Από τους αγανακτισμένους στο Eurogroup: Η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ προς την κυβέρνηση

Οι αντίπαλοί του εξακολουθούν, σαν από αδράνεια, να κατηγορούν τον ΣΥΡΙΖΑ για τα ίδια πράγματα που τον κατηγορούσαν πάντα. Όμως, μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015, ο ΣΥΡΙΖΑ ολοκλήρωσε τη μετάλλαξή του, με τους εσωκομματικούς του διαφωνούντες πια εκτός Βουλής και με τα «γκρουπούσκουλα» που τον έφεραν στην εξουσία πλέον αποδεκατισμένα. Το πώς έφτασε ως εδώ αποτελεί ένα από τα πιο συγκλονιστικά φαινόμενα της πρόσφατης πολιτικής ιστορίας.

Φωτογραφία: EUROKINISSI

Τι ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ το 2009, τότε που ακόμη μαζεύονταν τα σύννεφα της κρίσης; Η εφημερίδα Το Βήμα, τον Αύγουστο εκείνης της χρονιάς, έδινε την γεμάτη δημοσιογραφική αυτοπεποίθηση απάντηση: ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν «στα πρόθυρα διάλυσης».

Στην πραγματικότητα, θα έπρεπε να πασχίσει κανείς εκείνον τον καιρό για να βρει, στην πολιτική ή στη δημοσιογραφική πιάτσα, κάποιον που να διαφωνεί με αυτή την εκτίμηση. Μετά τη δημοσκοπική εκτίναξη του ΣΥΡΙΖΑ το καλοκαίρι του 2008, που είχε ξεπεράσει το 17%, το ποσοστό των ευρωεκλογών του 2009 είχε φτάσει μόλις το 4,7%, ενώ στις βουλευτικές εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009, που έφεραν το ΠΑΣΟΚ πανηγυρικά στην εξουσία, το ποσοστό του ΣΥΡΙΖA μένει περίπου το ίδιο. Οι συνεχιζόμενες διενέξεις μεταξύ του Αλέκου Αλαβάνου και του Αλέξη Τσίπρα, καθώς και η πίεση της «ανανεωτικής πτέρυγας» για αποχώρηση του Συνασπισμού από τον ΣΥΡΙΖΑ, δίνουν μια εικόνα που τα ΜΜΕ παρουσιάζουν ως τραγέλαφο. Η Καθημερινή γράφει: «Το αξιοσημείωτο δεν είναι πως ο κ. Τσίπρας θεωρεί τον εαυτό του καπετάνιο. Είναι πως καπετάνιους έχουν μόνο τα μεγάλα πλοία. Τα μικρά, που παίρνουν 4,7 στις ευρωεκλογές, έχουν βαρκάρηδες, που παλεύουν ολημερίς με τα δολώματά τους να ξεγελάσουν τα ψάρια, μήπως και γεμίσουν τη βάρκα».

Έναν χρόνο αργότερα, τα χειρότερα έρχονται: η διάσπαση γίνεται αναπόφευκτη, η «ανανεωτική πτέρυγα» αποχωρεί και ο Φώτης Κουβέλης ιδρύει τη Δημοκρατική Αριστερά. Ο Αλέξης Τσίπρας μένει δίχως αντίπαλο τόσο στον Συνασπισμό όσο και στον ΣΥΡΙΖΑ (αν εξαιρέσει κανείς την κάθοδο του Α. Αλαβάνου στις περιφερειακές εκλογές απέναντι στον Αλέξη Μητρόπουλο, την οποία ο Α. Τσίπρας είχε χαρακτηρίσει «πολιτικό έγκλημα» σε βάρος του ΣΥΡΙΖΑ). Αλλά τι σημαίνει, εκείνη την εποχή, να είναι κανείς δίχως αντίπαλο στον ΣΥΡΙΖΑ; Ο ΣΥΡΙΖΑ, στα μάτια του περισσότερου κόσμου, δεν είναι παρά ο ασήμαντος Συνασπισμός (των «κινημάτων και της οικολογίας» από κάποια χρόνια) μαζί με μια χούφτα ακόμη πιο ασήμαντους τρελούς που ασχολούνται με την «αντι-παγκοσμιοποίηση», τους μετανάστες και υπερασπίζονται –όπως μόνο το ΚΚΕ θα μπορούσε να το διατυπώσει– «κουκουλοφόρους». Η Αριστερά, τη στιγμή που ξεσπάει η κρίση, μοιάζει να έχει αποβληθεί από το οπτικό πεδίο της κοινωνίας. Μεγάλο μέρος της διανόησής της είναι αφομοιωμένο από χρόνια στον «εκσυγχρονισμό» και οι κινηματικές της δυνάμεις βρίσκονται περιθωριοποιημένες από τη σχετική ευημερία της μικροαστικής τάξης.

Τι συνέβη λοιπόν; Τι άλλαξε; Πώς από αυτό το σημείο, μέσα σε μόλις μια διετία, ο ΣΥΡΙΖΑ έφτασε να είναι αξιωματική αντιπολίτευση, μέσα σε τέσσερα χρόνια έφτασε να είναι πρώτο κόμμα στις ευρωεκλογές και μέσα σε μια πενταετία βρέθηκε στην κυβέρνηση;

Μια απάντηση που δίνεται συχνά είναι πως «καβάλησε το κύμα». Αυτό είναι σωστό. Έχει όμως δύο προϋποθέσεις που δεν είναι τόσο προφανείς όσο εκ πρώτης όψεως φαίνονται: Πρώτον, πρέπει να υπάρχει κύμα. Και, δεύτερον, πρέπει να ξέρεις πώς να το καβαλήσεις.

Μ’ άλλα λόγια, πρέπει να αντιληφθεί κανείς ότι την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ προς την εξουσία την καθορίζουν δύο κατηγορίες αιτίων. Η μία έχει να κάνει με τη συγκυρία και συνοψίζεται σε δύο παράγοντες: Πρώτον, στην αδυναμία του πολιτικού και οικονομικού κατεστημένου της χώρας, λόγω της ευρωπαϊκής πολιτικής αντιμετώπισης της κρίσης, να συνεχίσει να παρέχει το επίπεδο ευημερίας, στο οποίο βασιζόταν το «κοινωνικό συμβόλαιο» που ίσχυε ως τότε, και η απίστευτη σκληρότητα με την οποία το σύστημα αυτό κατέστειλε τις κοινωνικές αντιδράσεις. Δεύτερον, η ριζοσπαστικοποίηση της μικροαστικής τάξης, που απονομιμοποιεί το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα, αποσύροντας τη συναίνεσή της στους χειρισμούς του.

Η δεύτερη κατηγορία αιτίων της ανόδου του ΣΥΡΙΖΑ έχει να κάνει με τις επιλογές του, ανάμεσα στις οποίες κομβικές είναι οι εξής τρεις: Πρώτον, να μην αποβάλει, με μια αποχώρηση του Συνασπισμού από τον ΣΥΡΙΖΑ, τα κινηματικά στοιχεία αλλά να εξακολουθήσει να αποτελεί ένα μόρφωμα συνιστωσών, όσο και αν αυτό τον κάνει προς στιγμήν να φαίνεται ανοργάνωτος και περιθωριακός. Δεύτερον, να αναπτύξει δύο ρητορικές: μία που να εμπνέεται από την επαφή κάποιου μέρους της βάσης του με την αγανάκτηση του κόσμου και μία που να ενσωματώνεται σταδιακά σε ένα πρόταγμα πιο «εθνικοπατριωτικό». Τρίτον, να συνειδητοποιήσει με απόλυτο κυνισμό ότι στόχος του είναι η κατάκτηση της εξουσίας ή –όπως εύστοχα το είχαν θέσει άνθρωποι από την εσωκομματική τάση του Νίκου Παππά– η «μοναδική κόκκινη γραμμή είναι να μην είμαστε αριστερή παρένθεση».

Όταν ξεσπάει η κρίση, τα δύο μεγάλα κόμματα της Μεταπολίτευσης έχουν προσχωρήσει από καιρό σ’ αυτό που ονομάζουμε «πολιτικές της συναίνεσης». Η πιο χαρακτηριστική πολιτική έκφραση της ιστορικής περιόδου της μεταδημοκρατίας, οι πολιτικές της συναίνεσης, σημαίνουν πως ο πολιτικός ανταγωνισμός διεξάγεται πλέον στη βάση όχι της θεμελιώδους διαφοράς κοσμοαντιλήψεων αλλά των διαφορετικών προσεγανοργάνωτος και περιθωριακός. Δεύτερον, να αναπτύξει δύο ρητορικές: μία που να εμπνέεται από την επαφή κάποιου μέρους της βάσης του με την αγανάκτηση του κόσμου και μία που να ενσωματώνεται σταδιακά σε ένα πρόταγμα πιο «εθνικοπατριωτικό». Τρίτον, να συνειδητοποιήσει με απόλυτο κυνισμό ότι στόχος του είναι η κατάκτηση της εξουσίας ή –όπως εύστοχα το είχαν θέσει άνθρωποι από την εσωκομματική τάση του Νίκου Παππά– η «μοναδική κόκκινη γραμμή είναι να μην είμαστε αριστερή παρένθεση».

Όταν ξεσπάει η κρίση, τα δύο μεγάλα κόμματα της Μεταπολίτευσης έχουν προσχωρήσει από καιρό σ’ αυτό που ονομάζουμε «πολιτικές της συναίνεσης». Η πιο χαρακτηριστική πολιτική έκφραση της ιστορικής περιόδου της μεταδημοκρατίας, οι πολιτικές της συναίνεσης, σημαίνουν πως ο πολιτικός ανταγωνισμός διεξάγεται πλέον στη βάση όχι της θεμελιώδους διαφοράς κοσμοαντιλήψεων αλλά των διαφορετικών προσεγγίσεων στη διαχείριση οικονομικών και πολιτικών αξιωμάτων που όλοι αποδεχόμαστε. Έτσι, οι οξείες διαφορές ανάμεσα στα μεγάλα κόμματα που είχαν γεννηθεί ως εκπρόσωποι διαφορετικών κοινωνικών ομάδων και συμφερόντων, αμβλύνονται. Ο εκσυγχρονισμός δίνει τη σκυτάλη στον «μεσαίο χώρο», ο πολιτικός ανταγωνισμός γίνεται σε μεγάλο βαθμό προσχηματικός, η πολιτική ταυτίζεται με τη διαχείριση και το μεγαλύτερο μέρος των πολιτών αδιαφορεί για το πολιτικό σύστημα και το πώς αυτό χρησιμοποιεί την εξουσία του.

Η έλευση της κρίσης

Οι πρώτες ρωγμές σ’ αυτή την ισορροπία εμφανίζονται με τα αλλεπάλληλα σκάνδαλα της διακυβέρνησης Καραμανλή, τις φοιτητικές κινητοποιήσεις του 2006-2007 και την εξέγερση του Δεκεμβρίου 2008. Οι ρωγμές πολλαπλασιάζονται όταν, ξαφνικά, η κυβέρνηση Καραμανλή ανακοινώνει πως η οικονομία, καίτοι «θωρακισμένη», αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα. Το μεγάλο χτύπημα στο γυαλί της συναίνεσης, όμως, το καταφέρνει η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου με την ανακοίνωση της προσφυγής της χώρας σε «μηχανισμό στήριξης».

Όλο αυτό το διάστημα που η μεταπολιτευτική ισορροπία της χώρας κλυδωνίζεται, ο ΣΥΡΙΖΑ ασκεί αντιπολίτευση αλλά αυτό που εξακολουθεί να απασχολεί περισσότερο την ευρύτερη δημοσιότητα είναι ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας. Μόνο που ενώ μέχρι τότε η γεύση της δημόσιας παρουσίας του έχει περισσότερο μια αύρα lifestyle –λόγου χάρη, με την περίφημη νεότητά του ή με την μετανάστρια σύνοδό του στο Προεδρικό Μέγαρο–, λίγο λίγο κάνει την εμφάνισή της μια πολιτική αποτίμηση που θυμίζει την κριτική που είχε ασκηθεί στον ΣΥΡΙΖΑ το 2008: ότι είναι προστάτης της «ανομίας» στη χώρα.

Στις 5 Μαΐου 2010, δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές κατέκλυσαν το κέντρο της Αθήνας διαμαρτυρόμενοι κατά του επερχόμενου Μνημονίου. Στη διάρκεια της διαδήλωσης, τρεις άνθρωποι, η Παρασκευή Ζούλια, ο Επαμεινώνδας Τσακάλης και η Αγγελική Παπαθανασοπούλου (η οποία, όπως δημοσιοποιήθηκε, ήταν έγκυος) έχασαν τη ζωή τους όταν άγνωστοι έβαλαν φωτιά στο υποκατάστημα της τράπεζας Marfin, στην οδό Σταδίου. Ακολούθως, τα περισσότερα ηλεκτρονικά ΜΜΕ και οι εφημερίδες της επόμενης μέρας, υποβαθμίζουν ή εξαφανίζουν το γεγονός της διαδήλωσης –με την εξαίρεση, τότε, της Ελευθεροτυπίας– και επικεντρώνονται στους θανάτους. Η επίθεση στον ΣΥΡΙΖΑ ξεκινάει από την εφημερίδα Τα Νέα, η οποία δημοσιεύει ότι αυτοί που έκαψαν τη Marfin βγήκαν από το μπλοκ του ΣΥΡΙΖΑ, όπου συμμετείχαν και δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, κάτι που διαψεύδεται. Παρότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι το πρώτο πολιτικό κόμμα που με δήλωσή του καταδίκασε τη δολοφονία και έκανε έκκληση για την εξιχνίασή της, η κατηγορία ότι με κάποιο τρόπο «σχετίζεται» ή, έστω, «δεν καταδικάζει» τις δολοφονίες της Marfin θα τον συνοδεύει έκτοτε. Χαρακτηριστικά, τέσσερα χρόνια αργότερα, ο πλειστάκις υπουργός, πρώην υψηλό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ και πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Θεόδωρος Πάγκαλος θα πει, έστω και δίχως το παραμικρό στοιχείο: «Δε σκοτώσανε; Η Marfin ήταν μια τράπεζα όπου το μπλοκ του ΣΥΡΙΖΑ έκαψε τρεις ανθρώπους. Εκάησαν τρεις υπάλληλοι ενώ ένα μπλοκ εκατοντάδων ανθρώπων μπροστά στην πόρτα της τράπεζας φώναζε “έτσι πεθαίνουν οι απεργοσπάστες”. Γιατί είχαν σημαίες του ΣΥΡΙΖΑ; Από βίτσιo;».

Έχει ένα ενδιαφέρον, όμως, να αναρωτηθεί κανείς για ποιον λόγο εκείνη τη στιγμή, όταν ακόμη ο ΣΥΡΙΖΑ είναι μια ισχνή πολιτική δύναμη και τίποτε δεν προδιαθέτει για την άνοδό του, να δέχεται τόσο σφοδρή επίθεση που τον τοποθετεί στο κέντρο της δημοσιότητας; Είναι φανερό ότι από τότε το πολιτικό σύστημα και τα συνδεδεμένα με αυτό ΜΜΕ προσπαθούν να επινοήσουν ένα αντιπαράδειγμα, ώστε να εμφανίσουν τα κόμματα που υποστηρίζουν τα μέτρα –αρχικά το ΠΑΣΟΚ, προοδευτικά και τη ΝΔ– ως «υπεύθυνες» δυνάμεις και, βέβαια, την καταστολή που χρησιμοποιούν ως «πάταξη της ανομίας» και όχι ως καταστρατήγηση δημοκρατικών δικαιωμάτων. Στην προσπάθειά του να βάψει όλες τις κοινωνικές διαμαρτυρίες με τη μπογιά της «ανομίας», το πολιτικό και μιντιακό σύστημα αναδεικνύει έναν νέο παίκτη στη δημοσιότητα. Έτσι, ο ΣΥΡΙΖΑ αναδεικνύεται στον μείζονα υπέρμαχο των κοινωνικών διαμαρτυριών σε κομματικό επίπεδο –όχι ακριβώς ερήμην του, διότι η βάση του φυσικά συμμετέχει, αλλά σίγουρα όχι βάσει δικού του σχεδίου.

Αυτό που ο ΣΥΡΙΖΑ κάνει, από την πλευρά του, τόσο στο επίπεδο των συνιστωσών του όσο και στο αρχηγικό επίπεδο, είναι να αναμετριέται ευθέως με αυτή την επίθεση και να αναλαμβάνει θέματα δύσκολα, στα οποία σχεδόν σύσσωμο το πολιτικό και μιντιακό σύστημα της χώρας –και μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης– βρίσκεται απέναντι.

Μια χαρακτηριστική τέτοια στιγμή είναι η απεργία πείνας των τριακοσίων μεταναστών, τον Ιανουάριο του 2011, αρχικά στη Νομική Αθηνών και ύστερα στο Μέγαρο Υπατία της οδού Πατησίων. Η δήλωση της Ντόρας Μπακογιάννη, επικεφαλής εκείνη την περίοδο του βραχύβιου κόμματος «Δημοκρατική Συμμαχία», συνοψίζει μάλλον τις πολλές αντίστοιχου πνεύματος δηλώσεις που έγιναν τότε: «Οι γνωστοί άγνωστοι, κατ’ επάγγελμα παρανομούντες της μηδενιστικής αριστεράς, έπιασαν πάλι δουλειά». Φυσικά, το να εγκαλείς την Αριστερά για υποστήριξη στους μετανάστες έχει μια διάσταση παραλογισμού από μόνο του: η υποστήριξη στους μετανάστες αποτελεί περιεχόμενο της έννοιας «Αριστερά» –είναι κάπως σαν να κατηγορείς τον φεμινισμό για υποστήριξη στις γυναίκες! Πράγματι, πάντως, στην υποστήριξη και στην αλληλεγγύη προς τους απεργούς πείνας συμμετέχουν τότε πάρα πολλοί και πολλές, όχι μόνο προσκείμενοι στον ΣΥΡΙΖΑ αλλά και από την εξωκοινοβουλευτική Αριστερά, διάφορες κινηματικές οργανώσεις, καθώς και τον αντιεξουσιαστικό χώρο. Είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, όμως, που θα αναλάβει στην κεντρική πολιτική σκηνή την υπεράσπιση της υπόθεσης αυτής με την επίσκεψη του Αλέξη Τσίπρα στο Μέγαρο Υπατία, από όπου θα δηλώσει: «Οι απεργοί δεν παίζουν, όπως κάποιοι νομίζουν. Προσφέρουν την ίδια τους τη ζωή. Η κυβέρνηση παίζει. Παλινωδεί εδώ και αρκετές μέρες. Δε γνωρίζω αν αυτό οφείλεται σε αδυναμία ενδοκυβερνητικής συνεννόησης, αν αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι έχει αποφασίσει μια συγκεκριμένη στάση στο μεταναστευτικό για να χαϊδεύει τα αφτιά της κοινής γνώμης. Όμως εδώ έχουμε φτάσει στο σημείο μηδέν. Η κυβέρνηση πρέπει άμεσα να έρθει σε επαφή με τους απεργούς και να ικανοποιήσει τα δίκαια αιτήματά τους. Βεβαίως πρέπει να αλλάξει ρότα και στη μεταναστευτική πολιτική».

Για όλο αυτό το διάστημα, λοιπόν, που το μεταπολιτευτικό πολιτικό σύστημα απονομιμοποιείται και αποσταθεροποιείται, ο ΣΥΡΙΖΑ αναδεικνύεται σε ηχηρό «παίκτη» στη δημοσιότητα, χάρη στην επιλογή του να συνεχίσει να έχει σχέση με τον «αριστερισμό» που τόσο ενοχλούσε την «υπεύθυνη» ανανεωτική του πτέρυγα. Τα τμήματα εκείνα του ΣΥΡΙΖΑ που έχουν πείρα από το μέτωπο των διαμαρτυριών της αντιπαγκοσμιοποίησης και τα κινήματα αλληλεγγύης στους μετανάστες αποτελούν τώρα τους οργανικούς συνδέσμους του με την αυξανόμενη ένταση της αντικυβερνητικής δυσαρέσκειας που εκδηλώνεται στους δρόμους, ενώ ταυτόχρονα η συγκυρία του έχει δώσει τη δυνατότητα να μιλάει, μέσω ενός «νέου» και «άφθαρτου» αρχηγού, σε πολύ ευρύτερα ακροατήρια.

Σιγά σιγά, ο ΣΥΡΙΖΑ συνδέεται με την υποστήριξη όλων των διαμαρτυρόμενων ομάδων και στρωμάτων, από την Κερατέα ως τις Σκουριές Χαλκιδικής και από τους εκπαιδευτικούς και τους γιατρούς ως το Κίνημα «Δεν Πληρώνω». Ακόμη και στις περιπτώσεις –και δεν είναι λίγες– όπου το σώμα των κινηματικών και των αλληλέγγυων το τροφοδοτούσαν περισσότερο άλλα τμήματα της (εξωκοινοβουλευτικής) Αριστεράς, ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ αυτός που εξέφραζε τον κεντρικό πολιτικό λόγο. (Το γεγονός ότι η εξωκοινοβουλευτική Αριστερά όχι μόνο το ανέχθηκε αυτό αλλά το ενίσχυσε κιόλας, δεχόμενη να πορευτεί μετωπικά με τον ΣΥΡΙΖΑ, ειδικά καθώς ανέπτυσσε μεγαλύτερη δυναμική, είναι κάτι που πολλοί θα μετανιώσουν αργότερα). Εντούτοις, η απονομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος δεν θα αρκέσει. Ο ΣΥΡΙΖΑ εξακολουθεί να απέχει από μια μαζική απεύθυνση. Κι έτσι θα εξακολουθήσει ως την κομβική στιγμή του καλοκαιριού του 2011.

Οι πλατείες των Αγανακτισμένων

Το καλοκαίρι των «Αγανακτισμένων» είναι μια εξαιρετικά σημαντική πολιτική εξέλιξη, που έχει συστηματικά υποβαθμιστεί τόσο σε επίπεδο ειδικής μελέτης όσο και στον δημόσιο λόγο. Για την ερμηνεία της κυριάρχησαν απλοϊκά σχήματα, όπως η «πάνω» και η «κάτω» πλατεία και η «επίθεση στον κοινοβουλευτισμό». Στην πραγματικότητα, επρόκειτο για κάτι πρωτοφανές: μια ριζοσπαστικοποίηση των μικροαστών. Αν είχε ένα χαρακτηριστικό, αυτό ήταν ότι ξαφνικά τα μέλη της κατεξοχήν ιδιωτεύουσας τάξης έρχονταν σε επαφή μεταξύ τους. Τα φώτα της δημοσιότητας τα μονοπωλούσε η Πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα, όμως το ίδιο καλοκαίρι σε πάρα πολλές πόλεις σε όλη τη χώρα και σε πάρα πολλές γειτονιές αυτών των πόλεων, στήθηκαν συνελεύσεις κατοίκων. Οι μικροαστοί, που το στερεότυπο τους ήθελε να βρίσκονται στον καναπέ τους, οι άνθρωποι που θεωρούνταν οι κατεξοχήν «χωρίς πολιτική συνείδηση», βρίσκονταν όλοι μαζί. Δεν ήταν εδώ τα οργανωμένα συνδικάτα, οι διαμαρτυρόμενοι με μέθοδο κι οργανωσιακή εμπειρία. Εδώ ήταν οι άνθρωποι που περισσότερο από όλους στερούνταν πολιτική εκπροσώπηση και που έβλεπαν το σημαντικότερο αγαθό τους να απειλείται: την εξασφάλιση. Και για να το διασώσουν, αποδεικνύονταν ξαφνικά διατεθειμένοι να αμφισβητήσουν τα πάντα.

Στις 28-29 Ιουνίου 2011, την ώρα της ψήφισης του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής, η Ελληνική Αστυνομία εκτόξευσε χιλιάδες δακρυγόνα και ασφυξιογόνα κατά των διαδηλωτών στο Σύνταγμα και προέβη σε βιαιότητες που προκάλεσαν ταραχή σε διεθνές επίπεδο. Το διήμερο εκείνο, παρά τον όγκο των διαδηλωτών έξω από τη Βουλή και παρά το γεγονός ότι το νομοσχέδιο είχε εισαχθεί με τουλάχιστον αμφιλεγόμενο κοινοβουλευτικά τρόπο, το Μεσοπρόθεσμο υπερψηφίστηκε με φόντο την μεγαλύτερη σε ένταση κρατική καταστολή που η χώρα είχε γνωρίσει από δεκαετίες. Για πρώτη φορά, η μικροαστική τάξη έχει βρεθεί αντιμέτωπη με την απίστευτη βία της ελληνικής αστυνομίας, έχει πνιγεί από τα δακρυγόνα και έχει ξυλοφορτωθεί απρόκλητα από τα ΜΑΤ και την Ομάδα ΔΙΑΣ. Το πολιτικό σύστημα είχε σπάσει στο ξύλο αυτούς που το ψήφιζαν.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν εκεί. Όχι ως κίνημα, αυτό δεν έχει τόση σημασία, αν και προφανώς μέλη της βάσης του βρέθηκαν ανάμεσα στους Αγανακτισμένους – όπως και μέλη πολλών άλλων πολιτικών οργανώσεων. Ήταν εκεί ως πρόθυμος εκπρόσωπος μιας μικροαστικής τάξης που αισθανόταν πια ολοκληρωτικά προδομένη. Και είχε τα εργαλεία –και τα πρόσωπα– που μπορούσαν να υιοθετήσουν τη ρητορική αυτών των διαμαρτυριών. Ο μικρός ΣΥΡΙΖΑ που μπορούσε όμως να πείσει πως ήταν αυθεντικά αγωνιζόμενος βρέθηκε να δέχεται την πελατεία όλου του μέχρι τότε απρόσβλητου και μυθικού συστήματος του δικομματισμού.

Στις εκλογές του 2012 ο ΣΥΡΙΖΑ σημείωσε μια εκλογική εκτίναξη χωρίς προηγούμενο. Κανείς δεν το περίμενε. Ένα κόμμα του 4% έγινε ξαφνικά αξιωματική αντιπολίτευση. Και κάτι που ως εκείνο το σημείο δεν ήταν παρά ένα πυροτέχνημα, η «κυβέρνηση της Αριστεράς», σε κάποιους άρχισε να δημιουργεί την εντύπωση πως θα μπορούσε, με λίγη τύχη, να γίνει πραγματικότητα. Ένας από αυτούς ήταν ο Αλέξης Τσίπρας.

Η αντιμετώπιση που το πολιτικό σύστημα είχε επιφυλάξει για τον ΣΥΡΙΖΑ καθίσταται αυτοεκπληρούμενη προφητεία: το «αντιπαράδειγμα» του 4%, οι «συνιστώσες της ανομίας», γίνονται ο κύριος πολιτικός αντίπαλος –που για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες δεν προέρχεται από το δικομματικό σύστημα, δεν έχει διαμορφωθεί μέσα από τις «πολιτικές της συναίνεσης», και δηλώνει με επιθετικό τρόπο πως το όνομά του είναι «ριζοσπαστική Αριστερά».

Μέσα στα επόμενα δύο χρόνια, σύσσωμο το πολιτικό και μιντιακό σύστημα ανοίγει πυρ ομαδόν κατά του ΣΥΡΙΖΑ. Από τη «θεωρία των δύο άκρων» και την εξίσωση με τη Χρυσή Αυγή ως την υπόθαλψη τρομοκρατών και την ηθική αυτουργία για τις καταστροφές των πόλεων, η καθολική επίθεση τείνει στο γελοίο: για όλα «φταίει ο ΣΥΡΙΖΑ». Η κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά περισσότερο μιλάει για τον ΣΥΡΙΖΑ παρά γι’ αυτά που κάνει η ίδια. Το ίδιο και τα ΜΜΕ, που αντιμετωπίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ σαν να έχει ήδη την εξουσία και να του ασκούν κριτική για τα πεπραγμένα της κυβέρνησής του. Η αντιμετώπιση αυτή δημιουργεί στη δημόσια σφαίρα την αίσθηση μιας τεράστιας απειλής αλλά ταυτόχρονα και την αίσθηση του αναπόφευκτου. Όλοι πια ομολογούν ότι η σειρά του ΣΥΡΙΖΑ έρχεται. Κι αρχίζουν να εξοικειώνονται με αυτό.

Στην πραγματικότητα, ο ΣΥΡΙΖΑ ουδέποτε αμφισβήτησε το κυρίαρχο πολιτικοοικονομικό μοντέλο. Καταφέρεται εναντίον του «νεοφιλελευθερισμού» μόνο από τη σκοπιά «αποκατάστασης της αδικίας» και «πάταξης της διαφθοράς». Η ρητορική του σε κεντρικό επίπεδο είναι περισσότερο η ρητορική των Αγανακτισμένων της Πλατείας Συντάγματος, διαρκείς αντιστίξεις ανάμεσα σε μια διεφθαρμένη ελίτ και σ’ έναν αδικημένο και δικαίως οργισμένο λαό, και λιγότερο η ρητορική ενός ριζοσπαστικού αριστερού κόμματος. (Όσο κι αν από αυτή την απλοϊκότητα εξαιρούνται συχνά οι διανοούμενοί του, που όμως διεξάγουν μια πολύ πιο κλειστή συζήτηση στα προνομιακά φόρα του πολιτικού τους χώρου). Η ρητορική αυτή συμπληρώνεται από μια κάποια επίκληση του αγωνιστικού φρονήματος εναντίον της Γερμανίας, που ξεκινάει ως επίθεση στην γερμανική ηγεμονία στην ΕΕ αλλά εκβάλλει σε ένα σχήμα που προσπαθεί να πείσει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πλέον έτοιμος να αποτελέσει κυβέρνηση «όλων των Ελλήνων».

Την ίδια στιγμή, η διετία 2012-2014 αναδεικνύει τη θεμελιώδη διαφορά μιας πολιτικής βάσης από μια μιντιακή πολιτική που προσπαθεί να πείσει τους πολίτες να αναθέσουν σε κάποιον την διακυβέρνηση. Η πολυποίκιλη σύνθεση του ΣΥΡΙΖΑ, που τόσο πολύτιμη φαίνεται στο έδαφος των διαμαρτυριών και των κινηματικών δράσεων και τόσο συντελεί στη μετωπική συμπόρευση όλης της Αριστεράς, σε κεντρικό επίπεδο αναδίδει μια ασυναρτησία, που θολώνει το μήνυμα και στερείται «αξιοπιστίας». Μέσα σε αυτή την περίοδο, η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ γύρω από τον Αλέξη Τσίπρα θα κάνει τη μεγάλη της επιλογή: να πορευτεί με αποκλειστικό γνώμονα την κατάκτηση της εξουσίας –ό,τι κι αν σημαίνει αυτό για τον χαρακτήρα του κόμματος και του πολιτικού του χώρου, ό,τι κι αν σημαίνει για το πλαίσιο των διεκδικήσεων όπως μέχρι τότε είχαν αναδειχτεί από την κοινωνία.

Τότε αρχίζει να εκδηλώνεται ένα ρήγμα: ανάμεσα σε μια ηγετική ομάδα που έχει επιλέξει μια συγκεκριμένη στρατηγική και σε ένα κόμμα που εξακολουθεί να βιώνει διαφορετικά την πολιτική διαδικασία. Καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ οδεύει προς τις αυτοδιοικητικές εκλογές και ευρωεκλογές του 2014, τα δύο αυτά επίπεδα διαχωρίζονται πλήρως. Τις αποφάσεις τις παίρνει η ηγετική ομάδα –εδώ πλέον το άστρο του Νίκου Παππά αρχίζει να λάμπει έντονα–, ενώ το κόμμα επιμένει να ζητάει, αν και με μάλλον αναιμικό τρόπο, συλλογικές διαδικασίες. Η διάσταση αυτή οδηγεί σε διάφορους τραγέλαφους, όπως τις επιλογές του Θόδωρου Καρυπίδη και της Σαμπιχά Σουλεϊμάν για τα ψηφοδέλτια (οι οποίες τελικά αποσύρθηκαν), όμως τίποτε δεν μοιάζει ικανό να ανακόψει την ανοδική πορεία. Και η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ έχει ήδη αποφασίσει να «παίξει το παιχνίδι»: από τις βόλτες του Αλέξη Τσίπρα στους μιντιάρχες το 2013 ως τις επισκέψεις βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ στον Δημήτρη Μελισσανίδη και την υποστήριξη που θα προσφέρει ο Βαγγέλης Μαρινάκης στη Ρένα Δούρου, ο κύβος όχι μόνο έχει ριφθεί αλλά αποδίδει κιόλας.

Στις ευρωεκλογές το ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ τελικά είναι χαμηλότερο από τις προσδοκίες των στελεχών του, όμως είναι ξεκάθαρα το πρώτο κόμμα με διαφορά 4%. Στις περιφερειακές, κερδίζει τη μεγαλύτερη Περιφέρεια της χώρας και η Ρένα Δούρου εγκαινιάζει την πρώτη επίσημη «αριστερή κυβέρνηση», έστω σε τοπικό επίπεδο. Από το σημείο εκείνο, η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ ξέρει ότι οι μέρες της κυβέρνησης Σαμαρά θα τελειώσουν με τη λήξη της θητείας του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Η πορεία προς την εξουσία

Η περίοδος μετά τις ευρωεκλογές του 2014 σηματοδοτεί και την μόνη –ισχνή– αμφισβήτηση της παντοδυναμίας του Αλέξη Τσίπρα. Η τάση των «53» καταθέτει ένα κείμενο στην Κεντρική Πολιτική Επιτροπή του κόμματος, στο οποίο κάνει λόγο για έλλειμμα δημοκρατικών διαδικασιών κι επισημαίνει τις αστοχίες της προεκλογικής εκστρατείας που αυθαίρετα είχε πάρει πάνω του ο Νίκος Παππάς. Μολονότι δημιουργεί μια μικρή αναταραχή στη δημόσια συζήτηση του χώρου της Αριστεράς, η παρέμβαση των «53» δεν έχει κανένα απολύτως πρακτικό αποτέλεσμα. Αντιθέτως, πολλαπλασιάζονται οι εκκλήσεις τόσο στα αριστερά ΜΜΕ –και νέες ιστοσελίδες– όσο και στα κυρίαρχα, με ενυπόγραφα άρθρα αλλά και διαρροές, να ξεκαθαρίσει επιτέλους ο ΣΥΡΙΖΑ από τα «γκρουπούσκουλα». Το αίτημα της ανανεωτικής πτέρυγας, που είχε απορριφθεί το 2010, ερχόταν τώρα βρυκολακιασμένο να στοιχειώσει αυτούς που είχαν παλέψει για τη διατήρηση του ΣΥΡΙΖΑ.

Και πάλι, όμως, κανένας δεν μίλησε. Μόνο κάτι ψίθυροι που πάντοτε κατέληγαν σε «κριτική στήριξη». Η βέβαιη πια προοπτική της εξουσίας δεν έχει θαμπώσει μόνο την ηγετική ομάδα. Έχει θαμπώσει και όσους υποτίθεται ότι διαφωνούν. Κάποιοι θα φύγουν αργότερα –στο έσχατο σημείο. Άλλοι θα μείνουν και θα εξαργυρώσουν την αφοσίωσή τους. Πάντως, την μετατροπή του ΣΥΡΙΖΑ από μέτωπο συνιστωσών με κινηματικές αναφορές σε κλασικό αρχηγικό κόμμα δεν θα αποπειραθεί στα σοβαρά κανένας να την εμποδίσει.

Το επόμενο διάστημα, ο ΣΥΡΙΖΑ στρογγυλεύει σιγά σιγά τη ρητορική του. Πάνε πια οι αναφορές στη Βενεζουέλα και στα αυτοδιαχειριζόμενα εργοστάσια της Αργεντινής. Τώρα, στόχος είναι η αλλαγή της Ευρώπης. Δεν θα χρειαστεί ρήξη, οι Ευρωπαίοι θα πειστούν. Τα ΜΜΕ της Ευρώπης ακούνε. Ο Αλέξης Τσίπρας γίνεται σούπερσταρ. Η συμφωνία με τους Ανεξάρτητους Έλληνες του Πάνου Καμμένου κλείνεται δίχως δυσκολία. Η Νέα Δημοκρατία έχει χάσει ήδη, ο Αντώνης Σαμαράς περιφέρεται σαν καμένο χαρτί. Όταν αποτυγχάνει να συγκεντρώσει τους 180 βουλευτές για την εκλογή του Σταύρου Δήμα στην προεδρία της Δημοκρατίας, όλα έχουν πια κριθεί.

Η πρώτη κυβέρνηση Τσίπρα

Στις 26 Ιανουαρίου του 2015, αμέσως μετά την ορκωμοσία του ως πρωθυπουργού της Ελλάδας, ο Αλέξης Τσίπρας επισκέπτεται το Σκοπευτήριο της Καισαριανής και αφήνει λουλούδια στο μνημείο των διακοσίων εκτελεσθέντων κομμουνιστών της Πρωτομαγιάς του 1944. Η εικόνα του επικεφαλής της Αριστεράς, που είχε επιτέλους έρθει στην εξουσία, να αποτίει φόρο τιμής στους νεκρούς του κομμουνιστικού κινήματος εμβληματοποιούσε μια διεκδίκηση καταγωγής: η κυβέρνηση της Αριστεράς ερχόταν από τον ιστορικό τόπο των αγώνων.

Η σεπτή υπόμνηση της Ακροναυπλίας και της ανένδοτης στάσης των αντιφρονούντων προγόνων ήταν η συμβολική πλαισίωση των λεονταρισμών προς την Τρόικα. Τι κι αν το πρόσωπο των λεονταρισμών ήταν ο Γιάνης Βαρουφάκης, ένας λίμπεραλ οικονομολόγος με κεντρώες ευρωπαϊστικές προτάσεις; Το φάντασμα του κομμουνισμού πλανιόταν ξανά πάνω από την Ευρώπη. Έστω κι αν την ίδια στιγμή, η πρώτη αριστερή κυβέρνηση εμβάθυνε τις συμμαχίες της με το αστικό στρατόπεδο, την Εκκλησία, το βαθύ κράτος και την «επιχειρηματικότητα». «Κυβέρνηση όλων των Ελλήνων ανακοίνωσε ο Αλ. Τσίπρας» έγραψε η Αυγή την επομένη των εκλογών. Πρόσωπα αναπάντεχα έκαναν ξαφνικά την εμφάνισή τους: Ο Γιάννης Πανούσης. Ο Σπύρος Σαγιάς. Ο Γιάννης Ρουμπάτης. Και ο ΣΥΡΙΖΑ, ούτε έναν μήνα αργότερα,  πρότεινε τον Προκόπη Παυλόπουλο για την Προεδρία της Δημοκρατίας.

Το πρώτο διάστημα της διακυβέρνησής του ο ΣΥΡΙΖΑ θα νομοθετήσει ελάχιστα. Η διαπραγμάτευση με τους «εταίρους» μονοπώλησε το ενδιαφέρον της δημοσιότητας. Κι αν αυτό ήταν σε μεγάλο βαθμό αναπόφευκτο, ταυτόχρονα αποτέλεσε ένα καλό άλλοθι της απραγίας σε όλα τα άλλα. Με λιγοστές εξαιρέσεις, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν επέλεξε να αξιοποιήσει τη μοναδική ευκαιρία μιας «νομοθετικής σκούπας»: να τολμήσει, με τον αέρα της τεράστιας αποδοχής που απολάμβανε, να επιβάλει από τα πάνω τομές σε μια σειρά ζητήματα σχέσεων μεταξύ της κοινωνίας, της ολιγαρχικής «επιχειρηματικότητας», και του κράτους. Αντιθέτως, τα νομοσχέδια που κατέθεσε ήταν τα ελάχιστα δυνατά, πολύ λιγότερο τολμηρά από αυτό που είχε ήδη διεκδικηθεί σθεναρά (λχ ΕΡΤ) ενώ κάθε αυτονόητη πράξη (λ.χ. η επιστροφή των διαθέσιμων, το άνοιγμα της ΕΡΤ, ο νόμος για την ιθαγένεια) θα συνοδευόταν από μια επικοινωνιακή διαχείριση που φρόντιζε να κρύβει την ατολμία πίσω από τους έξαλλους πανηγυρισμούς για την πρώτη «κυβέρνηση που σεβάστηκε τις υποσχέσεις της» –την ίδια στιγμή που η συμφωνία της 20ής Φλεβάρη είχε ήδη βάλει την πολιτική στις μνημονιακές ράγες.

Ο Αλ. Τσίπρας και οι υπουργοί του δεν θα πουν ποτέ τις λέξεις «κυβέρνηση της Αριστεράς» – από σεβασμό, θα έλεγε κανείς, στο γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κυβερνούσε μόνος του και δεν μπορούσε συνεπώς να εφαρμόσει καθ’ ολοκληρίαν το πρόγραμμά του. Κι όμως, από τη στιγμή της συνθηκολόγησής του και μετά, ενώ συνεχίζει να συγκυβερνά με τους ΑΝΕΛ, θα τις επικαλείται συνέχεια, σε έναν ανηλεή πόλεμο ενάντια σε εκείνους που επιβουλεύονται και θέλουν να ρίξουν την «πρώτη κυβέρνηση της Αριστεράς» (δηλαδή όσους διαφωνούσαν με την υπογραφή του 3ου Μνημονίου!).

Από το δημοψήφισμα στη συνθηκολόγηση

Η κορυφαία στιγμή της πρώτης περιόδου της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ ήταν ασφαλώς το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015 και τα επακόλουθά του ως τη συμφωνία της 13ης Ιουλίου. Η τροπή των γεγονότων του Ιουλίου, που οδήγησε στη δεύτερη περίοδο διακυβέρνησης και στην εφαρμογή του 3ου μνημονίου, πρέπει να εξεταστεί ως έκβαση της υλοποίησης των επιλογών που είχαν γίνει ως τότε. Και παρατηρώντας κανείς τις διακυμάνσεις της στάσης της ελληνικής κυβέρνησης, αντιλαμβάνεται ότι γενικά αντιμετώπισε τη διαπραγμάτευση με τους «εταίρους» ως ένα πεδίο ορθολογικού συμβιβασμού, όπου το κάθε μέρος θα κατέθετε τις απόψεις του και η συμφωνία θα προέκυπτε ως εκείνος ο μέσος όρος που θα διέγραφε τις ακραίες απαιτήσεις της κάθε πλευράς. Όταν η προσέγγισή του αυτή απέτυχε, αυτό που μέτρησε ήταν η επιλογή που είχε ήδη κάνει: η απόφασή του να μείνει στην κυβέρνηση.

Γι’ αυτό και αξίζει να δει κανείς εδώ σε ποιο βαθμό πολλοί από τους εξέχοντες υπουργούς της κυβέρνησης δεν υπήρξαν παρά ακόλουθοι των γεγονότων. Θα μπορούσαμε, λόγου χάρη, να θυμηθούμε τον Νίκο Φίλη, που μιλούσε από νωρίς για το «υπερόπλο του δημοψηφίσματος» και κατόπιν ζητούσε από τον ελληνικό λαό την ανανέωση της εμπιστοσύνης, ώστε να μπορέσει ο ΣΥΡΙΖΑ να μην εφαρμόσει το μνημόνιο που υπέγραψε. Θα μπορούσαμε, επίσης, να θυμηθούμε τον Νίκο Ξυδάκη μια μέρα πριν την προκήρυξη του δημοψηφίσματος, όταν μια κάποια συμφωνία φαινόταν πιθανή, να μιλάει στη Βουλή για τα επώδυνα μέτρα που θα πρέπει να παρθούν· δυο μέρες μετά, το Σάββατο του μουδιάσματος από την ανακοίνωση προκήρυξης δημοψηφίσματος για πρώτη φορά μετά το 1974, να μας καλεί να βγούμε έξω από το σπίτι μας, να ατενίσουμε τον γαλάζιο ουρανό και να σκεφτούμε τα διακόσια χρόνια αντιστασιακής ιστορίας του τόπου μας και το χυμένο αίμα αυτής της αντίστασης· και λίγες μέρες μετά την τελική συμφωνία, να μιλάει για το τρίτο μνημόνιο ως αναγκαίο κακό. Θα μπορούσαμε, ακόμη, να σκεφτούμε τον Αριστείδη Μπαλτά, που από την διαλεκτική των «Επτά Κ», με αυτό του Κομμουνισμού ύψιστο, έφτασε να επικαλείται τον Βάλτερ Μπένγιαμιν για να υπερασπιστεί το Μνημόνιο.

Φωτογραφία: EUROKINISSI

Φωτογραφία: EUROKINISSI

Η πιο σημαντική πλευρά, όμως, του τρόπου με τον οποίον ο ΣΥΡΙΖΑ άσκησε τη διακυβέρνηση μέχρι στιγμής είναι η εξής: όλα τα χρόνια της κρίσης, από εκείνη τη μέρα του διαγγέλματος του Γιώργου Παπανδρέου στο Καστελόριζο, υπήρξε πάντα ένας μεγάλος αριθμός πολιτών ο οποίος στεκόταν απέναντι στις μνημονιακές πολιτικές. Η αντικειμενική επίπτωση της συνθηκολόγησης του ΣΥΡΙΖΑ είναι ο εγκλωβισμός ενός σημαντικού μέρους αυτού του πληθυσμού σ’ ένα δίλημμα που έχει χάσει τα στοιχεία που ως σήμερα το προσδιόριζαν: είναι κάπως σαν ο ΣΥΡΙΖΑ να λειτούργησε ως δοχείο, μεταφέροντας όλους αυτούς σε μια νέα θέση –όχι με το ζόρι αλλά ανεπαισθήτως–, έτσι που τώρα να μην μπορούν παρά να τον υποστηρίξουν, διότι παραμένουν μέσα στο δοχείο, μολονότι η θέση του δεν μοιάζει πια σε τίποτε με αυτήν για την οποία αρχικά τον υποστήριξαν.

Οι αντίπαλοί του εξακολουθούν, σαν από αδράνεια, να κατηγορούν τον ΣΥΡΙΖΑ για τα ίδια πάνω κάτω πράγματα. Κάποιες φορές του κάνουν την χάρη να τον λένε και κομμουνιστή. Όμως, με τις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015, ο ΣΥΡΙΖΑ ολοκλήρωσε τον κύκλο του: με τους εσωκομματικούς του διαφωνούντες πια εκτός Βουλής, εξοβελισμένους από τα ΜΜΕ στη σφαίρα του γραφικού, και με τα «γκρουπούσκουλα» που τον έφεραν στην εξουσία πλέον αποδεκατισμένα, ο Αλέξης Τσίπρας εδραιώνει μέρα τη μέρα την εξουσία του. Η κυβέρνησή του ασφαλώς δεν είναι «αριστερή». Η άνοδος του κόμματός του στην εξουσία, όμως, είναι ένα συγκλονιστικό πολιτικό φαινόμενο. Και ο ίδιος αποδείχτηκε ένας από πιο δεξιοτέχνες τακτικιστές της πρόσφατης πολιτικής ιστορίας. Το πόσο θα αντέξει θα το δείξει ο καιρός.

About Αυγουστίνος Ζενάκος (5 Articles)
Ο Αυγουστίνος Ζενάκος είναι δημοσιογράφος και Διευθυντής Σύνταξης του περιοδικού REPORT. Από το 2011 είναι, επίσης, Υπεύθυνος Σύνταξης του περιοδικού UNFOLLOW. Εργάστηκε στην εφημερίδα Το Βήμα από το 2000 ως το 2010. Ήταν ένας από τους συνιδρυτές της Μπιενάλε της Αθήνας και συνδιευθυντής της από το 2005 ως το 2010. Έχει συνεργαστεί με διάφορα περιοδικά στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.