Και σαμπουάν και κοντίσιονερ: Κυβέρνηση και αντιπολίτευση σε συσκευασία 2 σε 1

Έχοντας αποδιαρθρώσει τόσο την εκ δεξιών όσο και την εξ αριστερών αντιπολίτευση, ο ΣΥΡΙΖΑ επινόησε το είδος της αντιπολίτευσης που τον βολεύει: την εσωκομματική. Με προεξάρχοντες τους «53+», η εσωκομματική αντιπολίτευση δίνει το αριστερό άλλοθι που επιτρέπει την μέχρι κεραίας εφαρμογή του Μνημονίου, διασώζοντας ταυτόχρονα την «αριστερή ψυχή».

Φωτογραφία: EUROKINISSI/ΣΤΕΛΙΟΣ ΜΙΣΙΝΑΣ

Όταν πριν από ένα περίπου χρόνο ο Αλέξης Τσίπρας προχωρούσε στην πιο εντυπωσιακή κωλοτούμπα ηγέτη εδώ και πολλά χρόνια, πηγαίνοντας στη διαπραγμάτευση με τους εταίρους με ένα ισχυρό ΟΧΙ, καρπό ενός αμφιλεγόμενου δημοψηφίσματος, και επιστρέφοντας με ένα μεγαλόπρεπο 3ο μνημόνιο, στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ επικράτησε μεγάλη αναταραχή –που καθόλου δεν θύμιζε τη «θαυμάσια κατάσταση» της ρήσης του Μεγάλου Τιμονιέρη Μάο, την οποία επικαλείται ο Αλέξης Τσίπρας από καιρού εις καιρόν. H ένταση που υπήρχε ήδη από το καλοκαίρι του 2014, αν όχι και νωρίτερα, ανάμεσα στην «ηγετική ομάδα» και το «κόμμα» έφτασε στο σημείο όπου η εκτόνωση δεν ήταν πλέον δυνατή. Αν έως τότε πρώτα η πορεία προς την εξουσία και έπειτα ο αγώνας ενάντια στους εταίρους συγκάλυπτε τις αντιθέσεις, αναπόδραστες σε κόμματα που ενοποιούνται ad hoc, το γεγονός της συνθηκολόγησης άνοιξε τον ασκό του Αιόλου, απελευθερώνοντας αντίρροπες δυνάμεις και κοσμοθεωρίες.

Μερικοί έφυγαν νωρίς. Είτε ακολουθώντας κατά μόνας διαδρομές, είτε ζητώντας μια σανίδα πολιτικής σωτηρίας στη Λαϊκή Ενότητα του Παναγιώτη Λαφαζάνη, που από αντιπλοίαρχος υπερωκεάνιου βρέθηκε ξαφνικά καπετάνιος μεν, καϊκιού δε. Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον ωστόσο το παρουσιάζει η ιδιαίτερη εκείνη κατηγορία στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ που ούτε έφυγαν ούτε έμειναν συμφωνώντας: πρόκειται για εκείνους που ανέλαβαν τον ρόλο της νέας εσωκομματικής αντιπολίτευσης, όταν η «παραδοσιακή» εσωκομματική αντιπολίτευση είχε πια αποχωρήσει.

Δεν θα πρέπει να δούμε σε αυτούς μια περιθωριακή τάση απογοητευμένων συντρόφων οι οποίοι χάριν των παλιών αγώνων δεν τους πήγε η καρδιά να φύγουν. Μια τέτοια προσήλωση στο Κόμμα, που συναντάται στα μέλη κομμουνιστικών κομμάτων, δεν θα μπορούσε να είναι κυρίαρχη σε ένα ετερογές μόρφωμα, το οποίο μάλιστα επί σειρά ετών μόνο περιθωριακή πολιτική δύναμη είχε υπάρξει. Ίσα ίσα. Η στάση αυτή υιοθετήθηκε και υιοθετείται και από πρωτοκλασάτα στελέχη του κόμματος και από πρόσωπα που κατέχουν κομβικές θέσεις στον κυβερνητικό σχεδιασμό. Ας θυμηθούμε εδώ, εντελώς πρόχειρα και χωρίς διάθεση εξαντλητικής απαρίθμησης, κορυφαίους υπουργούς (όπως ο Θ. Δρίτσας, που θα ζήταγε «ενημέρωση» από το ΤΑΙΠΕΔ για την πώληση του ΟΛΠ) ή κομματικές τάσεις, όπως οι περιβόητοι «53», ανάμεσα στους οποίους συγκαταλέγονται επιφανείς υπουργοί (όπως ο Ευκλείδης Τσακαλώτος) και στελέχη με παράδοση στο ζήτημα των δικαιωμάτων (όπως η Βασιλική Κατριβάνου, που αρχικά υπερψήφισε επί της αρχής τη συμφωνία Ε.Ε.-Τουρκίας για το προσφυγικό, για να διαφοροποιηθεί αργότερα παραδίδοντας τη βουλευτική έδρα, αλλά παραμένοντας στο κόμμα). Ή ας δούμε άλλους βουλευτές που κατά καιρούς αναλαμβάνουν τον ρόλο δυναμιτιστή της κοινής γνώμης σε ζητήματα που βρίσκονται στην πάγια ατζέντα του ΣΥΡΙΖΑ (όπως ο Μπαλαούρας και οι δηλώσεις του κατά καιρούς για το μακεδονικό-σκοπιανό).

Αυτός ο «δυϊσμός» δεν είναι τωρινός. Η ομάδα που έμελλε να ονομαστεί «τάση των 53», από το αρχικό κείμενο που δημοσιοποίησαν 53 μέλη του ΣΥΡΙΖΑ μετά τις ευρωεκλογές του 2014, απαρτιζόταν από στελέχη των χαρακτηριζόμενων ως «προεδρικών». Στελέχη δηλαδή που είχαν στηρίξει και πριν, αλλά συνέχιζαν να στηρίζουν και μετά τη δημόσια κριτική που άσκησαν, τον Αλέξη Τσίπρα και την πορεία του προς την εξουσία. Η κριτική που έκαναν μιλούσε για στροφή στο κίνημα, προσπαθώντας να εκφράσει και πάλι την «αριστερή ψυχή» του ΣΥΡΙΖΑ που είχε τρωθεί από την συστημική προεκλογική εκστρατεία των ευρωεκλογών του 2014, βάζοντας στο στόχαστρο πρόσωπα από το περιβάλλον του Αλέξη Τσίπρα, για παράδειγμα τον διευθυντή του γραφείου του τότε προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ Ν. Παππά. Δεν είναι περίεργο που από αυτή την τάση προέρχονται τόσο στελέχη που έφυγαν από τον ΣΥΡΙΖΑ μετά την υπογραφή του Μνημονίου, όσο και στελέχη που καταλαμβάνουν σήμερα κορυφαίες κυβερνητικές θέσεις. Στις 53 υπογραφές του κειμένου απαντάται ο Γ. Σακελλαρίδης, μετέπειτα κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος, ο Τ. Κορωνάκης, μετέπειτα γραμματέας του ΣΥΡΙΖΑ, οι στενοί συνεργάτες του προέδρου Κ. Μαρματάκης και Χ. Λάσκος, η Ηρώ Διώτη –οι παραπάνω αποχώρησαν τελικά από τον ΣΥΡΙΖΑ. Στο ίδιο κείμενο υπήρχαν όμως και οι υπογραφές κορυφαίων στελεχών της σημερινής κυβέρνησης όπως του Ε. Τσακαλώτου (που διέδιδε ότι δεν θα είναι καν υποψήφιος στις εκλογές του Σεπτεμβρίου), του Θ. Δρίτσα, της Θ. Φωτίου, του Α. Χαρίτση, της Ρ. Σβίγκου, της Τ. Χριστοδουλοπούλου. Στελεχών που παρότι δεν στήριξαν ποτέ ανοιχτά την υπογραφή του Μνημονίου, το ψήφισαν, το στήριξαν και το υλοποιούν στην πράξη, κάνοντας ταυτόχρονα κριτική σε δευτερεύουσες όψεις της πολιτικής και συχνά πυκνά αναφερόμενοι στο «ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς».

Σε παράλληλο ρόλο, ο κομματικός τύπος, από την Αυγή έως την Εποχή, βρέθηκε εν τμήματι ή και εν όλω στη θέση να ασκεί κριτική, βρίσκοντας ταυτόχρονα λόγους δικαιολόγησης της συμφωνίας με τους δανειστές. Από την επίκληση της περίφημης συνθήκης του Μπρεστ-Λιτόφσκ, ως εάν ο Αλέξης Τσίπρας να ήταν ο Λένιν και τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ οι μπολσεβίκοι, έως ακόμη και την επίκληση της Γαλλικής Επανάστασης και του κινδύνου της Παλινόρθωσης, ως εάν οι νεοδημοκράτες να είναι οι Βουρβόνοι, μια σειρά άρθρα επιστρατεύτηκαν για ικανοποιήσουν την ανάγκη να βρεθεί ένα στόρυ που να δικαιολογεί την απότομη στροφή. Ένα στόρυ που, καταφεύγοντας στους πιο τραβηγμένους ιστορικούς αναχρονισμούς, να μετριάζει το άγος της συμφωνίας μπροστά στο αναπόδραστο του πεπρωμένου.

Αριστερή μελαγχολία

Πώς θα πρέπει να δούμε αυτήν την εσωκομματική αντιπολίτευση; Θα ήταν λάθος να σταθούμε σε ένα απλοϊκό πρώτο επίπεδο για να διαπιστώσουμε ηθικολογικά μια αναντιστοιχία πεποιθήσεων και πράξεων, αποδίδοντας στα στελέχη αυτά του ΣΥΡΙΖΑ ιδιοτελείς σκοπούς εξαπάτησης του κομματικού ακροατηρίου. Ακόμα κι αν σε πολλές περιπτώσεις αυτό μπορεί και να ισχύει, μια τέτοια γενίκευση θα αδικούσε τα όντως απογοητευμένα εκείνα στελέχη που ειλικρινά πιστεύουν ότι αυτή η θυσιαστική στάση ίσως όντως κάπου να αποδώσει (σώζοντας π.χ. τη σύνταξη μιας ειδικής κατηγορίας συνταξιούχων, την ίδια στιγμή που γύρω θα γίνεται χαμός με τις περικοπές). Θα ήταν επίσης και από την άποψη της πολιτικής ανάλυσης κοντόθωρη, μιας και θα εξαντλούσε τις δυνάμεις της σε ένα εξίσου άγονο κατηγορώ και θα παρέβλεπε τον χώρο που ανοίγει αυτή ακριβώς η στάση της νέας εσωκομματικής αντιπολίτευσης του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν αρκεί δηλαδή να επισημαίνει κανείς τις ασυνέπειες αντιπαραθέτοντας λόγια και έργα, αναθεωρήσεις και ξεκάθαρες ανακολουθίες. Κάτι τέτοιο θα παρέβλεπε τις λειτουργίες αυτού του χώρου και θα άφηνε την κριτική τυφλή μπροστά στο νέο τύπο ανθρώπου της πολιτικής που προτείνει. Ας τα δούμε αυτά ένα ένα.

Καταρχάς θα πρέπει να έχουμε υπόψη τη μεγάλη εικόνα. Η εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας έδωσε στον ΣΥΡΙΖΑ τη χρυσή ευκαιρία να σφυρηλατήσει την εικόνα του βολικού εχθρού. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, τόσο λόγω της σκληρής νεοφιλεύθερης ταυτότητάς του όσο και λόγω του ονόματος και των συνδηλώσεων που αυτό προκαλεί, είναι ιδανικός για να αποτελέσει τον «μπαμπούλα» που θα συσπειρώσει το αριστερό και κεντροαριστερό ακροατήριο. Έναν μπαμπούλα, η επίκληση του οποίου («δηλαδή θέλετε να έρθει ο Κυριάκος;») προσφέρεται για τη συγκρότηση αυτού που η επικοινωνιακή γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ ονόμασε μετάβαση από τον «άγονο δικομματισμό» στον «γόνιμο διπολισμό». Την ίδια στιγμή, με το Ποτάμι και το ΠΑΣΟΚ να βολοδέρνουν στο ατελέσφορο σισύφειο πρότζεκτ της ανασυγκρότησης της Κεντροαριστεράς, τα πράγματα για τον εκ δεξιών χώρο του ΣΥΡΙΖΑ είναι εύκολα. Ταυτόχρονα όμως, μετά τη στροφή από τη ρητορική του πολέμου κατά της λιτότητας στη μνημονιακή συμμόρφωση, άνοιξε στα αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ ένας χώρος που προσφέρεται για αντιπολίτευση. Μιλάμε κυρίως για τους απογοητευμένους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ, που στις εκλογές του Σεπτέμβρη είτε τον ψήφισαν με βαριά καρδιά είτε προτίμησαν την αποχή. Από τη στιγμή που η Λαϊκή Ενότητα, που κατεξοχήν απευθυνόταν σε αυτό το κομμάτι, επίσης, δεν κατάφερε να μπει στη Βουλή, το πλεονέκτημα της ηγεμόνευσης σε αυτό το κοινό πέρασε εύκολα στη νέα εσωκομματική αντιπολίτευση.

Με δυο λόγια, ένα τμήμα των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, που κάθε τόσο εκφράζουν δυσφορία για κάποιες κινήσεις ή πρόσωπα της κυβέρνησης, έρχεται να κλείσει αυτόν τον δυνητικό χώρο αντίστασης, προβάλλοντας πάνω του τα δικά της χαρακτηριστικά. Με βασική γραμμή ανάγνωσης των γεγονότων το «ο ΣΥΡΙΖΑ ηττήθηκε, αλλά δεν πρόδωσε» η εσωκομματική αντιπολίτευση προσπαθεί να συγκροτήσει αυτόν τον χώρο ως τον τόπο όπου θα ασκηθεί ο τρόπος εξιλέωσης της στρατηγικής αποτυχίας του ΣΥΡΙΖΑ «να αλλάξει την Ελλάδα και την Ευρώπη», όπως υποσχόταν. Να ξεπλύνει την αποτυχία, να ελέγξει την απογοήτευση, να βάλει σε συγκεκριμένα πλαίσια την αντίδραση.

Είναι εύκολο να μπει κανείς στον πειρασμό να χαρακτηρίσει αυτόν τον χώρο με πάμπολλους μεταφορικούς όρους. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για μια «αποστρατικοποιημένη ζώνη», έναν χώρο που ξαφνικά καμία μάχη δεν διεξάγεται, ή ακόμα και για μια «μαύρη τρύπα» από την οποία καμια κριτική δεν μπορεί να ξεφύγει. Η τελευταία μεταφορά δεν θα ήταν και τόσο άστοχη, δεδομένου ότι σ’ αυτόν τον χώρο, καταργώντας το μέσα και το έξω, συμμετέχουν και άτομα που διατηρούν μια ακόμα μεγαλύτερη απόσταση από τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά αρνούνται να υιοθετήσουν το αφήγημα περί προδοσίας: Άτομα και ομάδες που διατηρούν οργανικούς δεσμούς με το Κόμμα και τους χώρους επιρροής του, ινστιτούτα, ερευνητικές ομάδες, φίλια πανεπιστημιακά τμήματα, αλλά αποφεύγουν την ευθεία ταύτιση μαζί του. Είπαμε, το ζήτημα εδώ δεν είναι τα πρόσωπα και οι προσωπικές τους μικροστρατηγικές αλλά η λειτουργία του χώρου που καταλαμβάνουν. Και η λειτουργία αυτού του χώρου είναι να λειτουργήσει ως ανάχωμα στη συγκρότηση μιας ουσιαστικής εξ αριστερών κριτικής, που θα λειτουργούσε με άξονα παρεμβάσεις στη δημοσιότητα που θα κινούνταν προς την κατεύθυνση της υπέρβασης της νέας «κανονικότητας» και του νέου «διπολισμού» που η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ επιδιώκει.

Ο τρόπος που η αναστολή αυτής της άρθρωσης αντιπολίτευσης επιτυγχάνεται, περνάει μέσα από τη δημιουργία ενός νέου τύπου αριστερού. Μιας μορφής αριστερού που θα έχει δύο καρδιές σε ένα σώμα, μια αθώα ιδεαλιστική και μια λερωμένη από το χρέος να μην αφήσει την «πρώτη κυβέρνηση της Αριστεράς» να ηττηθεί. Ο αριστερός αυτός προέρχεται από τα πιο διανοούμενα τμήματα του κόμματος. Είναι μικροαστός, ασχολείται με τις τέχνες και τα γράμματα. Είναι μορφωμένος. Παρακολουθεί την κίνηση των ιδεών. Είναι κοσμοπολίτης. Είναι ο κλασικός ανανεωτικός αριστερός, με τις επιλογές διάκρισης (θυμηθείτε ότι ο σέξυ νέος ήταν «Πανιώνιος κι ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος» –με κάποιο τρόπο πάντως διαφοροποιούνταν από την μάζα του πληθυσμού). Απολαμβάνει τον διάλογο ακόμα και αν δεν καταλήγει ποτέ πουθενά –μάλλον ακόμα πιο πολύ αν δεν καταλήγει ποτέ πουθενά. Είναι μελαγχολικός και συντετριμμένος γιατί πίστευε, ως διαλογικό ον, πως ο ΣΥΡΙΖΑ θα τα έβρισκε κάπου στη μέση στη διαπραγμάτευση με τους δανειστές, όπως όλοι οι πολιτισμένοι άνθρωποι κάνουν. Υποτίμησε τη διαπραγμάτευση ως πεδίο άσκησης ισχύος ακριβώς γιατί, παρά τα λεγόμενά του, η ίδια η θεώρησή του είναι μεταϋλιστική. Η ρητορική των δικαιωμάτων καταλαμβάνει στον νου του περισσότερο χώρο από τη διερώτηση της δυνατότητας εφαρμογής της, ο νεοφιλελευθερισμός είναι ανάθεμα, αλλά προσφέρεται κυρίως για θεωρητικά κείμενα διεθνούς εμβέλειας παρά για συγκεκριμένη ανάλυση συγκεκριμένης κατάστασης. Ο πολιτισμός είναι πεδίο για την άσκηση αριστερής πολιτικής, αρκεί όμως αυτή να μην αλλάζει και πολύ τις υπάρχουσες ισορροπίες. Με δυο λόγια, αυτός ο αριστερός συριζαίος είναι ένας διχασμένος παίκτης, που λέει αλλά δεν κάνει, που συζητά αλλά δεν αποφασίζει.

Μπορούμε να δούμε παραδειγματικά πώς λειτούργησε ο αριστερός αυτός σε σχέση με το προσφυγικό. Όταν πριν από λίγους μήνες η συγκυβέρνηση υπέγραφε πανηγυρικά τη συμφωνία της Ε.Ε. με την Τουρκία σχετικά με τους πρόσφυγες και την επαναπροώθησή τους, μια σειρά στελεχών, διανοούμενων και προσωπικοτήτων του ΣΥΡΙΖΑ άρθρωσαν έναν ισχυρό λόγο διαφωνίας. Γι’ αυτούς το ζήτημα των αξιών που τα δικαιώματα των προσφύγουν θέτουν στο προσκήνιο είναι η κόκκινη γραμμή της αριστεροσύνης, το σημείο πέρα από το οποίο δεν υπάρχει επιστροφή. Η σύγκριση, δε, που γίνεται εδώ πολλές φορές είναι ακριβώς με το Μνημόνιο. Αν το Μνημόνιο συνιστά μια στιγμή ήττας και συντριβής, δεν φτάνει ωστόσο στο βάθος του ζητήματος των δικαιωμάτων. Φαίνεται εδώ όλη η υποβάθμιση του υλικού σε σχέση με το μεταϋλικό, αξιακό στοιχείο, μια κληρονομιά της πολιτισμικής αριστεράς, που έχει απεμπολήσει την ενασχόληση με τα ζητήματα εκμετάλλευσης. Δεν είναι τυχαίο που η οργανική σχέση του ΣΥΡΙΖΑ με τα διανοούμενα στρώματα είναι δυσανάλογη σε σχέση με τα εργατικά.

Και πάλι όμως, παρά την με κάθε τρόπο διατρανωμένη αντίδραση στο ζήτημα του προσφυγικού δεν είναι διόλου τυχαίο και πάλι που η διαφωνία ποτέ δεν προσέλαβε συγκρουσιακό χαρακτήρα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι εδώ η Βασιλική Κατριβάνου, μια μαχήτρια των δικαιωμάτων με συνεπή στάση τα προηγούμενα χρόνια, που παρά την αντίδρασή της με άρθρα στον τύπο ψήφισε ωστόσο κι αυτή υπέρ της επικύρωσης της συμφωνίας. Το ίδιο και η πρώην αναπληρώτρια υπουργός μεταναστευτικής πολιτικής και νυν αντιπροέδρος της Βουλής Τασία Χριστοδουλοπούλου, που δεν σταμάτησε ποτέ να έχει τις αντιρρήσεις της για τον τρόπο άσκησης πολιτικής στο μεταναστευτικό από τον αντικαταστάτη της κο Μουζάλα. Αλλά μέχρις εκεί.

Ο συντηρητικός στοχαστής Ντονόσο Κορτές, μας θυμίζει ο Καρλ Σμιτ, βλέπει κάθε φιλελευθερισμό με απέχθεια, ως το σύστημα εκείνο που ζει «στο ενδιάμεσο διάστημα όπου στο ερώτημα “Χριστός ή Βαρραβάς” μπορείς να απαντήσεις με αίτημα αναβολής ή με τη συγκρότηση εξεταστικής επιτροπής». Ο θλιμμένος συριζαίος της εσωκομματικής αντιπολίτευσης είναι αυτή η φιγούρα ακριβώς: στο δίλημμα Μνημόνιο ή πάλη απαντά ζητώντας διάλογο και συνέδριο. Και εν τω μεταξύ η μνημονιακή πολιτική εφαρμόζεται και εμπεδώνεται με και χωρίς αυτόν. Εις βάρος μας.

About Χρήστος Νάτσης (8 Articles)
Ο Χρήστος Νάτσης είναι υποψήφιος διδάκτορας στο τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Από τον Οκτώβριο 2015 είναι Υπεύθυνος Πολιτιστικών του περιοδικού UNFOLLOW, όπου επίσης γράφει πολιτικά άρθρα.
Αρέσει σε %d bloggers: