Κατασκευάζοντας την ελπίδα

Η ανάδειξη ενός συνασπισμού αριστερών οργανώσεων από κοινοβουλευτική μειοψηφία σε κυβερνητική δύναμη, θα ήταν σίγουρα άδικο να πει κανείς πως συντελέστηκε υπό την εύνοια των εγχώριων ΜΜΕ. Ωστόσο, το ιδιαίτερο βάρος που απέκτησε ο ΣΥΡΙΖΑ στη διάρκεια της ταραχώδους πορείας του προς την εξουσία, διαθλάστηκε σε πολλές και καθοριστικές στιγμές από την πένα και τον φακό. Αυτή είναι μια ανασκόπηση της ιδιαίτερης σχέσης του κυβερνώντος κόμματος της «Πρώτη Φορά Αριστεράς» με τους μιντιακούς αντικατοπτρισμούς του εντός κι εκτός της χώρας.

Μπροστά στο θωρακισμένο κτίριο της Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης και Επικοινωνίας στην Καλλιθέα, τις πρώτες πρωινές ώρες της Παρασκευής 2 Σεπτεμβρίου, ο Ιβάν Σαββίδης έμοιαζε παράδοξα αισιόδοξος για άνθρωπο που, ενώ έχει δηλωμένο ενδιαφέρον για τον χώρο των media, εξέρχεται από έναν διαγωνισμό διάρκειας 66 ωρών ως ένας εκ των ηττημένων, χωρίς δηλαδή να έχει στην κατοχή του κάποια από τις –πολυπόθητες, όπως έδειξαν τα 246 εκ. ευρώ που πλήρωσαν γι’ αυτές νέοι και παλιοί καναλάρχες– τηλεοπτικές άδειες εθνικής εμβέλειας. Ο ίδιος δεν συμμερίζεται αυτόν τον χαρακτηρισμό. «Είμαι ικανοποιημένος που όλα πήγαν με βάση και το δικό μου σενάριο» θα πει στους δημοσιογράφους. «Κέρδισα, δεν έχασα». Σύμφωνα με τον γεωργιανής καταγωγής επιχειρηματία και βασικό μέτοχο της ΠΑΕ ΠΑΟΚ, το σημείο που αποφάσισε να εγκαταλείψει τις ατομικές του φιλοδοξίες και να «παίξει» τα χαρτιά του με τρόπο που θα μεγιστοποιούσε τα έσοδα του κρατικού κορβανά, ήρθε όταν «το κόστος άρχισε να ξεπερνάει την αξία» του δημοπρατούμενου προϊόντος –παρότι κάθε άλλο παρά ανορθολογισμό καταλόγισε στους ανταγωνιστές του που φάνηκαν πρόθυμοι να καταβάλουν τέτοια υπερμεγέθη ποσά μόνο και μόνο για να διασφαλίσουν την παρουσία τους στο τιμόνι ενός από τους πιο έντονα πληγέντες, χρεωμένους και ελλειμματικούς κλάδους της ελληνικής οικονομίας.

Ότι οι τηλεοπτικοί σταθμοί αποτελούν προνομιακές θέσεις επιρροής στο εγχώριο σύστημα εξουσίας, δεν χρειάζεται η εμπειρία ενός ανθρώπου καταχωρημένου στη λίστα του Forbes με τους πλουσιότερους στον κόσμο για να το καταλάβει κανείς. Μπορεί σύμφωνα με την τελευταία έρευνα του Ινστιτούτου Reuters, η Ελλάδα να βρίσκεται στην τελευταία θέση στα ποσοστά εμπιστοσύνης στα μέσα ενημέρωσης και σε μία από τις χαμηλότερες θέσεις στην παρακολούθηση ενημερωτικών εκπομπών στην τηλεόραση,1 όμως η επιρροή του μέσου φαίνεται να έχει ακόμα βαρύνουσα σημασία στην κοινή γνώμη. Αυτό τουλάχιστον μαρτυρά το πλήθος και το πάθος των συγκρούσεων μεταξύ πολιτικών και επιχειρηματιών από την ανακοίνωση της δημοπράτησης των αδειών μέχρι την ίδια τη διεξαγωγή του διαγωνισμού, από τους υψηλούς τόνους των συνεδριάσεων στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής για τα δάνεια κομμάτων και ΜΜΕ μέχρι τα τηλεοπτικά σποτ του μελλοθάνατου Mega, τις συνεχείς κυβερνητικές διακηρύξεις για «πάταξη της διαπλοκής», τα επιθετικά δημοσιεύματα σε διάφορα μέσα επιρροής των διεκδικητών των αδειών κατά των ανταγωνιστών τους ή και των πολιτικών προσώπων που εποπτεύουν τον διαγωνισμό, και πολλά άλλα.

Τα μικρόφωνα με τα διακριτικά του Alpha και του Star, που ξεχώριζαν μέσα στην αρμάδα των δημοσιογράφων η οποία υποδέχτηκε τον Ιβάν Σαββίδη αλλά και τους υπόλοιπους νικητές, ηττημένους και διοργανωτές του διαγωνισμού, είναι αβέβαιο για πόσο ακόμα θα κάνουν αντίστοιχες εμφανίσεις. Το Star ήδη εξήγγειλε την παύση των ενημερωτικών του εκπομπών και τη μετατροπή του σε θεματικό κανάλι ψυχαγωγίας, αν και ο σχεδιασμός αυτός φαίνεται να προσκρούει στη μετέπειτα δήλωση του υπουργού Επικρατείας Νίκου Παππά, ότι η συζήτηση για τις θεματικές άδειες θα γίνει «στο πολύ απώτερο μέλλον». Το δε κανάλι του Δημήτρη Κοντομηνά, που τον Ιανουάριο του 2015 διακήρυξε σε μια κίνηση συμφιλίωσης με τη νέα κυβέρνηση ότι σκοπεύει να αυξήσει τον επιχειρησιακό κατώτατο μισθό του στα 751 ευρώ, βρίσκεται ξαφνικά εκτός του τοπίου, παρότι οι μετρήσεις δείχνουν τις ενημερωτικές εκπομπές του στην κορυφή των σχετικών δεικτών τηλεθέασης. Την επαύριον του διαγωνισμού, ένα εξώδικο θα αποσταλεί από τον Alpha στον Ιβάν Σαββίδη για τις δηλώσεις του σχετικά με τη στάση του στον διαγωνισμό, η οποία, σύμφωνα με τους συντάκτες, αρκεί για να τον καταστήσει άκυρο.

Ότι τέτοιας έντασης διαμάχες συνεχίζουν ακόμα και μετά το πέρας του διαγωνισμού είναι μια σαφής ένδειξη για το πόσο πολύτιμες είναι οι δημοπρατούμενες άδειες, αλλά τα αποσπάσματα που ενεργοποίησαν τους δικηγόρους του Δημήτρη Κοντομηνά επισκίασαν κάτι πολύ πιο σημαντικό στο δεκάλεπτο των δηλώσεων του κου Σαββίδη. Την παραδοχή του ότι «η κυβέρνηση έδειξε ότι είναι σε θέση να διεκπεραιώσει τόσο δύσκολους και περίπλοκους διαγωνισμούς». Είναι μάλλον η πρώτη φορά που ένα σημαίνον πρόσωπο της εγχώριας επιχειρηματικής ελίτ εγκωμιάζει δημόσια τις κυβερνητικές αρετές του ΣΥΡΙΖΑ. Σε μια φάση, μάλιστα, που η αντιπολιτευτική τακτική προσανατολιζόταν στο να καταδείξει την παρατυπία του διαγωνισμού και την ανικανότητα των συντελεστών του, τα λόγια αυτά μοιάζουν με στήριξη. «Έχω πει στον πρωθυπουργό και τους ανθρώπους γύρω του ότι δεν χρειάζεται να φοβάται κάτι, να πηγαίνει μπροστά» συμπλήρωσε ο επιχειρηματίας, ενώ οι τρεις τελευταίες του λέξεις απηχούσαν ατυχώς το ασαφές σύνθημα «Μόνο Μπροστά», με το οποίο ο Αλέξης Τσίπρας διεκδίκησε την επανεκλογή του τον περασμένο Σεπτέμβριο, μετά τη θερινή μνημονιακή αναδίπλωση.

Τις ημέρες της ΔΕΘ, ένα φιλικό ματς ποδοσφαίρου μεταξύ Ελλήνων και Ρώσων παλαίμαχων στο Καυταντζόγλειο, θα φέρει υψηλόβαθμα κυβερνητικά στελέχη των δύο χωρών στο ίδιο γήπεδο. Στις κερκίδες και για λίγο στο τεραίν, βρίσκονται μεταξύ άλλων ο Αλέξης Τσίπρας και ο Ιβάν Σαββίδης. Μιλώντας σε αθλητική εκπομπή το απόγευμα της ίδιας μέρας, ο δεύτερος δηλώνει πρόθυμος να αγοράσει τους σταθμούς των ηττημένων που απειλούνται με κλείσιμο, μεταξύ των οποίων και ο Alpha, για να αποτρέψει την απώλεια των θέσεων εργασίας, που είναι μία από τις κυριότερες κριτικές που δέχεται η κυβέρνηση για την αναδιάταξη του τηλεοπτικού τοπίου.

Αν αυτό το σενάριο γίνει πραγματικότητα, τα πράγματα θα είναι πια εντελώς διαφορετικά. Ένα σκληρά (ΣΚΑΪ) κι ένα μετρίως (ΑΝΤ1) αντιπολιτευόμενο κανάλι, ένας νεοεισερχόμενος με σχέσεις με κυβερνητικά στελέχη (Καλογρίτσας), ένας με φίλιες χειρονομίες εκατέρωθεν του δικομματισμού (Μαρινάκης) κι ένα κρατικό κανάλι που έκλεισε με αρκετά αμφιλεγόμενο τρόπο επί των ημερών της Νέας Δημοκρατίας (ΕΡΤ) θα εκπέμπουν πανελλαδικά. Ταυτόχρονα, το Mega θα έχει κλείσει (μια «νίκη» της κυβέρνησης σε επίπεδο συμβολισμού) ενώ κάποιοι από τους υποψήφιους άνεργους του Alpha θα απορροφηθούν σε έναν νέο περιφερειακό σταθμό ιδιοκτησίας ενός φίλα προσκείμενου στο κυβερνών κόμμα επιχειρηματία, αποσοβώντας τις αντιδράσεις. Στη φωτογραφία της θερμής χειραψίαςΤσίπρα-Σαββίδη από το Καυταντζόγλειο, σημάδι μιας νέας αποδοχής του κόμματος της ριζοσπαστικής αριστεράς από τις επιχειρηματικές ελίτ, ίσως να ταίριαζε ως λεζάντα η γνωστή φράση από την αυλαία της Καζαμπλάνκα: «αυτή είναι η αρχή μιας υπέροχης φιλίας».

Σήματα και συστήματα

Πάρα την εμφάνιση τέτοιων σχέσεων μεταξύ κυβέρνησης και επιχειρηματιών, που προέκυψαν ή ευνοήθηκαν από τον διαγωνισμό, η διαδικασία θεωρήθηκε πραγματικό και επιτυχημένο χτύπημα στην αυτοκρατορία των ΜΜΕ. Πρόσφατες έρευνες της Bridging Europe για την Εφημερίδα των Συντακτών πριν και μετά τον διαγωνισμό, έδειξαν μια γενική συμφωνία του κόσμου με τις κινήσεις της κυβέρνησης στο θέμα, ενώ τα διεθνή μέσα συμφώνησαν ότι το αποτέλεσμα σημαίνει μεγάλες ανακατατάξεις για την ελληνική ολιγαρχία.

Τα συνδικαλιστικά όργανα των δημοσιογράφων δεν συμμερίζονται, ωστόσο, αυτόν τον ενθουσιασμό. Με ανακοίνωσή της στις 2 Σεπτεμβρίου, η ΕΣΗΕΑ κατακεραυνώνει τη διαδικασία, η οποία αναμένεται σύμφωνα με τους υπολογισμούς της να αφήσει 1700 εργαζόμενους χωρίς δουλειά, ενώ μαζί με τις υπόλοιπες Ενώσεις Συντακτών, θα απαιτήσει την εξασφάλιση των εργαζόμενων μέσα από πανελλαδική απεργία στις 10 Σεπτεμβρίου, ανήμερα δηλαδή της εμφάνισης του Α. Τσίπρα στη ΔΕΘ. Δύο ημέρες νωρίτερα, ΕΣΗΕΑ, ΠΟΕΣΥ και ΕΤΙΤΑ έχουν συναντηθεί με τον υπουργό Εργασίας, Γιώργο Κατρούγκαλο, όπου αποδέχονται μια προτεινόμενη δέσμη μέτρων για τους εργαζόμενους που θα χάσουν τις θέσεις τους με το κλείσιμο των καναλιών, παρέχοντας ένα «δίχτυ ασφαλείας» 24 μηνών με την παροχή ενός επιδόματος επανένταξης στην αγορά εργασίας αρχικά και την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών αργότερα, ενώ προβλέπεται και να απελευθερωθεί ένα ποσό από το Ταμείο Παγκοσμιοποίησης για την επιδότηση νέων ενημερωτικών μέσων μικρής κλίμακας, ατομικών ή συνεργατικών. Παρά την αποδοχή της δέσμης από τις συνδικαλιστικές ενώσεις, η απεργία θα προχωρήσει κανονικά, με την ΕΡΤ3 και τον Alpha να καταγγέλλονται για απεργοσπασία λόγω της ζωντανής μετάδοσης των εγκαινίων της ΔΕΘ.

Η αλλαγή έχει υπάρξει ταραχώδης, αν και μόνο σε θεσμικό επίπεδο. Στο σώμα των πολιτών φαίνεται να είναι ακόμη νωπή η εμπειρία του περσινού δημοψηφίσματος και η μεγάλη δυσαρέσκεια που προκάλεσε η στάση των ΜΜΕ. Το έλλειμμα εμπιστοσύνης στα μέσα ενημέρωσης φαίνεται να επισκιάζει κάθε φοβία ότι πρόκειται για αναδιανομή των καναλιών και όχι για κάποια δομική αλλαγή στο πώς επιδρούν στην πολιτική ζωή της χώρας –το περίφημο «χτύπημα της διαπλοκής» που διαφήμισε η κυβέρνηση. Το περίεργο είναι ότι τόσο ο διαγωνισμός, όσο και η δέσμη μέτρων, επικυρώνουν μια αρκετά παλιά εξαγγελία της τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η προοπτική της αδειοδότησης από μηδενική βάση και η ενίσχυση συνεργατικών εγχειρημάτων στα ΜΜΕ ακούστηκαν για πρώτη φορά από τον Αλέξη Τσίπρα τον Μάιο του 2013 στο Cine Κεραμεικός σε εκδήλωση με τίτλο «Προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ για ένα πλαίσιο ριζοσπαστικών ανατροπών στην Ενημέρωση», όπου ο πρόεδρος του κόμματος μετέτρεψε τα μέχρι τότε πυρά του κατά της διαπλοκής σε προγραμματικές θέσεις. Ο ΣΥΡΙΖΑ διένυε ακόμα τη «διερευνητική» του περίοδο ως προς την προοπτική κατάκτησης της εξου-σίας και υπήρχε ακόμα χώρος για πιο ριζοσπαστικές διακηρύξεις. Έτσι, δεν είναι παράλογο που οι υπόλοιπες θέσεις του τότε δεκαλόγου για τη διαπλοκή, δεν άντεξαν στην πάροδο του χρόνου: ένα κόμμα που επιχειρεί να διασφαλίσει τη θέση του στην κυβερνητική εξουσία, δύσκολα θα μπορούσε να εκπληρώσει υποσχέσεις για ανακεφαλαιοποίηση των καναλιών με χρήματα των ιδιοκτητών τους και αναδρομική καταβολή των τελών των σταθμών από το 1995 έως σήμερα.

Αυτό που το τέως μέλος της Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ, Ρούντι Ρινάλντι, κατονόμασε πρόσφατα ως στρατηγική του «προωθητικού συμβιβασμού» στο βιβλίο του «“Άσχημη περίοδο διαλέξατε να διαφωνήσετε…”: Μια κατάθεση για τη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ» (εκδ. Α/Συνέχεια), δεν είχε γίνει ακόμα καθεστώς, αν και τα πρώτα δείγματά της είχαν ήδη υπάρξει: η φιλοκαραμανλική συνέντευξη Τσίπρα στο ακροδεξιό olympia. gr και η συχνή παρουσία του στα μέσα των αδελφών Κουρή, ήδη από το 2011, θύμιζαν τις χειρότερες στιγμές του Ανδρέα Παπανδρέου. Αν δεν προδίκαζαν, τουλάχιστον ενίσχυαν το βάσιμο της φοβίας κάποιων στελεχών για το τι μέλλει γενέσθαι με το ζήτημα των «ανοιγμάτων» σε στελέχη έξω από τον χώρο. Αυτό που αργότερα θα γινόταν εκ δεξιών και εξ ευωνύμων η γνωστή κριτική ότι το κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς έχει «μαζέψει όλους τους πασόκους» στις τάξεις του – και όχι μόνο, αν θυμηθούμε και τα παραδείγματα του Ιφικράτη Αμυρά και του Θεόδωρου Καρυπίδη– δεν είχε μόνο πολιτική διάσταση. Πρώτα φαίνεται να έγινε αντιληπτό ως επικοινωνιακή τακτική και αργότερα άρχισε να μεταλλάσει την ίδια την ατζέντα και τη σύσταση του κόμματος.

Παρότι η λογική των «διευρύνσεων» –που όλως τυχαίως, πάντα συντελούνται προς τα δεξιά– θα έλεγε κανείς ότι βρίσκεται στον πυρήνα της ανανεωτικής πτέρυγας του κόμματος, η οποία διαθέτει ένα μακρύ παρελθόν τέτοιων «φλερτ» ιδίως με τον χώρο του ΠΑΣΟΚ, δεν έγινε κυρίαρχη παρά όταν ο άλλοτε «ισορροπιστής» των διαφόρων τάσεων και συνιστωσών, Αλέξης Τσίπρας, αποφάσισε να εγκαταλείψει αυτόν τον ρόλο και να φορέσει το κουστούμι του μέλλοντα πρωθυπουργού. Η αλλαγή πρέπει να θεωρείται ήδη συντελεσμένη από τον Οκτώβριο του 2014, όταν η απάντηση που δέχεται ο Ρούντι Ρινάλντι από τον πρόεδρο του κόμματος, στην κριτική που του ασκεί για το σχέδιο «180-120», τουτέστιν την ανατροπή της κυβέρνησης Σαμαρά μέσα από την αποτυχία της να εκλέξει Πρόεδρο της Δημοκρατίας, είναι η επανάληψη του μάντρα ότι «η πολιτική είναι κυνική».2

Η πολιτική είναι πράγματι κυνική, αλλά ενδεχομένως, στο μυαλό της ηγετικής ομάδας, να απαντούσε στη δημοσιογραφία που είναι κυνικότερη. Η μιντιακή ταύτιση του ΣΥΡΙΖΑ από τον Δεκέμβριο του 2008 και εντεύθεν με κατηγορίες όπως «προστάτες των κουκουλοφόρων» και «φωλιά ακραίων στοιχείων», που θα ενταθούν όταν το κόμμα αρχίσει να αποκτά υπολογίσιμο δημοσκοπικό μέγεθος, είναι ο παράγοντας στον οποίο πολλά μέλη του ΣΥΡΙΖΑ αποδίδουν την αποτυχία του να γίνει κυβέρνηση στις εκλογές του 2012. Οι φωνές υπέρ των κεντρίστικων μετατοπίσεων πληθαίνουν και πυκνώνουν εντός του κόμματος· ηγεμονεύουν, αλλά δεν φαίνεται να εκφράζουν την πλει-οψηφία του. Σε άρθρο του στον Δρόμο της Αριστεράς τον Μάρτιο του 2014, με τίτλο «ΣΥΡΙΖΑ και Ορθοδοξία: Τι δεν καταλαβαίνουν οι επικριτές της Δούρου», απαντώντας στον μεγάλο αριθμό μελών και στελεχών του κόμματος που ενοχλήθηκαν από την απόφασή της υποψήφιας για την Περιφέρεια Αττικής να παραχωρήσει συνέντευξη στο «Αγιορείτικο Βήμα», ο Βασίλης Ξυδιάς συμπυκνώνει τις απόψεις της «δεξιάς» πτέρυγας, γράφοντας σε επιθετικό τόνο ότι «η πολλή συνέπεια στον φιλελεύθερο προοδευτισμό, ειδικά σε θέματα θρησκείας, έθνους κλπ, είναι το κατ’ εξοχήν σημείο σύμπτωσης όλων των εντός και εκτός κατεστημένου “προοδευτικών” (από τους κανονικούς νεοφιλελέ έως τους φιλελεύθερους αναρχικούς, των μεταμοντέρων νεοαριστερών περιλαμβανομένων). Η πρόταξη σήμερα αυτών των θεμάτων όχι μόνο δεν ενισχύει τον λαϊκό ριζοσπαστισμό, αλλά τον αποδιοργανώνει εισάγοντας άτοπες και άκαιρες διαιρέσεις».

Ο ίδιος αρθρογράφος θα προβεί σε σειρά παρόμοιων παρεμβάσεων εκείνη την περίοδο, σχεδόν πάντα απαντώντας στις εσωκομματικές κρίσεις πουγεννά η επικοινωνιακή στροφή του κόμματος. Στον λόγο του αποκρυσταλλώνεται η ρητορική αυτών που εφεξής θα ονομαστούν «προεδρικοί»: μια προσέγγιση που προκρίνει την άμβλυνση των πιο αριστερών και ριζοσπαστικών χαρακτηριστικών του κόμματος και τον εναγκαλισμό ενός νεο-συντηρητισμού, που θεωρούνταν διαβατήριο για τις μελλοντικές εκλογικές νίκες. Ο Βασίλης Ξυδιάς μιλούσε όμως ως μέλος του κόμματος. Μεγάλο μέρος της προπαγάνδισης αυτών των ιδεών και της υπονόμευσης των πολέμιών τους, που παρουσιάζονταν ως «βαρίδια για τον ΣΥΡΙΖΑ» ανατέθηκε σε κάποια περιφερειακά (έως και περιθωριακά, αν κρίνουμε από την απήχησή τους) σάιτ, ανώνυμα ή υπογεγραμμένα από συντάκτες που δεν ήταν μέλη του κόμματος, τα οποία αρχίζουν να ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια ταυτόχρονα με την έλευση του «επικοινωνιολόγου με την πόρσε», Δημήτρη Τζιώτη, ο οποίος, αφού έχει διεκδικήσει αποτυχημένα την προεδρία του ΠΑΣΟΚ απέναντι στον Γιώργο Παπανδρέου, προσγειώνεται στην Κουμουνδούρου το 2014 με απόφαση της ηγετικής ομάδας καιαναλαμβάνει τις καμπάνιες των ευρωεκλογών και της Ρένας Δούρου.

Η ίδια η εισαγωγή του όρου «προεδρικοί», μαρτυρά την ύπαρξη ενός σχίσματος στο κόμμα και δεν είναι μόνο η συνέντευξη στο «Αγιορείτικο Βήμα» και η απροειδοποίητη εμφάνιση ανεπιθύμητων υποψηφίων στις λίστες που το προκαλούν. Τα δύο συνθήματα έμπνευσης Τζιώτη που εμφανίζονται πέριξ των ευρωεκλογών, «Νέα Ελλάδα» και «25 Ψηφίζουμε, 26 Φεύγουν» δημιουργούν έντονες ενστάσεις· ιδίως το δεύτερο, που θεωρείται πως δημιουργεί προσδοκίες στις οποίες μία νίκη στις ευρωεκλογές δεν μπορεί να αντεπεξέλθει. Το γεγονός ότι ο διαχειριστής του επίσημου σάιτ για τις ευρωεκλογές αλιεύεται χωρίς τη συναίνεση των οργάνων του ΣΥΡΙΖΑ (όπως ακριβώς κι ο Τζιώτης) από τη δεξαμενή των σάιτ που έχουν αναλάβει εργολαβικά τα ξεκαθαρίσματα των εσωκομματικών «αντιπάλων», με ένα είδος γραφής που αναβίωνε τις χειρότερες στιγμές του Αυριανισμού, γίνεται αντιληπτό αφενός ως απαξίωση των διαδικασιών του κόμματος και αφετέρου ως επισημοποίηση της εισαγωγής προσώπων και πρακτικών ξένων προς τη μεγάλη πλειοψηφία των μελών του ΣΥΡΙΖΑ. Άλλα μικρότερα περιστατικά, όπως η συνάντηση της Ρένας Δούρου με τον Βαγγέλη Μαρινάκη σε ταβέρνα του Πειραιά, θα συνεισφέρουν στη διαμόρφωση ενός ανησυχητικού κλίματος για το μοντέλο διακυβέρνησης που έχει κατά νου η ηγεσία.

Η περίοδος από τις ευρωεκλογές μέχρι τον Ιανουάριο του 2015 είναι πιθανώς και η πιο «πυκνή» περίοδος της σχέσης του ΣΥΡΙΖΑ με κάθε είδους μέσο ενημέρωσης. Οι περιγραφές που κυκλοφορούν για τη χρήση των κοινωνικών δικτύων από στρατιές εντεταλμένων του ΣΥΡΙΖΑ έχουν αναμφίβολα ένα στοιχείο υπερβολής, αλλά το γεγονός ότι το κόμμα επένδυσε στη χρήση των κοινωνικών μέσων ως τρόπου επικοινωνίας είναι αδιαμφισβήτητο. Άλλωστε το μήνα των κρίσιμων εκλογών, τον Ιανουάριο του 2015 ο Αλέξης Τσίπρας επέλεξε να παραχωρήσει συνέντευξη μέσω twitter, με συντονιστή τον δημοσιογράφο Ματθαίο Τσιμιτάκη (ο οποίος αργότερα ανέλαβε τη διαχείριση του λογαριασμού του πρωθυπουργού), μετά το πέρας της οποίας διατυπώθηκαν ενστάσεις για την επιλογή των ερωτήσεων, τόσο από τα δεξιά όσο και από τα αριστερά.

Παράλληλα, ο ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκει και πετυχαίνει ένα μεγάλο άνοιγμα στον δημοσιογραφικό κόσμο. Στο ψηφοδέλτιο των ευρωεκλογών θατοποθετηθούν σε επιφανείς θέσεις ο Στέλιος Κούλογλου και ο Νίκος Ξυδάκης, με το σάιτ του πρώτου, το tvxs.gr, να φιλοξενεί τακτικά άρθρα γνώμης στη γραμμή των «προεδρικών» και τον δεύτερο να υπουργοποιείται λίγους μήνες μετά. Άλλοι δημοσιογράφοι ακολουθούν διαφορετικές ατραπούς δραστηριοποίησης στον ΣΥΡΙΖΑ. Έμπειροι δημοσιογράφοι που έχουν δουλέψει στα «συστημικά» media και ξέρουν τον χώρο «από τα μέσα», θα αναλάβουν σημαντικά πόστα. Ο Θ. Μιχόπουλος, με μεγάλη εμπειρία και προσωπικές γνωριμίες στα newsroom των μεγάλων καναλιών, αναλαμβάνει το γραφείο τύπου του πρωθυπουργού, μέχρι την αντικατάστασή του από τον Άγγελο Τσέκερη της «Αυγής». Άλλοι θα αναλάβουν τα περιφερειακά σάιτ, παρουσιάζοντας την συστημική προσαρμογή του ΣΥΡΙΖΑ ως απαίτηση της κοινωνίας και προτείνοντας δεξαμενές στελεχών και ψηφοφόρων που θα γεμίσουν το «κενό» το οποίο θα αφήσει η αδρανοποίηση ή και απομάκρυνση των αριστερών: αξίζει να αναζητήσει κανείς την αρθρογραφία του Στέφανου Μυτιληναίου στο tribune.gr, με τους μύδρους κατά της «λογικής του σκαντζόχοιρου» και τις εκκλήσεις για ανοίγματα στον χώρο του «πατριωτικού ΠΑΣΟΚ».

Ενάμιση χρόνο αργότερα, με την υπογραφή του 3ου μνημονίου, το σχίσμα θα γίνει ρήγμα. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα αρχίσει να φυλλορροεί και πρώην κυβερνητικά στελέχη –ακόμα και άλλοτε «πραξικοπηματικές» επιλογές του Τσίπρα, όπως ο Γιάνης Βαρουφάκης και η Ραχήλ Μακρή– θα βρεθούν στο στόχαστρο των ΜΜΕ όσο ακόμα ανήκουν στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ τα περιφερειακά σάιτ θα συνεχίσουν σχεδόν μέχρι σήμερα να επιδίδονται σε «δολοφονίες χαρακτήρων», προσπαθώντας πιθανώς να αποτρέψουν κάθε μελλοντική πολιτική ανάκαμψη. Η στάση απέναντι στη Ζωή Κωνσταντοπούλου είναι πολύ χαρακτηριστική.

Θα ήταν όμως σίγουρα μεγάλη λαθροχειρία να έλεγε κανείς ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της «εποποιίας» του ΣΥΡΙΖΑ η σχέση με τα media απλά υπαγόρευε μία επικοινωνιακή στρατηγική και βοηθούσε στα εσωτερικά ξεκαθαρίσματα. Όχι. Η τριβή με τα ΜΜΕ είναι αυτή που γαλούχησε τον κύκλο του Τσίπρα στα ενδότερα της πολιτικής και των πολυδαίδαλων διαδρόμων της, αλλά και μέσω αυτής ήταν που διέσωσε τα χαρακτηριστικά της ριζοσπαστικότητάς του, ακόμα κι όταν είχε μετακινηθεί σε μία ριζικά διαφορετική πολιτική λογική απ’ αυτή με την οποία ξεκίνησε.

Η ελπίδα παρέρχεται

Ο βρετανός δημοσιογράφος Πωλ Μέισον μάλλον ασχολήθηκε περισσότερο από όλους με την υπόθεση της ανόδου του ΣΥΡΙΖΑ. Απ’ την αρχή της ελληνικής κρίσης, βρέθηκε στην Αθήνα παρακολουθώντας την άνοδο της ακροδεξιάς και ήταν από τους πρώτους, αν όχι ο πρώτος, στον διεθνή τύπο που επιχείρησε να κάνει μια ιστορική αναλογία με τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Από ένα σημείο και μετά, το ενδιαφέρον του άρχισε να μονοπωλείται από το ανερχόμενο αριστερό κόμμα, το οποίο άρχισε να καλύπτει συστηματικά στην αρθρογραφία του. Αξιοποιώντας κάποιες παλιές γνωριμίες στην ελληνική Αριστερά, ο Μέισον παρακολουθεί τον αντιπολιτευόμενο –και αργότερα κυβερνώντα– ΣΥΡΙΖΑ στενά, με προσωπικές επαφές με τα πρωταγωνιστικά του πρόσωπα. Η αφήγησή του αυτή θα καταλήξει στο τετραμερές ντοκιμαντέρ “This is a coup” («Αυτό είναι πραξικόπημα», το γνωστό hashtag που κυριάρχησε στα κοινωνικά δίκτυα στις 13 Ιουλίου 2015) με παραγωγή του ίδιου και σκηνοθεσία της Θεόπης Σκαρλάτου. Το ντοκιμαντέρ φτάνει την καταγραφή του μέχρι τη συμφωνία που θα ανατρέψει το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Μία ήττα δηλαδή. Όμως ο αρχικός του τίτλος, όταν οι δημιουργοί του ξεκίνησαν να καταγράφουν την εκλογή του ΣΥΡΙΖΑ τον Ιανουάριο του 2015 και ζήτησαν λεφτά από το κοινό για να το γυρίσουν, είχε μια τελείως διαφορετική χροιά: «Τα όνειρα παίρνουν εκδίκηση».

Ο Τζιώτης, τα αυριανίστικ ασάιτ, τα εκκλησιαστικά και κίτρινα μέσα, οι εσωτερικές διαμάχες, η πολιτική που είναι κυνική και άλλα στοιχεία που συνέθεταν το πολιτικό οικοσύστημα του ΣΥΡΙΖΑ τη στιγμή της εκλογής του στην κυβέρνηση ελάχιστα προσομοιάζουν σε κάτι που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «ονειρικό». Πολλώ δε μάλλον αν συνυπολογίσουμε και πληροφορίες που βγήκαν αργότερα στη δημοσιότητα, όπως οι μυστικές συναντήσεις της ηγετικής ομάδας με μιντιάρχες στη γνωστή ιστορία της «γάτας Ιμαλαΐων». Όμως, τόσο το εγχώριο κοινό, που έβγαινε με έντονα πλήγματα από την τριετία Σαμαρά, όσο και το διεθνές, που έβρισκε στην άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ ένα αντιπαράδειγμα στη λιτότητα που θα υπονομεύσει τη δύναμη της ανερχόμενης ακροδεξιάς, χρειάζονταν με το παραπάνω κάποιο θετικό όραμα στη συγκυρία. Αυτότουλάχιστον μαρτυρούν οι τίτλοι του διεθνούς τύπου την περίοδο των εκλογών: «Νίκη του ΣΥΡΙΖΑ: Να πώς είναι η πολιτική της ελπίδας» (Owen Jones, The Guardian, 26/1/2015), «Οι νεαροί Έλληνες ελπίζουν πως μια νίκη του ΣΥΡΙΖΑ θα σώσει τη χαμένη τους γενιά» (Sally Hayden, Vice, 23/1/2015), «Η ελπίδα αρχίζει σήμερα: Η ιστορία της ανόδου του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία» (Paul Mason, The Guardian, 28/1/2015), «Νίκη του ΣΥΡΙΖΑ: Ένα ίχνος ελπίδας για την Ελλάδα;» (Gregoris Kalai, Huffington Post, 4/2/2015).

Το σύνθημα «Η Ελπίδα Έρχεται» ήταν αναμφίβολα το πιο επιτυχημένο απ’ όσα επινόησε το κόμμα για τις εκλογικές του μάχες. Ακόμα και οι πολέμιοί του σ’ εκείνη τη φάση, δύσκολα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι το πρόβλημα με τον ΣΥΡΙΖΑ είναι κάποιο άλλο απ’ το ότι μαζί του έρχεται μιασαρωτική αλλαγή, ακόμα κι αν γι’ αυτούς, το πρόσημό της ήταν αρνητικό. Όποια διάθεση κι αν έχει κανείς απέναντί του, όλος ο δημόσιος διάλογος συμφωνεί: ο ΣΥΡΙΖΑ είναι κάτι καινούργιο. Ωστόσο, το κόκκινο εορταστικό πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Τα Νέα» στην έκτακτη έκδοση της 26ης Ιανουαρίου 2015, έκανε εντύπωση στη διαχωριστική γραμμή που τράβαγε με την πρότερη αντιμετώπιση του ομίλου απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ. Κάτι καινούργιο ερχόταν, αλλά συγκεκριμένες κινήσεις δεν απέκλειαν το ενδεχόμενο να χωράει και κάτι απ’ το παλιό.

Η «ελπίδα» αντιστράφηκε ως σύνθημα του διεθνούς τύπου απ’ τις εκλογές του Σεπτεμβρίου και μετά και οι σημασίες του άλλαξαν. «Οι ειδικοί αντλούν ελπίδα από τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ» γράφει το CNBC στις 21/9/2015, ομνύοντας στη μνημονιακή στροφή που θαφέρει «σταθερότητα» στην Ελλάδα. «Οι Έλληνες ψάχνουν για ελπίδα αλλά ο δημόσιος τομέας παραμένει αχαλίνωτος» θα γράψει ο Telegraph στις 12/9/2015. Ο Guardian που είχε δείξει φιλική στάση στην άνοδο της Αριστεράς, θα επιστρέψει αποτυπώνοντας ένα γενικευμένο συναίσθημα για την υπόθεση του ΣΥΡΙΖΑ: «Η αβεβαιότητα αντικαθιστά την ελπίδα στον δρόμο για τις ελληνικές εκλογές». Οι δημοσιογράφοι του διεθνούς τύπου συνέχισαν να καλύπτουν την Ελλάδα, αλλά το ενδιαφέρον τους είχε πια φύγει από την κυβέρνηση και τα μέτρα λιτότητας και είχε μετατοπιστεί στο προσφυγικό ζήτημα. Η ειδησεογραφική «άπνοια» γύρω από την υπόθεση του Μνημονίου στον διεθνή τύπο μαρτυρά μια επιστροφή στην κανονικότητα, μία συνήθη εφαρμογή των μνημονιακών μέτρων χωρίς αναταράξεις.

Πράγματι, κοιτώντας σήμερα το μιντιακό είδωλο του κυβερνώντος κόμματος, θυμίζει πολύ περισσότερο ένα σύνηθες κόμμα εξουσίας. Δεν είναι μόνο το μεγάλο συμβάν των αδειών, ένα απότοκο της οποίας θα είναι το κανάλι Καλογρίτσα που ήδη μερικά μέσα έχουν σπεύσει να το βαφτίσουν «ΣΥΡΙΖΑ-TV», αλλά και μικρότερες κινήσεις που δείχνουν μια εμπλοκή στο πολιτικό-οικονομικό παιχνίδι με πιο ρεαλιστικούς όρους. Το «σκάνδαλο» που αλίευσε η αξιωματική αντιπολίτευση με το υποτιθέμενο «θαλασσοδάνειο» της «Αυγής» μπορεί να μην έχει πραγματική βάση στο σύνολό του,3 αλλά η απροθυμία του διευθύνοντα συμβούλου της εφημερίδας να αποκαλύψει την ταυτότητα του μετόχου που αγόρασε το 2,5% των μετοχών έναντι 100.000 ευρώ μέσω κυπριακής εταιρίας, παρότι δεν έχει κάτι το παράνομο, εγείρει υποψίες στο ευρύ κοινό.

Το κανάλι του Χρήστου Καλογρίτσα δεν δείχνει τελικά ότι θα γίνει το «ΣΥΡΙΖΑ-TV», όχι τουλάχιστον με τον τρόπο που περίμεναν οι επινοητές αυτού του τίτλου. Το όνομα του Κώστα Αρβανίτη αντικαταστάθηκε τελικά απ’ αυτό του Νίκου Ευαγγελάτου, ο οποίος, μετά το πέρας της θητείας του στο κανάλι Ε, θα αναλάβει να στελεχώσει το νέο σταθμό. Όταν όμως ο διευθυντής του ραδιοσταθμού «Στο Κόκκινο» ήταν ακόμα ο βασικός υποψήφιος για την ηγεσία του νέου σταθμού, πληροφορίες θέλουν να έχει επισκεφτεί τα παλιά στούντιο του Star στον Ταύρο μαζί με τον επιχειρηματία Δημήτρη Μάρη του ομίλου 24Media, διερευνώντας πιθανές τοποθεσίες για την εγκατάσταση του νέου τηλεοπτικού σταθμού.4

Τα πρόσωπα δεν έχουν αλλάξει· οι ρόλοι τους είναι που μετασχηματίζονται. Είναι εμφανές ότι συντελείται μια αναδιάταξη, δείγματα της οποίας ανιχνεύονται σ’ όλη τη σταδιοδρομία του κόμματος της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Κατά πόσο αυτή θα σηματοδοτήσει την παγίωση του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία ή την αρχή του τέλους του, μένει να αποδειχθεί εν καιρώ.

____

1 Μόνο το 11% δείχνει εμπιστοσύνη στους δημοσιογράφους και το 16% σε ειδησεογραφικούς οργανισμούς, ενώ μόνο τα 2/3 της χώρας (66%) έχουν μείνει να παρακολουθούν τις ειδήσεις και τα talk show της ελληνικής τηλεόρασης. Reuters Institute Digital News Report 2016, σελ. 46 και 110-112.
2 Ρούντι Ρινάλντι, συνέντευξη στους Κώστα Βλαχόπουλο, Θωμά Γιούργα, Χάρη Ζάβαλο και Μαρία Παρέντη για τη διαδικτυακή εκπομπή «Σου γυρίζει το μάτι», 13/7/2016.
Η αύξηση των εσόδων από τραπεζικές διαφημίσεις είναι λίγο-πολύ οριζόντια για όλες τις εφημερίδες εκείνη την εποχή και οι εισφορές της πράγματι δεν υπάρχει ένδειξη ότι προήλθαν από κρατική επιχορήγηση. Όσο για τον ισχυρισμό ότι το δάνειο εξυπηρετείται κανονικά σύμφωνα με τις καταθέσεις των ορκωτών λογιστών, δεν φαίνεται να αμφισβητείται από την εξεταστική επιτροπή.
4 Bλ. Λευτέρης Χαραλαμπόπουλος, «Τέσσερις (τηλεοπτικοί) γάμοι και μια megaλη κηδεία», Unfollow, τ. 56, Αύγουστος 2016.

About Γιάννης - Ορέστης Παπαδημητρίου (9 Articles)
Ο Γιάννης - Ορέστης Παπαδημητρίου έχει συνεργαστεί με εφημερίδες και διαδικτυακά μέσα και αποτελεί μέλος των συντακτικών ομάδων του περιοδικού UNFOLLOW και της αγγλόφωνης διαδικτυακής πλατφόρμας Athens Live.