Ο Τζιάνι Ανιέλι και η χρήσιμη Αριστερά

Η διακυβέρνηση της Αριστεράς δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές που όμνυε ότι θα καταργούσε. Αυτό όμως που εντυπωσιάζει με αυτή την κυβερνώσα αριστερά είναι η πλήρης απουσία ενός οράματος εξέλιξης για τη χώρα και τους πολίτες της.

Φωτογραφία: EUROKINISSI

Η άφιξη του Νίκου Ζαχαριάδη στην Ελλάδα το 1945 με μια βρετανική ντακότα, σηματοδότησε επίσημα την επιθυμία της Αριστεράς όχι απλά να συμμετάσχει στο νομή της εξουσίας, αλλά να την αναλάβει με δυναμικό τρόπο. Ο Ν. Ζαχαριάδης, το πρώτο πλήρως επαγγελματικό στέλεχος του ΚΚΕ και εκπαιδευμένο στη Σοβιετική Ένωση, κρίθηκε ως το κατάλληλο πρόσωπο γι’ αυτή την αποστολή. Αφού εξόντωσε ή περιθωριοποίησε ό,τι υπήρχε στο εσωκομματικό πεδίο πριν από την άφιξή του αλλά και όποιον άρθρωνε αντιπαραθετικό λόγο, απέρριψε τελικά την πολιτική διαπραγμάτευση και διεκδίκησε για λογαριασμό της Αριστεράς την ανάληψη της εξουσίας με τη δύναμη των όπλων.

Αγνοώντας ή μη θέλοντας να αποδεχθεί τον διεθνή συσχετισμό δυνάμεων, χωρίς πλήρη γνώση του εσωτερικού συσχετισμού, ο Ν. Ζαχαριάδης έπνιξε το εγχείρημα της Αριστεράς στον κύκλο του αίματος που δημιούργησε ο Εμφύλιος πόλεμος και κατέστησε την Αριστερά εξόριστη και διωγμένη από το πολιτικό σύστημα της χώρας, με συνέπειες που έφτασαν ως τη Μεταπολίτευση του 1974.

Ο χαμένος πόλεμος, η πολιτική εξορία, οι διώξεις δημιούργησαν ένα τεράστιο –συχνά υπόρρητο– κεφάλαιο για λογαριασμό της Αριστεράς. Την ίδια ώρα που το αστικό στρατόπεδο διαγκωνιζόταν για τη νομή της εξουσίας, η Αριστερά καλλιεργούσε το πολιτικό της κεφάλαιο, βασισμένο πάνω σε όρους όπως η ανεκπλήρωτη επανάσταση, ο προδομένος αγώνας, η ηρωική αντίσταση κ.ά.

Ο πολιτικός οδοστρωτήρας που άκουγε στο όνομα Ανδρέας Παπανδρέου μπορεί να δανείστηκε τα συνθήματα της Αριστεράς για να κυβερνήσει, αλλά στην πραγματικότητα δεν ανήκε ούτε στην ιστορία ούτε στο βίωμά της. Λειτούργησε ως ανάχωμα απέναντί της, αλλά –σε μια περίεργη τροπή της ιστορίας– έβαλε και αυτός το λιθαράκι του στην μετέπειτα έλευση της Αριστεράς στην εξουσία, δημιουργώντας ένα ζηλευτό πολιτικό πρότυπο και μια σειρά στελεχών πρόθυμων να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους κάποια χρόνια αργότερα στην κυβέρνησή της.

Ο Αλέξης Τσίπρας έμοιαζε ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη στιγμή. Ήταν γαλουχημένος στη ΚΝΕ, εξοπλισμένος με τα παράσημα των μαθητικών και φοιτητικών καταλήψεων, μετείχε στη ριζοσπαστικοποίηση του «κινήματος ενάντια στην παγκοσμιοποίηση», αλλά ήταν και μεγαλωμένος μέσα στην ευμάρεια της Μεταπολίτευσης. «Ανήκε στη γενιά που τραγουδούσε αντάρτικα γύρω από τις πισίνες», όπως γράφτηκε χαρακτηριστικά. Συνδύαζε ιδανικά την ιστορικότητα της Αριστεράς με τη ριζοσπαστικότητα των νεότερων κινημάτων.

Ακίνδυνος πολιτικά στην αρχή, ανέλαβε να φρεσκάρει το κουρασμένο πρόσωπο της Αριστεράς. Το καλό του ποσοστό στις δημοτικές εκλογές της Αθήνας (2006) και η αναπάντεχη προώθησή του στην αρχηγία του ΣΥΡΙΖΑ θα φέρουν στην επιφάνεια αυτό που μάλλον κάθε ηγέτης της Αριστεράς οφείλει να έχει στην πορεία προς την εξουσία: την επιθυμία να εξαφανίσει κάθε εστία εσωκομματικής αντιπολίτευσης. Ν. Κωνσταντόπουλος, Α. Αλαβάνος, Φ. Κουβέλης, όλοι έπεσαν κάτω από τις ερπύστριες του Τσίπρα. Λίγο αργότερα θα ακολουθούσαν και οι στενοί πολιτικοί φίλοι του νέου ηγέτη της Αριστεράς, ο Τ. Κορωνάκης, ο Γ. Σακελλαρίδης, η Ζ. Κωνσταντοπούλου κ.ά. Ο δρόμος της Αριστεράς προς την εξουσία χαρακτηριζόταν πάντοτε από εσωκομματικά ξεκαθαρίσματα.

Το κυβερνητικό αριστερό μωσαϊκό είναι έτοιμο: οι γέροντες της ανανεωτικής Αριστεράς των τελών της δεκαετίας του ’70 και του ’80 σε ρόλο Νέστορα, η γενιά του ’90, δηλαδή οι συνομήλικοι του Αλ. Τσίπρα, και τα «αναβαπτισθέντα» πρώην στελέχη του ΠΑΣΟΚ με το χρήσιμο πάντα κυβερνητικό know-how που εξαγνίζονταν από το άγος του Μνημονίου, συγκροτούν πλέον τον κορμό της κυβερνητικής Αριστεράς διατεινόμενοι ότι εκφράζουν όλες τις διαφορετικές πτυχές της. Όλοι χωράνε πλέον στο αφήγημα, που θα λάβει και τον θελκτικό τίτλο «Πρώτη Φορά Αριστερά».

Αυτή η κυβερνητική Αριστερά έχει μάθει όμως από τα στρατηγικά λάθη της Αριστεράς από την οποία αντλεί τη νομιμοποίηση της. Φλερτάρει ανοικτά με τον αμερικανικό παράγοντα, κατηγορεί τους Ευρωπαίους στο εσωτερικό αλλά χαριεντίζεται μαζί τους στο εξωτερικό, διακηρύσσει ανέφικτες ευρωπαϊκές επαναστάσεις, χαϊδεύει με κυνισμό πολιτικούς φορείς με τους οποίους θεωρητικά δεν έχει καμία ιδεολογική συγγένεια αλλά εξυπηρετούν τον στόχο της, την κατάληψη της εξουσίας. Η νέα ιδεολογική και κοινωνική συμμαχία, που μπορεί να εμπεριέχει εθνολαϊκιστικές, ρατσιστικές και επαναστατικές ιδέες μαζί, ομογενοποιείται στο δημοψήφισμα του καλοκαιριού του 2015. Το Μνημόνιο δεν θα σκιστεί αλλά η αριστερή κυβέρνηση μαθαίνει το ακροατήριο της.

Η κυβερνητική Αριστερά δεν δυσκολεύεται να καταλάβει την εξουσία. Το παλαιό πολιτικό σύστημα δεν έχει ούτε εφεδρείες, ούτε όραμα και βαρύνεται με τα πάντα. Αντίθετα, η κυβερνητική Αριστερά υπόσχεται τα πάντα. Το στιγμιότυπο με τον Τσίπρα να υπόσχεται σε μια ηλικιωμένη γυναίκα τη διασφάλιση της σύνταξής της αποτελεί μια από τις πιο χαρακτηριστικές εικόνες τραγικής ειρωνείας αυτής της διακυβέρνησης.

Η διακυβέρνηση της Αριστεράς δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τις «νεοφιλελεύθερες» πολιτικές που όμνυε ότι θα καταργούσε. Λιμάνια, περιφερειακά αεροδρόμια, ΟΣΕ, Ελληνικό, όλα προωθούνται προς ιδιωτικοποίηση με ρυθμούς τόσο ταχείς που θα τους ζήλευε κάθε μνημονιακή κυβέρνηση. Υπάρχει βέβαια το μοτίβο του τεθλιμμένου υπουργού: ο Σπίρτζης, ο Σκουρλέτης, ο Δρίτσας περνάνε τον «κλαυθμό και οδυρμό» σε άλλο επίπεδο, την ίδια στιγμή που υπογράφουν τα πάντα επιβεβαιώνοντας ότι η παραμονή στην εξουσία είναι το καλύτερο κίνητρο.

Αφού δεν υπάρχει άρτος γίνεται προσπάθεια να προσφερθεί άπλετο θέαμα. Η απίθανη ιστορία όπου για να διενεργηθεί ένας διαγωνισμός τηλεοπτικών αδειών άνθρωποι πρέπει να κλειστούν σ’ ένα κτήριο για τρεις μέρες και να τζογάρουν σα να παίζουν πόκα έγινε προσπάθεια να σερβιριστεί ως η «ταπείνωση των ισχυρών» από την κυβέρνηση της Αριστεράς. Παράλληλα ενεργοποιείται μια προσπάθεια πυροδότησης κοινωνικών μετώπων, με αιχμή του δόρατος τις οξείες επιθέσεις του αναπληρωτή υπουργού Υγείας Π. Πολάκη. Οι κακοί εργαζόμενοι των καναλιών που κλείνουν, οι «άριστοι», οι πλούσιοι, τα ιδιωτικά σχολεία, συνεχώς επινοείται ένας εχθρός που θα διεγείρει τον κοινωνικό αυτοματισμό και θα δημιουργήσει συσπείρωση στο κομματικό ακροατήριο με την απειλή της επανόδου του παλαιού πολιτικού κόσμου να προβάλλει ως το απόλυτο κακό.

Έλλειψη οράματος

Αυτό όμως που εντυπωσιάζει με αυτή την κυβερνητική Αριστερά είναι η έλλειψη ενός οράματος εξέλιξης για τη χώρα και τους πολίτες της. Οι υποσχέσεις για την παραγωγική ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας, την κατάργηση των άδικων φόρων, το νέο μοντέλο τουριστικής πολιτικής, το αδιαπέραστο κοινωνικό δίκτυ που δεν θα θιγόταν (ειδικά στο κομμάτι των συντάξεων), η κοινωνική ισότητα, η δίκαιη ανακατανομή, η διαπραγμάτευση της αξιοπρέπειας που θα αποκαθιστούσε τις μεγάλες αδικίες δεν ήταν απλώς λεκτικά σχήματα, προβάλλονταν ως άμεσες πολιτικές πράξεις που θα ακολουθούσε η κυβέρνηση. Κι όμως οι ανάσες ελπίδας, οι όρκοι στην πιστή εφαρμογή του Συντάγματος, τα καθησυχαστικά σποτ με τους μετεωρίτες που δεν θα προσγειώνονταν στην Ελλάδα, όλα αυτά πήγαν περίπατο μετά την ανάληψη της εξουσίας. Νέες προτεραιότητες ήρθαν στο προσκήνιο. Μετεωρίτες μπορεί να μην προσγειώθηκαν, αλλά βόμβες έσκασαν: Η φτωχοποίηση ξαφνικά αναγνωρίζεται ως μια αναγκαιότητα, που ίσως και να ενεργοποιήσει τον ριζοσπαστισμό των πολιτών προς τα αριστερά, ο εξισωτισμός προς τα κάτω γίνεται ιδεολογικό πρόταγμα, οι δικηγόροι εγκαλούνται γιατί φοράνε γραβάτες, οι πολίτες καλούνται να μην αγοράζουν εισαγόμενα προϊόντα, οι ελεύθεροι επαγγελματίες μετατρέπονται σε θηράματα για κυνήγι. Η εξαγγελθείσα παραγωγική ανασυγκρότηση της οικονομίας μετατρέπεται στην επιβολή και άλλων φόρων, ο ΕΝΦΙΑ που θα καταργούνταν αυξάνεται, οι περικοπές σε μισθούς και συντάξεις παγιώνονται.

Η φράση του γνωστού ιταλού βιομήχανου Τζιάνι Ανιέλι που έχει γνωρίσει διάφορες παραλλαγές και η οποία αποδίδεται περίπου ως «Υπάρχει ένα είδος Αριστεράς που είναι πιο χρήσιμη από τη Δεξιά. Πρόκειται για εκείνη την Αριστερά που μπορεί να κάνει όλα όσα δεν θα μπορούσε να κάνει η Δεξιά», μοιάζει να ταιριάζει γάντι στη περίπτωση της ελληνικής «Πρώτη Φορά Αριστεράς», η οποία έχει την ικανότητα με ευκολία να υιοθετεί πολιτικές που πριν κατήγγειλε, να τις αιτιολογεί με το επιχείρημα της αναγκαιότητας και του κοινωνικού μετασχηματισμού σε εξέλιξη, που κάποτε θα υλοποιηθεί, και να τις εφαρμόζει σε μια κοινωνία που παρακολουθεί πια αμήχανη, μουδιασμένη, εξαντλημένη.

About Στέφανος Καβαλλιεράκης (1 Article)
Ο Στέφανος Καβαλλιεράκης είναι ιστορικός, Δρ. Μεσογειακών και Ανατολικών Σπουδών, Στρασβούργο