση σε χώρους της διανόησης. Ωστόσο, και τα δύο κόμματα διαπίστωσαν ότι δεν ήταν μόνα τους στο πεδίο της αριστερής ιδεολογίας και πρακτικής. Είδαν το ΠΑΣΟΚ να διεκδικεί την εκπροσώπηση του ριζοσπαστισμού της μεταπολίτευσης, εκφέροντας έναν πολιτικό λόγο που καμιά σχέση δεν είχε με την παράδοση του Κέντρου. Το είδαν να κατοχυρώνεται στις εκλογές του 1977 ως η ισχυρότερη δύναμη ταυτόχρονα της Αριστεράς (ας μην ξεχνάμε ότι το ΠΑΣΟΚ ήταν τότε ένα επισήμως μαρξιστικό κόμμα που δεν δίσταζε να έχει ως σύνθημα το «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο», ενώ ο Ανδρέας Παπανδρέου ασκούσε κριτική στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία) αλλά και της Κεντροαριστεράς (καλύπτοντας και τον χώρο της παλιάς Ένωσης Κέντρου) και να ισχυροποιείται ως υποψήφιο κόμμα διακυβέρνησης.

Εκείνη την περίοδο και τα δύο κομμουνιστικά κόμματα μετατοπίστηκαν στην αντίληψη ότι η Αριστερά θα έπρεπε μέσα από μια προοδευτική συμμαχία να πάρει την κυβερνητική εξουσία και να αξιοποιήσει το κράτος για να μπορέσει να ασκήσει φιλολαϊκή πολιτική: να κάνει εθνικοποιήσεις και να χρησιμοποιήσει τον δημόσιο τομέα για να ασκήσει μια άλλη πολιτική, θεωρώντας ότι μια τέτοια εξέλιξη θα άνοιγε το δρόμο για τον σοσιαλισμό. Αντί για την παραδοσιακή εχθρότητα για το αστικό κράτος, που μπορούμε να συναντήσουμε στα γραπτά του Μαρξ, εδώ έχουμε την αντίληψη ότι το κράτος και ο δημόσιος τομέας είναι ο δρόμος για τον σοσιαλισμό. Η αντίληψη αυτή ήταν πιο έντονη στο ΚΚΕ εσ. που διεκδίκησε να είναι ο κατεξοχήν εκπρόσωπος του ευρωκομμουνισμού και του «δημοκρατικού δρόμου για τον σοσιαλισμό», στην πραγματικότητα όμως αποτελούσε κατεύθυνση και του ΚΚΕ.

Το ενδιαφέρον είναι ότι η αντίληψη αυτή δεν ήταν και τόσο… ξένη με τον τρόπο που αναπτυσσόταν και ο καπιταλισμός στη μεταπολεμική περίοδο. Το ίδιο διάστημα σε όλη τη Δυτική Ευρώπη κρατικοποιήθηκαν πλήθος στρατηγικές βιομηχανίες, μεγάλο μέρος των τραπεζών βρέθηκαν υπό κρατικό έλεγχο, οι δημόσιες δαπάνες αντιμετωπίστηκαν ως βασικός μοχλός μιας «κεϋνσιανής» πολιτικής, ενώ σε ορισμένες χώρες, όπως η Γαλλία, είχε αναχθεί σε κεντρική αιχμή της πολιτικής το «σχέδιο» μέσα από το ιδιαιτέρως ισχυρό Commissariat général au Plan που θα καθιερώσει το 1946 ο στρατηγός Σαρλ ντε Γκωλ.

Στην Ελλάδα, η Μεταπολίτευση ήταν η περίοδος της λεγόμενης «σοσιαλμανίας» του Κωνσταντίνου Καραμανλή, κατά την οποία κρατικοποιήθηκαν πλήθος επιχειρήσεων. Αρκεί να θυμηθούμε ότι το 1974 κρατικοποιήθηκε η Ολυμπιακή Αεροπορία, το 1975 κρατικοποιήθηκε ο Όμιλος Ανδρεάδη που περιλάμβανε την Εμπορική Τράπεζα, την Ιονική Τράπεζα, την Τράπεζα Αττικής, τα Ναυπηγεία Ελευσίνας, τη Βιομηχανία Φωσφορικών Λιπασμάτων, το Χίλτον, την ασφαλιστική Φοίνικας, ενώ το 1976 κρατικοποιήθηκαν τα Διυλιστήρια Νιάρχου στον Ασπρόπυργο και το 1977 τα αστικά λεωφορεία της Αθήνας.

Οι «λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις»

Για την ελληνική κοινωνία η Μεταπολίτευση υπήρξε περίοδος μεγάλων μετασχηματισμών. Συνυπήρχε ο ριζοσπαστισμός, κοινωνικός, ιδεολογικός και πολιτισμικός (ήταν η χρυσή εποχή του πολιτικού βιβλίου και της αναζήτησης «κουλτούρας»), με τον ανερχόμενο καταναλωτισμό, τα αιτήματα μετασχηματισμού με τα αιτήματα εκσυγχρονισμού, οι πολιτικές αναζητήσεις με την επιθυμία κοινωνικής ανέλιξης. Αυτό συμπυκνώθηκε στο αίτημα της «Αλλαγής», που όμως το εξέφρασε κατεξοχήν το ΠΑΣΟΚ.

Το κόμμα του Ανδρέα Παπανδρέου έγινε σημείο αναφοράς των λαϊκών στρωμάτων που παρέμεναν χωρίς αναγνώριση σε όλη τη μετεμφυλιακή περίοδο, αλλά και μερίδων που ήθελαν πολιτική αναγνώριση της ανοδικής τους κινητικότητας (όπως ήταν τα νέα στρώματα με αυξημένη μόρφωση και οικονομικό ρόλο). Εξέφρασε τόσο εκείνους που είχαν ριζοσπαστικοποιηθεί όσο κι εκείνους που απλώς ήθελαν επιτέλους να μην είναι «απ’ έξω» σε σχέση με το πολιτικό σύστημα. Ο στόχος της «Αλλαγής» συγκεφαλαίωνε ό,τι είχαν διεκδικήσει μέχρι τότε τα κόμματα της Αριστεράς. Ταυτόχρονα όμως έδινε την αίσθηση μιας «ρεαλιστικής» προοπτικής εξουσίας, λόγω του ιστορικού δεσμού με το Κέντρο, αλλά και της συνάντησης στο ίδιο κόμμα έμπειρων πολιτευτών και νεαρών τεχνοκρατών.

Η απόπειρα των κομμάτων της Αριστεράς να διεκδικήσουν τμήμα αυτής της δυναμικής –ή έστω να εξασφαλίσουν ότι θα το συνδιαχειριστούν– θα αποτύχει στις εκλογές του 1981, όταν το μεν ΚΚΕ δεν θα πιάσει τον στόχο του 17% (αν και το ποσοστό του έφτασε στο 10,93%), ενώ το ΚΚΕ εσ. θα μείνει εκτός Βουλής με μόλις 1,35% (θα πάρει όμως 5,3% στις ευρωεκλογές που διεξήχθησαν ταυτόχρονα). Η στρατηγική της «ενότητας των δημοκρατικών δυνάμεων», που είχαν υιοθετήσει τα δύο κομμουνιστικά κόμματα, μπορεί να μη δικαιώθηκε κεντρικά αλλά εκφράστηκε στα πρώτα χρόνια διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ στην αυτοδιοίκηση και στον συνδικαλισμό. Πλήθος οι δημαρχίες που διεκδικήθηκαν από κοινού ή που κερδήθηκαν στον δεύτερο γύρο, όπως και τα αντιπροσωπευτικά προεδρεία των «δημοκρατικών δυνάμεων» στα σωματεία. Ήταν στις δημοτικές εκλογές του 1982 που η κρατική ΕΡΤ κατά τη μετάδοση των αποτελεσμάτων θα καθιερώσει την περίφημη διατύπωση «ΠΑΣΟΚ και λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις». Μπορεί η Αριστερά να μη μπήκε τότε στην κυβέρνηση, άνοιξε όμως τις θύρες του κράτους. Το μεγάλο άνοιγμα της πρώτης περιόδου του ΠΑΣΟΚ, τα νέα Υπουργεία, οι νέοι θεσμοί, το άνοιγμα του πανεπιστημίου, όλα αυτά στελεχώθηκαν και από κόσμο της Αριστεράς. Το δυναμικό αυτό άφησε το χνάρι του σε πολλές από τις μεγάλες μεταρρυθμίσεις της δεκαετίας του 1980. Στήριξε τον εκδημοκρατισμό της Ανώτατης Εκπαίδευσης καθώς κυρίως αριστεροί πανεπιστημιακοί στελέχωσαν τα ΑΕΙ (ανάμεσά τους σημερινοί υπουργοί όπως ο Αριστείδης Μπαλτάς και η Θεανώ Φωτίου), έβαλε πλάτη για να στηθεί το ΕΣΥ, συνέβαλε στο να διαμορφωθούν και να εφαρμοστούν νέες πολιτικές για την προστασία του περιβάλλοντος, τη λαϊκή επιμόρφωση, την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, την αναβάθμιση της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης. Όμως, αυτή η μαζική είσοδος της Αριστεράς στο κράτος ενέγραψε και τα ανάλογα αντανακλαστικά σε αυτό το δυναμικό. Σε κάποιες περιπτώσεις τα αντανακλαστικά αυτά ήταν γραφειοκρατικά ή ακόμη και καθεστωτικά, ενώ αυξήθηκαν και οι πειρασμοί για τη συνενοχή ή συμμετοχή σε πρακτικές διαφθοράς.

Μπορεί η Αριστερά να μην κυβέρνησε στη Μεταπολίτευση, ωστόσο διοίκησε πολλούς Δήμους. Κληρονόμοι μιας παράδοσης αγωνιστικής δράσης, που είχε τις ρίζες της στη δεκαετία του 1930, όταν ο Μήτσος Παρτσαλίδης έγινε ο πρώτος «κόκκινος δήμαρχος» στην Καβάλα (1934), οι αριστεροί δήμαρχοι επένδυσαν στην αγωνιστικότητα. Άλλωστε εκλέγονταν κατεξοχήν σε λαϊκές περιοχές με μεγάλα προβλήματα και αδιαφορία από την κεντρική εξουσία. Όσο περνούσαν τα χρόνια, όμως, και ιδιαίτερα από τη δεκαετία του 1980 και μετά, η διοίκηση των Δήμων περισσότερο παγίωνε μηχανισμούς κομματικής επιρροής παρά συγκροτούσε αγωνιστική δράση ή διεκδίκηση. Σε κάποιες περιπτώσεις τα πράγματα θα πάρουν τροχιά μάλλον προβληματική. Ο Στέλιος Λογοθέτης από την αντιδικτατορική ΚΝΕ και το Πολυτεχνείο του 1973 θα βρεθεί νεαρός και μαχητικός δήμαρχος Νίκαιας για 12 χρόνια πριν εκλεγεί δήμαρχος του Πειραιά υποστηριζόμενος από το ΠΑΣΟΚ και τον Συνασπισμό. Το τέλος τη θητείας του τον βρίσκει ουσιαστικά αποκηρυγμένο από την Αριστερά και αντιμέτωπο με μια μεγάλη δικαστική περιπέτεια, καθώς για πολλά χρόνια ήταν υπόδικος για κακοδιαχείριση στα οικονομικά του Δήμου (τελικώς αθωώθηκε). Σε άλλες περιπτώσεις η τοπική αυτοδιοίκηση θα αποτελέσει το μέσο μεταπήδησης προς το χώρο του ΠΑΣΟΚ και της ευρύτερης κεντροαριστεράς, όπως δείχνουν οι περιπτώσεις του Πάνου Σκοτινιώτη στη Μαγνησία και του Φίλιππου Φίλιου στα Γιάννινα.

Ο αριστερός κυβερνητισμός

Ωστόσο, το στρατηγικό ερώτημα παρέμενε ανοιχτό. Και εδώ έχουμε ένα παράδοξο: την ώρα που η κατοχύρωση του ΠΑΣΟΚ πρακτικά ανέκοψε οποιαδήποτε προοπτική να διεκδικήσει ηγεμονικά η Αριστερά την κυβερνητική εξουσία, η στρατηγική της Αριστεράς απομακρυνόταν ακόμη περισσότερο από τις όποιες επαναστατικές αναφορές προς όφελος της διεκδίκησης συμμετοχής στην κυβερνητική νομή και διαχείριση. Η συγκυρία της περεστρόικα στην ΕΣΣΔ με ηγέτη τον Μιχαήλ Γκορμπατσώφ, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980, σήμανε και για το ΚΚΕ την προσαρμογή στη γραμμή του αριστερού κυβερνητισμού. Αυτό εκφράστηκε κυρίως στο 12ο Συνέδριο του 1987, όπου τέθηκε ως στόχος η «αλλαγή με κατεύθυνση τον σοσιαλισμό» και ο «Συνασπισμός της Αριστεράς». Τον προηγούμενο χρόνο, το 1986, είχε διασπαστεί το ΚΚΕ εσ. και ένα μεγάλο μέρος του, με επικεφαλής τον Λεωνίδα Κύρκο, είχε συγκροτήσει την ΕΑΡ (Ελληνική Αριστερά) ως τομή με την κομμουνιστική ταυτότητα.

sotiris3

Δεν θα λείψουν μάλιστα τότε και οι φωνές από την ανανεωτική Αριστερά που θα συντονιστούν με τη φιλελεύθερη κριτική στον «λαϊκισμό» του ΠΑΣΟΚ, και θα αντιπροτείνουν μια εκδοχή αριστερού «εκσυγχρονισμού». Άλλωστε, ήδη από τη δεκαετία του 1970 η Αριστερά και οι αριστεροί διανοούμενοι είχαν πρωτοστατήσει στο αίτημα του εκσυγχρονισμού, κατηγορώντας το «κράτος της Δεξιάς» και την ελληνική αστική τάξη για καθυστερημένες δομές και αντιλήψεις. Ήταν εκείνη η περίοδος που μαρξιστές διανοούμενοι, όπως ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς ή ο Νίκος Μουζέλης, θεωρητικοποίησαν τον εκσυγχρονισμό ως αίτημα της Αριστεράς.

Θα πρέπει να συνυπολογίσουμε ότι, ως αποτέλεσμα του φοιτητικού ριζοσπαστισμού, ήδη από τη δεκαετία του 1960 οι περισσότεροι «τεχνοκράτες», όπως και ευρύτερα οι διανοούμενοι, είχαν και μια θητεία στην Αριστερά, κάτι που θα βρει την αντανάκλασή του σε χώρους όπως το πανεπιστήμιο ή η δημοσιογραφία. Ούτε είναι τυχαίο ότι, όταν λίγα χρόνια αργότερα ο Κώστας Σημίτης αρχίσει να αναδεικνύει τον «εκσυγχρονισμό» ως βασική πολιτική ταυτότητα και τον «λαϊκισμό» ως αντίπαλό του, προνομιακοί συνομιλητές του θα βρεθούν διανοούμενοι της Αριστεράς, όπως ο Αντώνης Λιάκος που τοποθετήθηκε στη θέση του προέδρου στο σημιτικό think tank «Όμιλος Προβληματισμού για τον εκσυγχρονισμό της κοινωνίας» (ΟΠΕΚ).

Η τομή του 1989

Όσο κι αν η Αριστερά φαινόταν να προσαρμόζεται σε μια στρατηγική προοδευτικής διακυβέρνησης που θα έφερνε τον εκσυγχρονισμό, θα αξιοποιούσε την αγορά στο πλαίσιο ενός «νέου προτύπου ανάπτυξης», θα αξιοποιούσε τις δυνατότητες παρέμβασης στην ΕΟΚ, το εμπόδιο ΠΑΣΟΚ παρέμενε υπαρκτό. Υπήρξε τότε η εκτίμηση ότι αυτό θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με δύο τρόπους. Ο ένας ήταν η στρατηγική του «Συνασπισμού της Αριστεράς», δηλαδή η προσπάθεια να συνεργαστούν οι αριστερές δυνάμεις, με δυνάμεις που είχαν φύγει από το ΠΑΣΟΚ, ιδίως μετά τη στροφή του τελευταίου προς τη λιτότητα το φθινόπωρο του 1986, έτσι ώστε να φτιάξουν έναν πόλο που να αντιμετωπίσει με αξιώσεις το κυβερνών ΠΑΣΟΚ. Ο άλλος ήταν η προσπάθεια να εκμεταλλευτούν τη συγκυρία γύρω από το σκάνδαλο Κοσκωτά, θεωρώντας ότι η εικόνα διαφθοράς που άγγιζε ακόμη και τα ανώτατα ηγετικά κλιμάκια του ΠΑΣΟΚ, θα διευκόλυνε τη μαζική αποδέσμευση ψηφοφόρων προς τα αριστερά.

Έτσι, μετά τις πρώτες εκλογές του 1989 και αφού ο «Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου» θα πάρει 13,13%, με το ΠΑΣΟΚ να αντέχει στο 39,13%, οι ηγεσίες της Αριστεράς δεν θα διστάσουν να συμπράξουν με την ΝΔ, που μόλις είχε κάνει νεοφιλελεύθερη στροφή, στην κυβέρνηση Τζαννετάκη και αναγκαστικά μετά στην Οικουμενική Κυβέρνηση υπό τον Ξ. Ζολώτα. Για πρώτη φορά –και σε τέτοιο βαθμό– η Αριστερά φαινόταν να υπερβαίνει τη διάκριση «δεξιά αριστερά» και να εισέρχεται στην κυβερνητική εξουσία χωρίς κάποιο πρόγραμμα ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων, νομιμοποιώντας στην πραγματικότητα τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Καθόλου τυχαίο που τότε το ΚΚΕ θα υποστεί μία από τις πιο μεγάλες διασπάσεις του, και θα δει την πλειοψηφία της νεολαίας του να καταγγέλλει τη δεξιά στροφή και να αποχωρεί το φθινόπωρο του 1989.

Το στοιχείο που καθόρισε τις εξελίξεις, όμως, ήταν ότι το ΠΑΣΟΚ αποδείχτηκε πολύ πιο ανθεκτικό. Αποδείχτηκε, δηλαδή, ότι διατηρούσε ακόμη στενούς δεσμούς με εργατικά, μικροαστικά και αγροτικά στρώματα που στην πραγματικότητα μόλις το 2011-12 κατάφεραν να διαρραγούν σε μεγάλη κλίμακα. Αυτό ανέκοψε τα σχέδια να καταλάβει η Αριστερά τη θέση του ΠΑΣΟΚ στον πολιτικό χάρτη. Όλα αυτά συνέπεσαν χρονικά με τη συνολική αλλαγή των πολιτικών και ιδεολογικών συσχετισμών.

Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και του «ανατολικού Μπλοκ» σηματοδότησε μια μεγάλη ανατροπή. Για πρώτη φορά φαινόταν ως εάν σχεδόν το σύνολο του πλανήτη ορίζονταν γύρω από την καπιταλιστική λογική, χωρίς ορατή εναλλακτική μεγάλης κλίμακας. Στη στρατηγική αμηχανία που θα ακολουθήσει στο χώρο της Αριστεράς, ένα μέρος των στελεχών του ΚΚΕ, συμπεριλαμβανομένου του Χ. Φλωράκη που αρχικά είχε ρίξει το βάρος του υπέρ της δημιουργίας του Συνασπισμού, πρόκρινε την αναδίπλωση προς μια πιο παραδοσιακή κομμουνιστική ταυτότητα, οδηγώντας στη διάσπαση του ΚΚΕ το 1991 και την αποχώρηση του ΚΚΕ από τον Συνασπισμό. Το κομμάτι των στελεχών του ΚΚΕ που έμειναν στον Συνασπισμό (Δραγασάκης, Λαφαζάνης, Αλαβάνος, Δαμανάκη κ.ά.) μαζί με τα στελέχη της ΕΑΡ (Κύρκος, Κουβέλης, Παπαδημούλης, Παπαγιαννάκης) αλλά και στελέχη όπως ο Ν. Κωνσταντόπουλος, θα διαμορφώσουν τον Συνασπισμό ως ενιαίο κόμμα. Τα όσα προηγήθηκαν αλλά και η όλη συγκυρία έκαναν τον ενιαίο Συνασπισμό ένα κόμμα σαφώς ορισμένο σε μια ταυτότητα «μετακομμουνιστική» που σε ορισμένες πλευρές αναπαρήγαγε τις κλασικές θέσεις της σοσιαλδημοκρατίας.

Η Αριστερά του εκσυγχρονισμού

Στις εκλογές του 1993 το ΠΑΣΟΚ επικύρωσε την κυριαρχία του, ενώ η Αριστερά βρέθηκε με ένα από τα πιο χαμηλά ποσοστά της ιστορίας της: το ποσοστό του ΚΚΕ έφτασε στο 4,54% και ο Συνασπισμός, με ποσοστό 2,94%, έμεινε εκτός Βουλής. Η αρχική ανάκαμψη του Συνασπισμού στις ευρωεκλογές του 1994 και τις βουλευτικές του 1996, υπό την ηγεσία του Ν. Κωνσταντόπουλου, δεν θα μπορέσει να ακυρώσει την εσωτερική ένταση ανάμεσα σε μια εξ αριστερών αντιπολίτευση και τον πειρασμό της στήριξης του «εκσυγχρονισμού» που εξαγγέλλει ως σύνθημα ο Κώστας Σημίτης, νικητής στη μάχη των επιγόνων του Ανδρέα Παπανδρέου. Άλλωστε, ήδη από το 1992, στο ιδρυτικό του συνέδριο, και αφού έχει υπερψηφίσει την Συνθήκη του Μάαστριχτ, ο Συνασπισμός ορίζει τους στόχους του ως εξής: «Προοδευτικός εκσυγχρονισμός, ισχυρός ΣΥΝ, δημιουργία προϋποθέσεων για κυβέρνηση συνεργασίας».

Ο «προοδευτικός εκσυγχρονισμός» θα παραμείνει κεντρικός στόχος του Συνασπισμού έως και τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Όμως, ο «εκσυγχρονισμός» δεν ήταν μόνο σύνθημα, αλλά μια πολιτική στρατηγική που ασκούσε πραγματική έλξη σε μεγάλα κομμάτια της Αριστεράς. Τόσο αυτά που είχαν εμπλακεί με το κράτος (με τον Συνασπισμό να συνεχίζει σταθερά να έχει ποσοστά στις προσλήψεις αρκετών υπουργείων), το πανεπιστήμιο και τη δημοσιογραφία, όσο όμως και εκείνα που μετά τη δεκαετία του 1980 είχαν στραφεί στην επιχειρηματικότητα. Η παλιά ρητορική για την καθυστερημένη Ελλάδα συνδυασμένη με τα νέα αιτήματα για ένα αποτελεσματικό κράτος και μια ανάπτυξη βασισμένη στον ιδιωτικό τομέα αποκτούσαν ξεχωριστή απήχηση και σε ένα στελεχιακό δυναμικό της Αριστεράς.

Μπορεί άνθρωποι σαν τον Νίκο Μπίστη ή τη Μαρία Δαμανάκη να έκαναν τη μετάβαση από τον Συνασπισμό στο ΠΑΣΟΚ, αλλά ακόμη πιο βασικό ήταν ότι υπήρχαν άνθρωποι που έμειναν στον Συνασπισμό και ουσιαστικά ασπάζονταν πλήρως μια ατζέντα εκσυγχρονισμού. Ας μην ξεχνάμε ότι σε διαδοχικά κύματα, κόσμος της Αριστεράς θα στραφεί στις επιχειρήσεις: Από αυτούς που στη δεκαετία του 1960 αντιμέτωποι με τον αποκλεισμό από το δημόσιο θα στραφούν σε δικές τους δουλειές, εκείνους που θα εμπλακούν κατά τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης με τα δημόσια έργα σε διάφορα επίπεδα, στο μεγάλο κύμα στελεχών που μετά την κρίση της περιόδου 1989-91 θα αξιοποιήσουν τις δεξιότητες που έμαθαν στα κόμματα, πρώτα και κύρια την τέχνη της διαπραγμάτευσης αλλά και τις δεξιότητες «διαχείρισης» ανθρώπων και καταστάσεων, στην ατομική επιχειρηματική τους δράση. Στην πραγματικότητα, η αποδοχή της ανάγκης εκσυγχρονισμού θα είναι ένα από τα κατεξοχήν σημεία όπου ο λόγος της Αριστεράς θα συμπίπτει με πλευρές της στρατηγικής των «συστημικών» κομμάτων.

Η σημασία του ευρωπαϊσμού

Υπάρχει και ένα ακόμη σημείο το οποίο θα φέρνει πάντα τον Συνασπισμό, και αργότερα τον ΣΥΡΙΖΑ, κοντά στις λεγόμενες «καθεστωτικές» δυνάμεις: η στάση απέναντι στην Ευρώπη και τη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Πρωτοπόρο εδώ το ΚΚΕ εσ. που ήδη από τους «Στόχους του Έθνους» το 1974 έθετε ως στόχο την πάλη «μέσα από τους κόλπους της ΕΟΚ». Αργότερα ο ευρωπαϊσμός έγινε βασικό στοιχείο ταυτότητας ενός τμήματος της Αριστεράς.

Ο Συνασπισμός δεν υπήρξε απλώς μια δύναμη που αναφερόταν ιδεολογικά στην ευρωπαϊκή ιδέα ή την «Ευρώπη των εργαζομένων». Στήριξε την πορεία συγκρότησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε κρίσιμες στιγμές. Ψήφισε «ναι» στη συνθήκη του Μάαστριχτ και «παρών» στη συνθήκη του Άμστερνταμ (με μια μειοψηφία, εκπροσωπούμενη από τον Μιχάλη Παπαγιαννάκη να προτείνει το «ναι») αποδεχόμενος ουσιαστικά τη μετάβαση στο ευρώ.

Οι ρητορικές καταγγελίες της «νεοφιλελεύθερης Ευρώπης» δεν αναιρούν ότι για την πλειοψηφία του Συνασπισμού αρχικά και του ΣΥΡΙΖΑ αργότερα, το σύμπαν τελείωνε στην ΕΕ και το ευρώ. Το πόσο έξω από το πολιτικό και διανοητικό τους σύμπαν βρισκόταν οποιαδήποτε ιδέα ρήξης με το «ευρωπαϊκό οικοδόμημα», άλλωστε, φάνηκε ξεκάθαρα το καλοκαίρι του 2015 όταν το ερώτημα μιας ρήξης με την ευρωζώνη τέθηκε επί τάπητος μετά το δημοψήφισμα και την άρνηση των δανειστών να υποχωρήσουν στις απαιτήσεις τους.

Η δύσκολη ισορροπία ανάμεσα σε ριζοσπαστισμό και «προοδευτικό εκσυγχρονισμό»

Ολοένα και πιο πιεσμένος στην πορεία προς τις εκλογές του 2000 ο ΣΥΡΙΖΑ θα καταφέρει να επιβιώσει κυρίως χάρη σε ορισμένες συμμαχίες όπως λ.χ. με την ΑΚΟΑ του Γιάννη Μπανιά (από όπου προέρχεται και η σημερινή κοινοβουλευτική εκπρόσωπος Όλγα Γεροβασίλη). Στη δεκαετία του 2000 μπαίνουν οι βάσεις του ΣΥΡΙΖΑ ως χώρου συνάντησης με ρεύματα που έρχονταν από άλλες, πιο ριζοσπαστικές παραδόσεις της Αριστεράς και κομμάτια του αναδυόμενου κινήματος κατά της παγκοσμιοποίησης. Θα είναι μάλιστα ο Στέργιος Πιτσιόρλας, «δεξί χέρι» τότε του Ν. Κωνσταντόπουλου και νυν πρόεδρος του ΤΑΙΠΕΔ, αυτός που ανέλαβε –και έφερε σε πέρας με επιτυχία– το δύσκολο έργο να κρατήσει τις λεπτές ισορροπίες ανάμεσα στις διαφορετικές και ιδιαίτερα αποκλίνουσες τάσεις.

Το άνοιγμα αυτό εξασφάλισε στον Συνασπισμό την πολιτική του επιβίωση. Όμως, η ολοένα και μεγαλύτερη αντίφαση ανάμεσα στη συνειδητή επένδυση σε ένα νέο ριζοσπαστισμό με την ταυτόχρονη διατήρηση της αναφοράς στο κράτος και τον εκσυγχρονισμό του, θα παραμένει. Παρότι ήδη από το 1996 εγκαταλείπεται η θέση για κυβέρνηση συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ, και παρά τις διάφορες ριζοσπαστικές ή ακόμη και αντικαπιταλιστικές διακηρύξεις, η πολιτική «εναλλακτική» θα ορίζεται πάντα ως μια κανονική κοινοβουλευτική κατάκτηση της κυβερνητικής εξουσίας εντός της ελληνικής –και ευρωπαϊκής– νομιμότητας.

Ιδίως υπό την ηγεσία του Αλέκου Αλαβάνου, ο ΣΥΡΙΖΑ κατόρθωσε να διευρύνει την επιρροή του, με μια ρητορική περισσότερο ριζοσπαστική, που όμως ποτέ δεν έφευγε από τα όρια του ευρωπαϊσμού και ούτε τελικά πρότεινε κάτι παραπάνω από μια προοδευτική κυβέρνηση. Απλώς σε εκείνη την περίοδο κανείς δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να υπάρξει ποτέ συμμετοχή της Αριστεράς στη διακυβέρνηση, παρά μόνο ως προσάρτημα στο ΠΑΣΟΚ, κάτι που φάνταζε αυτοκαταστροφικό.

Ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθούσε τότε να πλασαριστεί ως ένα κόμμα διαμαρτυρίας, να τροφοδοτηθεί από το νεανικό ριζοσπαστισμό της δεκαετίας του 2000, από τη Γένοβα του 2001, το φοιτητικό κίνημα του 2006-2007 μέχρι τους νέους του Δεκέμβρη του 2008, κατανοώντας ότι η ριζοσπαστικοποιημένη νεολαία, αλλά και η συμπάθεια που προκαλούσε σε άλλες ηλικίες, αποτελούσε κλειδί για τη διεύρυνση της επιρροής του. Η προσπάθεια αυτή θα ενισχυθεί και από την ανάδειξη του νεαρού Αλέξη Τσίπρα στην ηγεσία. Ωστόσο, αυτό σε μικρό βαθμό συνδυαζόταν με μια ανάλογη πολιτική επεξεργασία, πέραν των γενικών αναφορών ή επικλήσεων. Ο ΣΥΡΙΖΑ της εποχής εκείνης είναι ένα κόμμα που βασίζεται περισσότερο στην πολιτική κουλτούρα παρά στην πολιτική στρατηγική.

Οι μόνοι που επέμεναν στην παλαιότερη στρατηγική της πρόσδεσης σε μια λογική εκσυγχρονισμού, άρα και στη συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ, ήταν τα παλαιά στελέχη του ΚΚΕ εσ. και της ΕΑΡ που δεν άντεχαν τους «αριστερισμούς» της ηγεσίας – πολλά από αυτά τα στελέχη αποχώρησαν αργότερα με τη ΔΗΜΑΡ. Ας μην ξεχνάμε ότι ήταν στελέχη με ισχυρή παρουσία στο πανεπιστήμιο λειτουργώντας συχνά ως «οργανικοί διανοούμενοι» του κράτους. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε μια συγκυρία όπου ο ΣΥΡΙΖΑ κατήγγειλε τη νεοφιλελεύθερη μεταρρύθμιση της υπουργού Παιδείας Μ. Γιαννάκου, αρκετοί πανεπιστημιακοί προερχόμενοι από τον Συνασπισμό τάχθηκαν ενάντια στο κίνημα των φοιτητών και την ΠΟΣΔΕΠ. Πανεπιστημιακοί όπως η Ευγενία Μπουρνόβα, η Σόνια Τσιτήλου, ο Χρίστος Κουρουνιώτης, με μεγάλη συνδικαλιστική δράση, θα καταγγείλουν την ηγεσία του κλάδου τους (πρόεδρος της ΠΟΣΔΕΠ τότε ήταν ο Λ. Απέκης και γραμματέας ο Γ.Μαΐστρος), θα υπερασπιστούν την ανάγκη των «μεταρρυθμίσεων», της σύνδεσης με την αγορά και του περιορισμού της φοιτητικής συμμετοχής, και θα καταγγείλουν τα φοιτητικά σχήματα της ριζοσπαστικής Αριστεράς (όπως τα ΕΑΑΚ) για «βία».

Η διεργασία αυτή διεξάγεται το 2006, παράλληλα με τη συγκρότηση του Ομίλου Προβληματισμού «Αριστερά Σήμερα», όπου πέραν των προαναφερθέντων πανεπιστημιακών συγκεντρώθηκαν κι άλλα στελέχη που διεκδικούσαν μια «εκσυγχρονιστική» Αριστερά, από τον Μιχάλη και τον Λευτέρη Παπαγιαννάκη, μέχρι τη Μαρία Ρεπουση, τον Σπύρο Λυκούδη, αλλά και τη σημερινή αναπληρώτρια υπουργό Παιδείας Σία Αναγνωστοπούλου και τον γενικό γραμματέα Στρατηγικών και Ιδιωτικών Επενδύσεων του υπουργείου Ανάπτυξης Λόη Λαμπριανίδη.

Η διάσπαση στην πανεπιστημιακή παράταξη που υποστήριζε ο ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε τελικά ο προάγγελος μιας ευρύτερης ρήξης που θα ολοκληρωθεί το 2010, με την αποχώρηση της ανανεωτικής πτέρυγας και τη δημιουργία της ΔΗΜΑΡ με επικεφαλής το Φώτη Κουβέλη. Στη ΔΗΜΑΡ δεν θα πάνε μόνο πολιτικά στελέχη αλλά και σημαντικό μέρος των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ που είχαν παρουσία στο κράτος.

Ωστόσο, η ρήξη με τη ΔΗΜΑΡ δεν θα σημάνει και μια εκ βάθρων ριζοσπαστικοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ. Ο ΣΥΡΙΖΑ συσπείρωσε το δυναμικό που βγήκε στο προσκήνιο μέσα από το μεγάλο κύμα κινητοποιήσεων του 2010-2012, χωρίς αυτό να μετασχηματίσει σε ιδιαίτερο βαθμό τη δομική αντίφαση της στρατηγικής του. Παρέμεινε ένας συνδυασμός κόμματος διαμαρτυρίας, αθροίσματος αιτημάτων, συχνά ιδιαίτερα ριζοσπαστικών, και μιας γενικής επίκλησης της δυνατότητας για «κυβέρνηση της Αριστεράς», χωρίς παραπέρα επεξεργασία μιας στρατηγικής για τη διακυβέρνηση και το κράτος, πέραν μεγαλοστομιών που συχνά συνδυάζονταν με όλο το απόθεμα εκσυγχρονιστικών προτάσεων που είχαν σωρευτεί το προηγούμενο διάστημα. Ακόμη και η αναφορά στις αριστερές κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής και τα διδάγματά τους τις περισσότερες φορές ήταν επιφανειακή, μένοντας σε γενικόλογες αναφορές για τον συνδυασμό κινημάτων και κυβέρνησης, χωρίς να αποτυπώνει κάποιο στοχασμό πάνω στο ερώτημα της εξουσίας.

Οι ρίζες του μετέπειτα «ρεαλισμού» και της γρήγορης αποδοχής από την ηγεσία και το μεγαλύτερο μέρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ ως αξεπέραστων των ορίων που τίθενται από τον «ευρωπαϊκό προσανατολισμό» και τις δεσμεύσεις του, ιδίως στην εποχή των Μνημονίων, μπορούν να αναζητηθούν στα όρια της πολιτικής συγκρότησης αυτής της περιόδου. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η λογική της ΔΗΜΑΡ εκδιώχτηκε από το παράθυρο, για να επιστρέψει μεγαλοπρεπώς από την πόρτα.

Η Αριστερά διεκδίκησε την εξουσία, βρέθηκε στο στόχαστρό της, μεταλλάχτηκε από αυτήν, για να καταλήξει στο τέλος να την ασκεί με τρόπο που δεν διαφέρει από όσα έκαναν οι προηγούμενες κυβερνήσεις. Ίσως γιατί όταν ήρθε η ώρα πραγματικά να αναμετρηθεί μαζί της, αυτό που κυριάρχησε δεν ήταν οι φραστικές υποσχέσεις ανατροπής, αλλά μια εμπεδωμένη έμπρακτη μετατόπιση στο κράτος και τη «λογική». Όμως στην πολιτική, όπως και στη ζωή, είσαι αυτό που κάνεις κι όχι αυτό που λες ή αυτό που πιστεύεις ότι είσαι.

About Παναγιώτης Σωτήρης (10 Articles)
O Παναγιώτης Σωτήρης εργάζεται ως δημοσιογράφος και μεταφραστής. Είναι διδάκτορας του Παντείου Πανεπιστημίου, έχει διδάξει πολιτική και κοινωνική φιλοσοφία σε ελληνικά πανεπιστήμια, και επιστημονικά άρθρα του έχουν δημοσιευτεί σε ελληνικά και διεθνή περιοδικά.