Oι εργολάβοι και τα κανάλια τους

Μία απλή ιδέα συνέχει το μεταπολιτευτικό έπος του κράτους των εργολάβων στις διάφορες εκδοχές του: δίπλα σε κάθε μεγαλοεργολάβο που σέβεται τον εαυτό του υπάρχει κι ένα μέσο ενημέρωσης να αναλάβει τη «διπλωματία» της υπόθεσης.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΟΝΗΣ / EUROKINISSI

Το 1970 το Έκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών καταδίκασε τη διεύθυνση του Έθνους. Το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας ανακοίνωνε την παύση της κυκλοφορίας της και ανέφερε  τα ονόματα των καταδικασθέντων. Έντεκα χρόνια αργότερα, έναν μήνα πριν από την «Αλλαγή» του 1981, το νέο Έθνος έβγαινε ξανά στα περίπτερα.  Έκτοτε συνδέθηκε με ένα όνομα που στις επόμενες  δεκαετίες δεν θα απουσίαζε από οποιαδήποτε αναφορά στο σύστημα εξουσίας που έμεινε γνωστό ως «διαπλοκή».

Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε τι συζητούσε ο Γιώργος Μπόμπολας όταν σχεδίαζε την επανέκδοση της εφημερίδας με τον Αλέκο Φιλιππόπουλο• σίγουρα συνέβαλαν  στην αλλαγή του τοπίου στον ελληνικό τύπο. Το πρώτο έγχρωμο ταμπλόιντ της χώρας έκανε δυναμική είσοδο προσελκύοντας αμέσως αναγνωστικό κοινό, το οποίο δεν στάθηκε μόνο στις μεγάλες  φωτογραφίες,  αλλά και στη νέα λογική που διαπερνούσε  την εφημερίδα. Μικρότερα και πιο άμεσα κείμενα εναλλάσσονταν με σχόλια από ανθρώπους σαν τον Βασίλη Ραφαηλίδη, ενώ οι στήλες των παραπολιτικών αποτελούσαν μία «κλειδαρότρυπα» στη μυστική ζωή της εξουσίας. Η εμφάνιση του Έθνους άλλαξε τις ισορροπίες στον χώρο του τύπου. Ο Χρ. Λαμπράκης αναστέλλει το 1982 για ένα διάστημα την καθημερινή έκδοση του Βήματος,  σε μια κίνηση που ο Ανδρέας Παπανδρέου χαρακτήρισε περίπου ως εκβιασμό. Έκτοτε το μοντέλο των ταμπλόιντ θα διαμορφώσει  τα στάνταρ για το σύνολο του ημερήσιου τύπου, σε ένα τοπίο που άλλαζε με τον ερχομό της έγχρωμης εκτύπωσης αλλά και τον ανταγωνισμό από την τηλεόραση.

Μέχρι τη δεκαετία του 1970 τα εκδοτικά  συγκροτήματα  παίζουν κυρίως πολιτικό ρόλο. Ανεβοκατεβάζουν κυβερνήσεις. Παρεμβαίνουν εκκωφαντικά  στα πολιτικά δρώμενα.  Το Βήμα του Λαμπράκη και η Καθημερινή της Βλάχου έστηναν πολιτικά παιχνίδια. Οι εκδότες εκείνης της εποχής έμπαιναν στο Παλάτι, στα πρωθυπουργικά και υπουργικά γραφεία, περνούσαν τις πόρτες των ισχυρών πρεσβειών με πρώτη αυτή των ΗΠΑ, όμως δεν ήταν οι ίδιοι εργολάβοι. Διευκόλυναν, προωθούσαν ή χαλούσαν δουλειές –πιθανώς με το ανάλογο αντίτιμο– αλλά δεν τις έπαιρναν οι ίδιοι.

Η μεταμόρφωση την οποία έφερε η νομή των δημοσίων έργων στη μεταπολίτευση ήταν βαθιά. Η πεποίθηση ότι η εμπλοκή των εργολάβων στα ΜΜΕ περιοριζόταν μόνο στην ιδιοκτησία και τη διάδοση  της «γραμμής» αποτελεί μία δημοφιλή παρανόηση. Τα ΜΜΕ προωθούν τις πολιτικές –αλλά και τους πολιτικούς– που θα εξασφάλιζαν τα έργα και τις δουλειές.

Ο υλατζής και η μπουλντόζα
Τη δεκαετία του 1980 το μοντέλο του εκδότη-επιχειρηματία παίρνει άλλα χαρακτηριστικά. Το έντυπο μετατρέπεται σε «μπουλντόζα» που σαρώνει τα πάντα στο πέρασμα της. Οι αναλύσεις  και τα άρθρα περνούν σε δεύτερη μοίρα και πρωταγωνιστικό ρόλο αποκτούν η φωτογραφία, ο τίτλος και το παραπολιτικό σχόλιο. Από τότε ο συντάκτης ύλης, που άλλοτε είχε διεκπεραιωτικό ρόλο, αποκτά προτεραιότητα στην ιεραρχική δομή των εφημερίδων.  Οι τίτλοι και οι φωτογραφίες –και όχι πια το δημοσιογραφικό κείμενο– χρησιμοποιούνται για να διαμορφώσουν στο ακροατήριο  τις εντυπώσεις για τους πολιτικούς «φίλους» ή αντιπάλους της εφημερίδας. Ένας από τους μεγαλύτερους δασκάλους αυτού του είδους δημοσιογραφίας υπήρξε ο Σταύρος Ψυχάρης.

Λίγα χρόνια πριν, το 1977, το ΠΑΣΟΚ γίνεται αξιωματική αντιπολίτευση και προετοιμάζεται για τη μελλοντική ανάληψη της κυβερνητικής εξουσίας. Την ίδια χρονιά ιδρύεται η κατασκευαστική εταιρία Άκτωρ ΑΕ. Ο ιδιοκτήτης της Γιώργος Μπόμπολας, προερχόμενος από την Αριστερά, είχε ανοίξει δουλειές με το ελληνικό  δημόσιο μέσα από τη συνεργασία του με τον Ευάγγελο Κουλουμπή, πρόεδρο του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας, που είχε διατελέσει και υπουργός Δημοσίων Έργων στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας το 1974. Ο Κουλουμπής αποτελεί τον δίαυλο του Μπόμπολα στους κύκλους του ΠΑΣΟΚ, καθώς  εκλέγεται  βουλευτής  το 1981 και αναλαμβάνει υπουργικές θέσεις, μεταξύ των οποίων και την ηγεσία του ΥΠΕΧΩΔΕ. Η απόφαση του Γιώργου Μπόμπολα να ανοίξει εφημερίδα με προοδευτικό στίγμα, τις παραμονές των εκλογών του ’81, υποδηλώνει σαφέστατα τις προσδοκίες  ως προς την αναδιάταξη που θα φέρει το κόμμα του Ανδρέα Παπανδρέου.

Το Έθνος δεν είναι το πρώτο «αιρετικό» έντυπο που ξεπηδάει από τον γαλαξία του ΠΑΣΟΚ. Έχει προηγηθεί ένα χρόνο νωρίτερα η Αυριανή των αδελφών Κουρή, που γιγαντώθηκε μέσα απ’ την απεργοσπασία ενάντια στους τυπογράφους το καλοκαίρι  του 1980, πάντα με τη βοήθεια της χαμηλής της τιμής και του επιθετικού κιτρινισμού της. Στις σελίδες της έχουν την τιμητική τους σχεδόν σύσσωμα τα επιφανή στελέχη της Νέας Δημοκρατίας, καθώς σήμα κατατεθέν του αυριανισμού θα είναι μια επιθετική υποτίθεται «αντιδεξιά» ρητορική, μέσα απ’ την οποία οι εχθροί του ΠΑΣΟΚ παρουσιάζονται ως γερμανοτσολιάδες, ομοφυλόφιλοι ή συχνά και τα δύο μαζί. Αργότερα, όταν αρχίσουν οι εσωκομματικές κρίσεις του ΠΑΣΟΚ, η Αυριανή θα στρέψει αντίστοιχα πυρά προς οποιονδήποτε αμφισβητούσε τον Ανδρέα Παπανδρέου.

Αρκετοί εκδότες και δημοσιογράφοι εκφράζουν  την προθυμία τους να συμμετέχουν στη νομή της εξουσίας που πραγματοποιεί  το ΠΑΣΟΚ. Βασικό πρόσωπο αυτών των συνεννοήσεων σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’80 θα αναδειχθεί ο Μένιος Κουτσόγιωργας. Έχοντας αποκτήσει πρωταγωνιστικό  ρόλο στα πρώτα εσωκομματικά ξεκαθαρίσματα, ο Κουτσόγιωργας ανάγεται σε νούμερο δύο του ΠΑΣΟΚ, κρατώντας αυτό το «αξίωμα» μέχρι τον θάνατό του μέσα στο Ειδικό Δικαστήριο. Είναι ο άνθρωπος των ειδικών αποστολών. Αυτός έρχεται σε επαφή με επιχειρηματίες και κρατάει ζωντανές τις σχέσεις με τα ΜΜΕ. Από τότε κάθε κυβέρνηση  είχε πάντα έναν άνθρωπο  για αυτές τις ειδικές  αποστολές.

Κατά την πρώτη τετραετία 1981-1985, το ΠΑΣΟΚ επενδύει στις διάφορες όψεις της «Αλλαγής». Οι εκδότες περιτριγυρίζουν τον Παπανδρέου. Η χώρα έχει ενταχθεί στην ΕΟΚ και όλοι έχουν μυριστεί ότι θα έρθουν τα πρώτα μεγάλα χρηματοδοτικά πακέτα. Η Ελλάδα είναι μια χώρα που εκείνη την περίοδο στερείται μεγάλων υποδομών (δρόμων, λιμανιών, αεροδρομίων, σιδηροδρομικού δικτύου κ.ά.). Οι εργολάβοι «ζεσταίνουν» τις μηχανές.

Όσο η νέα εποχή εδραιώνεται, το Έθνος, η Ελευθεροτυπία του Χρ. Τεγόπουλου και τα μέσα του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη –με πρώτο απ’ όλους τον τότε διευθυντή στο Βήμα, Σταύρο Ψυχάρη– έχουν όλο και πιο ανοιχτή επικοινωνία με τα κυβερνητικά γραφεία. Το φαινόμενο Κοσκωτά εγκαινιάζει την εποχή της νέας διαπλοκής. «Κάθε επιχειρηματίας που σέβεται τον εαυτό του δημιουργεί ΜΜΕ ή αποκτά σχέσεις αίματος με ένα υπάρχον μέσο», μας αναφέρει συνταξιούχος σήμερα δημοσιογράφος που έζησε από κοντά εκείνη την εποχή.

Η εποχή Κοσκωτά
Η πρώτη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ έρχεται αντιμέτωπη με την «επενδυτική αποχή» των παλιών βιομηχάνων. Αποφασίζει να δημιουργήσει «νέα τζάκια» για να βρει συμμάχους στα οικονομικά  της σχέδια. Ταυτόχρονα, γίνεται σαφές ότι πολλά θα κριθούν στη διαχείριση των ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων για τα μεγάλα έργα. Ο ανταγωνισμός των φατριών και των επιχειρηματικών συμφερόντων πυκνώνει. Δεν είναι τυχαίο ότι την ίδια χρονιά η οικογένεια Βαρδινογιάννη για πρώτη φορά στην ιστορία της αποφασίζει να αποκτήσει δικό της μέσο και ανοίγει ξανά την Μεσημβρινή το 1982.

Τότε εμφανίζεται στο προσκήνιο ο Γιώργος Κοσκωτάς. Έχοντας εξαγοράσει την εκδοτική εταιρία Γραμμή ΑΕ ήδη από το 1982, αποκτά την Τράπεζα Κρήτης το 1984. Ο Κοσκωτάς επιχειρεί να εξαφανίσει τη μιντιακή αντιπολίτευση δια της εξαγοράς. Υπό την ιδιοκτησία του η Καθημερινή φοράει για πρώτη και τελευταία της φορά κεντροαριστερή γραμμή, ενώ και άλλες εφημερίδες αρχίζουν να δέχονται τα φλερτ του ανερχόμενου τραπεζίτη. Οι τελευταίες σελίδες στην εφημερίδα του 24 Ώρες είναι αφιερωμένες σε λίβελους κατά των άλλων εκδοτών, οι οποίοι, απειλούμενοι από την υπερσυγκέντρωση στον Κοσκωτά, διαρρηγνύουν μερικώς  τη σχέση τους με το ΠΑΣΟΚ και αξιοποιούν  τα μέσα τους για να αμφισβητήσουν  τις πηγές πλουτισμού του.

Ο Κοσκωτάς δεν ήταν εργολάβος. Επιδίωξε να φτιάξει έναν οικονομικό όμιλο γύρω από την Τράπεζα Κρήτης. Οι ΠΑΣΟΚικές διοικήσεις των ΔΕΚΟ κατευθύνουν  μαζικά τις καταθέσεις τους στην τράπεζά του. Με «όχημα» τον Ολυμπιακό, φιλοδόξησε  να γίνει το αντίστοιχο του Μπερλουσκόνι, πολύ πριν ο Ιταλός μεγιστάνας εμφανιστεί στο προσκήνιο. Στη βάση αυτή θέλησε να αποκτήσει μιντιακό όμιλο. Και περίπου το κατάφερε.

Οι δικαστικές διώξεις, τα αλληλοξεκαθαρίσματα και το βρώμικο ’89 βαθαίνουν την κρίση του παπανδρεϊσμού. Ο Μένιος Κουτσόγιωργας, που προΐσταται στο χτίσιμο του συστήματος διαπλοκής του ΠΑΣΟΚ, οδηγείται στο εδώλιο  με κατηγορίες για χρηματισμό. Υποκλαπείσες συνομιλίες του με δημοσιογραφικά και επιχειρηματικά πρόσωπα διαρρέουν, με γνωστότερη αυτή με τον Σταύρο Ψυχάρη. Ο Κοσκωτάς θα οδηγηθεί τελικά ενώπιον της δικαιοσύνης, όπως και συνεργάτες του, για παράδειγμα ο δικηγόρος Ιωάννης Μαντζουράνης, ο οποίος πρόσφατα εμφανίστηκε ως νομικός σύμβουλος του δημοσίου στη διαδικασία διεκδίκησης των τηλεοπτικών αδειών. Παρόλ’ αυτά θα αποτελέσει έμπνευση για τους μιντιάρχες του μέλλοντος.

Προθάλαμος του νέου κατεστημένου
Το 1989 αποτελεί σταθμό για τη δημιουργία της ιδιωτικής τηλεόρασης. Είχε προηγηθεί η σύσταση των δημοτικών ραδιοφωνικών  σταθμών και τα αφεντικά αρχίζουν να διαπιστώνουν  τη δύναμη που έχουν ο ήχος και η εικόνα σε ένα κοινό που διψά για κάτι διαφορετικό από το μοντέλο των κρατικών ΜΜΕ. Η συζήτηση για τη δημιουργία της ιδιωτικής τηλεόρασης  είχε ξεκινήσει στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Ο Αναστάσιος Πεπονής, υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου με αρμοδιότητα τις ραδιοτηλεοπτικές  συχνότητες, πρότεινε το 1984 το άνοιγμα της μετοχικής σύνθεσης της ΕΡΤ. Ο Πεπονής ήθελε την παραμονή του 51% των μετοχών στο κράτος και το 49% να εκχωρείται σε κοινωνικούς φορείς που περιελάμβαναν τα ΑΕΙ, την ΕΦΕΕ και τους φοιτητικούς συλλόγους, σωματεία κ.ά. Η πρόταση δεν υλοποιείται.

Όταν έχει πια καταστεί σαφές, τόσο από τις πολιτικές και κοινωνικές  πιέσεις όσο και από το προηγούμενο που δημιουργούν τα ανοίγματα των δημοτικών ραδιοφωνικών σταθμών, ότι η ιδιωτική τηλεόραση είναι θέμα χρόνου, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος και αναπληρωτής υπουργός Προεδρίας Δημήτρης Μαρούδας κάνει τις πρώτες κινήσεις με τον σχεδιασμό του ΕΣΡ. Ο Μίνωας Κυριακού και ο Γιώργος Κουρής εκκινούν συζητήσεις για να διεκδικήσουν άδειες, ενώ οι Βαρδινογιάννης, Λαμπράκης, Μπόμπολας, Τεγόπουλος και Αλαφούζος συνασπίζονται στην Τηλέτυπος Α.Ε.

Ο κλυδωνισμός που επιφέρει το «βρώμικο ’89» επιταχύνει τις εξελίξεις. Η κυβέρνηση Τζαννετάκη ψηφίζει τον νόμο 1866/1989 «Ίδρυση Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεοράσεως και παροχή αδειών για την ίδρυση και λειτουργία τηλεοπτικών σταθμών». Τότε γεννιέται το ΕΣΡ, ενώ μπαίνει και η πρώτη πρόβλεψη ελέγχου της μετοχικής σύνθεσης των καναλιών: «Κανένας μέτοχος δεν μπορεί να ελέγχει περισσότερο από το 25% του μετοχικού κεφαλαίου.  Το σύνολο των μετοχών της εταιρίας, που ανήκουν σε συγγενείς μέχρι και τετάρτου βαθμού, δεν μπορεί να υπερβαίνει το 25% του μετοχικού κεφαλαίου. Τυχόν συμμετοχή ξένου κεφαλαίου δεν μπορεί να υπερβαίνει το 25% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας». Για την προετοιμασία του νόμου κλήθηκαν τότε να συμβάλουν ο Νίκος Αλιβιζάτος και ο σημερινός Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος.

Μόλις ένα μήνα μετά τη δημοσίευση  του σχετικού ΦΕΚ, το Mega (Τηλέτυπος ΑΕ) εγκαινιάζει την εποχή της ιδιωτικής τηλεόρασης. Το κανάλι των εκδοτών ήταν στον αέρα. Ακολουθούν οι υπόλοιποι σταθμοί με άδειες αμφίβολης νομιμότητας, τις οποίες εκχωρεί αφειδώς η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Δεύτερος στον χορό μπαίνει ο εφοπλιστής Κυριακού, σε συνεργασία με άλλους επιχειρηματίες, με τον ΑΝΤ1, διαμορφώνοντας σταδιακά έναν μιντιακό όμιλο με διεθνείς διαστάσεις. Κανάλι στήνει και ο Κουρής: το περιβόητο «Κανάλι 29» θα χρησιμοποιηθεί ως μοχλός πίεσης στην κυβέρνηση  Μητσοτάκη, με στόχο την επάνοδο του ΠΑΣΟΚ αλλά και την προστασία ημέτερων επιχειρηματιών.

Ταυτόχρονα, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, από το 1988 έχει ήδη αποφασιστεί ότι οι πόροι των διαθρωτικών  ταμείων της ΕΟΚ θα αυξηθούν και ο ερχομός του Α΄ ΚΠΣ (1989-1993) έχει ως αποτέλεσμα τον διπλασιασμό των δαπανών που κατευθύνονται σε δημόσια έργα ως το 1993, χρονιά κατά την οποία ο Ανδρέας Παπανδρέου επανέρχεται στην εξουσία, έχοντας ανανήψει από το σκάνδαλο Κοσκωτά.

Η εταιρία Άκτωρ του Γιώργου Μπόμπολα έχει διευρύνει τις δραστηριότητές της στον κατασκευαστικό  τομέα, ενώ στα μέσα ενημέρωσης την εμπλοκή του εργολάβου  στο MEGA συμπληρώνει και η επέκταση των τίτλων της Πήγασος Εκδοτικής. Ήδη από τότε, αλλά ακόμη περισσότερο μετά τον θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου και την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Κώστα Σημίτη, είναι βάσιμος ο ισχυρισμός ότι «έκτοτε δεν υπάρχει δημόσιο έργο στο οποίο να μην συμμετέχει ο Άκτωρ».

Ο ΔΟΛ, ο Ψυχάρης, οι φίλοι του και άλλες ιστορίες
Όμως, το παιχνίδι δεν περιορίζεται σε αυτούς. Κυρίαρχο ρόλο στην μιντιακή εργολαβική εποχή έχει και ο Σωκράτης Κόκκαλης. Ιδιοκτήτης από το 1989 του ραδιοφωνικού σταθμού Flash και της εφημερίδας Επικαιρότητα, μέσω των εταιρειών Ιντρακόμ και Intracat (κατασκευαστική), συχνά σε συνεργασία με τη Siemens, κλείνει μεγάλες δουλειές και εργολαβίες  και γίνεται το πρότυπο του «εθνικού προμηθευτή». Ακόμη και σήμερα, η Intracat αναλαμβάνει από την κατασκευή αυτοκινητόδρομων μέχρι την τοποθέτηση κοντέινερ για τους πρόσφυγες.

Ένας από τους καλύτερους  φίλους και κουμπάρος  του Σωκράτη Κόκκαλη είναι ο Σταύρος Ψυχάρης. Κάποια στιγμή μάλιστα ο πρωτότοκος γιος του εργαζόταν στην Ιντρακόμ. Και ο γιος του Κόκκαλη, ο Πέτρος, επιχείρησε να δοκιμάσει τη δημοσιογραφία  στα έντυπα του ΔΟΛ. Η σχέση πέρασε και από εμπορικές συμφωνίες. Για παράδειγμα, ο Παναγιώτης Ψυχάρης, την εποχή που εργαζόταν στην Ιντρακόμ, δεν έβρισκε θέση να παρκάρει. Και μια μέρα πραγματικά εκτός εαυτού άρχισε να φωνάζει: «Δεν γίνεται να μην έχω πάρκινγκ εγώ. Ο κάτοχος του 8% της εταιρείας». Παρότι όχι και τόσο γνωστό, το ποσοστό ανήκε στον πατέρα του.

Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1990 ο ΔΟΛ, με επικεφαλής τον Χρ. Λαμπράκη και διαρκώς ανερχόμενο τον Σταύρο Ψυχάρη, έχει αποκτήσει σημαντικό οικονομικό ρόλο. Μπορεί οι δουλειές του να μην είχαν σχέση με τις κατασκευές,  αλλά αποτελούσαν  με τον τρόπο τους μια ιδιότυπη εργολαβία. Είχε μετοχές σε πλήθος εταιριών (από τυπογραφεία έως εταιρίες πληροφορικής), διέθετε τουριστικό γραφείο από όπου το δημόσιο έκλεινε  εισιτήρια, ενδιαφερόταν  για τη διαχείριση των κονδυλίων για το Άγιο Όρος και φυσικά είχε τον βασικό λόγο στο Μέγαρο Μουσικής. Ο όμιλος διέθετε τις δύο πρώτες εφημερίδες σε κυκλοφορία  στην Ελλάδα (Βήμα, Νέα) και πλήθος επιτυχημένων περιοδικών, ενώ η συμμετοχή του στο Mega ήταν το «πυρηνικό» όπλο του. Αντλούσε σημαντικά ποσά από το χρηματιστήριο, στο οποίο μπήκε με μια υπερδιογκωμένη  αποτίμηση που αποδείχτηκε «φούσκα», επιτρέποντας όμως σε αρκετούς να κερδοσκοπήσουν.

Ο ΔΟΛ ήταν κέντρο εξουσίας και γιατί έτσι… ένιωθε, αλλά και γιατί πραγματικά μπορούσε να κινεί τα νήματα. Οι ύμνοι στους υπουργούς ΠΕΧΩΔΕ (Κ. Λαλιώτη, Β. Παπανδρέου, Γ. Σουφλιά) με έντυπες και τηλεοπτικές αγιογραφίες, όταν μοίραζαν «σωστά» την πίτα των μεγάλων έργων, έχουν αφήσει εποχή. Κυρίως όμως ο ΔΟΛ και το Mega λειτουργούσαν ως «κόμβος» για να κλείνουν όλες οι μεγάλες δουλειές, ντόπιων και ξένων επιχειρηματιών. Τμήμα των χρημάτων από τις μπίζνες γύριζε στα δημοσιογραφικά μαγαζιά με τη μορφή της διαφήμισης και όχι μόνο.

Όταν ο Άκης Τσοχατζόπουλος υπέγραψε για να μετεγκατασταθεί το υπουργείο  Ανάπτυξης από τη Μιχαλακοπούλου, προκειμένου να μετακομίσει εκεί ο ΔΟΛ από τη Χρήστου Λαδά, πέρα από τις ομολογημένες μίζες που ο υπουργός έβαλε στην τσέπη, υπήρξε και ένας κατασκευαστής  που βρήκε σίγουρο νοικάρη: το υπουργείο  Ανάπτυξης εγκαταστάθηκε σε κτίριο της εταιρίας ΓΕΚ-ΤΕΡΝΑ, συμφερόντων Περιστέρη.

Ο Τηλέτυπος ήταν ένα ισχυρό κέντρο εξουσίας. Ο Μπόμπολας τον αξιοποίησε, πλάι στα έντυπά του, για να μετατραπεί σε «εθνικό εργολάβο». Ο Βαρδινογιάννης για να κρατά πάντα τα ηνία της εξουσίας και να μην αμφισβητείται η επιχειρηματική πρωτοκαθεδρία του. Ο Τηλέτυπος λειτούργησε σαν μαγνήτης για να μπουν στον χώρο και άλλοι επιχειρηματίες και μπήκε στο χρηματιστήριο το 1994, όταν από την επιχείρηση είχε ήδη αποχωρήσει ο Αλαφούζος.

Σταδιακά μπήκαν νέοι παίκτες με μικρό ποσοστό αλλά πλούσια επιχειρηματική δράση. Μέτοχος της Τηλέτυπος υπήρξε ο επιχειρηματίας Κοπελούζος, ο οποίος αργότερα εξαγόρασε ποσοστό του ΟΠΑΠ και μόλις πριν λίγους μήνες τα 14 περιφερειακά αεροδρόμια σε συμμαχία με τη γερμανική Fraport. Ιδιοκτήτης της ενεργειακής εταιρείας Προμηθέας Gas από κοινού με την ρωσική Gazprom, ο Κοπελούζος μέσω κοινοπρακτικών σχημάτων θεωρείται από τους παίκτες που στο μέλλον θα επιδιώξουν να συμμετέχουν στην ιδιωτικοποίηση της ΔΕΠΑ και της ΔΕΗ. Όπως είναι ευρέως γνωστό, ο επιχειρηματίας μέσω διαφημιστικών πακέτων φροντίζει να… επηρεάζει  το μεγαλύτερο μέρος των ιστοσελίδων που ασχολούνται με την περιβαλλοντική και ενεργειακή ειδησεογραφία.

Την πόρτα του μεγάλου καναλιού ως μέτοχος πέρασε και ο εφοπλιστής Ρέστης, πριν καταλήξει προφυλακισμένος για την υπόθεση των δανείων της τράπεζας FBB (υπόθεση για την οποία τελικά απαλλάχθηκε με βούλευμα) αλλά και κατηγορούμενος για την υπόθεση του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου. Πέραν της συμμετοχής του στο Mega έγινε και μέτοχος της εφημερίδας Το Ποντίκι.

Το πάρτι  της Σοφοκλέους
Το 1998 μπαίνει και ο ΔΟΛ στο χρηματιστήριο. Ένα χρόνο νωρίτερα η Ελλάδα αναλαμβάνει τους Ολυμπιακούς αγώνες του 2004. Ο κατασκευαστικός κλάδος διανύει την εποχή των παχιών αγελάδων και στη Σοφοκλέους γίνεται πάρτι με τα λεφτά του ελληνικού λαού. Τα ΜΜΕ, έντυπα και ηλεκτρονικά, έμμεσα καθορίζουν τις τιμές των μετοχών και οι εργολάβοι θέλουν να διατηρούν άριστες σχέσεις μαζί τους. Διαφημίσεις δίνονται με το κιλό, ενώ εκδοτικά εγχειρήματα έχουν ως αφανείς χρηματοδότες μεγάλες και μικρές κατασκευαστικές εταιρείες.

Κάθε εκδότης και καναλάρχης που σεβόταν τον εαυτό του, την περίοδο των παχιών αγελάδων, είχε στην υπηρεσία του έναν έμπιστο «δημοσιογράφο», ο οποίος είχε ως μοναδική αποστολή να μπαινοβγαίνει σε υπουργικά και επιχειρηματικά γραφεία. Ποια ήταν η δουλειά του; Ταχυδρόμος. Ήταν ο άνθρωπος που πήγαινε το «γράμμα»-μήνυμα στους υπουργούς και στους μεγαλοεπιχειρηματίες. «Έχουμε ένα φάκελο, ένα θέμα, μια αποκάλυψη, ένα σκάνδαλο που καίει…». Κάπως έτσι ξεκινούσε ο ταχυδρόμος-δημοσιογράφος και μετά έμπαινε στο ζουμί. «Αν το δημοσιεύσουμε, θα γίνει σάλος». Οι υπουργοί και οι επιχειρηματίες έπαιρναν  το μήνυμα, αφού η «υπόθεση» αφορούσε είτε το πολιτικό μέλλον τους είτε τη βιωσιμότητα της επιχείρησής τους. Τις περισσότερες φορές το θέμα έμενε στο συρτάρι του εκδότη ή παραδιδόταν στον ενδιαφερόμενο χέρι με χέρι. Στην πιάτσα φυσικά τέτοιες δουλειές γίνονταν πάντα με αντίτιμο…

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση  του Μιχάλη Ανδρουλιδάκη, συντάκτη της κρατικής τηλεόρασης,  που ήρθε από το μηδέν με την έκδοση της εβδομαδιαίας εφημερίδας Επενδυτής να ανατρέψει τα δεδομένα της αγοράς του Σαββάτου και να πλασαριστεί στα σαλόνια της επιχειρηματικής ελίτ, σε μια εποχή που η κάθε λέξη μετρούσε για την εξέλιξη της τιμής μιας μετοχής. Ο ίδιος έφτασε στο σημείο μέσω της εφημερίδας  του να μοιράζει κουπόνια ακόμα και για την παροχή σπιτιού, που δήθεν θα κατασκεύαζαν μεγάλες εταιρίες, στους αναγνώστες του!

Το παράδειγμα του Ανδρουλιδάκη προσπάθησαν να ακολουθήσουν πολλοί, ειδικά στον χώρο των οικονομικών και χρηματιστηριακών εκδόσεων. Για παράδειγμα, οι αδελφοί Νιάκα με την εφημερίδα Χρηματιστήριο, ο Πάνος Μπουσμπουρέλης –με τη διακριτική στήριξη μελών της οικογένειας Βαρδινογιάννη– με την Ισοτιμία, ο Αντώνης Πίκουλας με την Αξία, ο Κώστας Κοντογεώργος με τον Μέτοχο, ο Γιάννης Φωτόπουλος με την Οικονομία και άλλοι πολλοί.  Είναι η εποχή που ακόμα και έμποροι όπλων επενδύουν σε εφημερίδες, όπως έκανε ο Θωμάς Λιακουνάκος στην εφημερίδα Κέρδος.

Το ποιος ήρξατο χειρών αδίκων, είναι πιο περίπλοκο  ζήτημα. Γενικά η πρώτη κίνηση δεν έγινε από τους συντάκτες του επιχειρηματικού και χρηματιστηριακού ρεπορτάζ, αλλά από όσους είχαν εταιρίες εισηγμένες  στη Σοφοκλέους και αναζητούσαν απευθείας στήριξη εντός των εκδοτικών ομίλων. Οι επιχειρηματίες χρησιμοποιούσαν την επίσημη οδό, φρόντιζαν όμως να έχουν και ιδιαίτερες συμφωνίες με τους συντάκτες που τους ενδιέφεραν. Οι γνώστες ξέρουν τι γινόταν τότε με τις μετοχές που οι προς ένταξη στη Σοφοκλέους επιχειρηματίες μοίραζαν σε επιλεγμένους  συντάκτες είτε δωρεάν, είτε με έκπτωση στην τιμή αγοράς. Οι συντάκτες έγραφαν, η μετοχή πέρναγε το κατώφλι της Σοφοκλέους, η τιμή ανέβαινε στα ύψη, οι συντάκτες άνοιγαν σαμπάνιες και άναβαν πούρα στο Κολωνάκι και τη Μύκονο. Κανονική δωροδοκία.

Οι μετοχές των κατασκευαστικών εταιριών ανεβαίνουν στα ύψη και οι ιδιοκτήτες τους αποκτούν τεράστια ρευστότητα. Μέσα σε αυτό το επιχειρηματικό πανηγύρι και ενώ ήδη έχουν αρχίσει να μοιράζονται τα Ολυμπιακά έργα, εμφανίζεται και ο «μπάτμαν». Ο επιχειρηματίας  Γιώργος Μπατατούδης, ιδιοκτήτης της κατασκευαστικής ΕΡΓΑΣ ΑΤΕ σε σύντομο χρονικό διάστημα στήνει την εταιρία δορυφορικών επικοινωνιών Intersat (με άδεια που του έδωσε ο Δ. Ρέππας), αποκτά τον τηλεοπτικό σταθμό Seven X και τον ΠΑΟΚ. Οι εταιρίες του μπαίνουν στο χρηματιστήριο και ο ίδιος λαμβάνει δάνειο 7,34 εκ. ευρώ, ενεχυριάζοντας το πλειοψηφικό  πακέτο των μετοχών του τηλεοπτικού σταθμού SEVEN Χ. Το δάνειο ουδέποτε εξοφλήθηκε, η Αγροτική στην πορεία χρεοκόπησε, ενώ ο SEVEN Χ από τις αρχές του 2002 είχε ούτως ή άλλως πάψει να εκπέμπει. Το 2009, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης του επέβαλε ποινή κάθειρξης δέκα ετών χωρίς αναστολή για την υπόθεση των τηλεοπτικών δικαιωμάτων αλλά και για τις υπόλοιπες ύποπτες επιχειρηματικές του δραστηριότητες και κυρίως αυτές που σχετίζονταν με την εταιρία Intersat. Ο ίδιος εξαφανίζεται στη Λιβύη, αλλά η άδεια του SEVEN X δεν χάνεται. Εξαγοράζεται από εταιρεία του ομίλου ΣΚΑΪ, στην τιμή των 400.000 ευρώ την άνοιξη του 2006 και από τη συγκεκριμένη συχνότητα εκπέμπει μέχρι σήμερα το ομώνυμο  κανάλι του Αλαφούζου.

ΜΜΕ παντός καιρού

Οι κατασκευαστικές εταιρίες και οι εργολάβοι επιδιώκουν με κάθε τρόπο να έχουν πρόσβαση στα  ΜΜΕ. Το ίδιο και επιχειρηματίες από πολλούς κλάδους. Όταν θέλουν να προωθήσουν μια δουλειά, να συγκαλύψουν ένα σκάνδαλο ή να βγάλουν τα άπλυτα του ανταγωνιστή τους στον αέρα, χρησιμοποιούν τη δύναμη του τύπου και των ηλεκτρονικών ΜΜΕ. Όταν ξεκίνησε η συζήτηση για την απαγόρευση των επικίνδυνων για ρύπανση σε περίπτωση ατυχήματος μονοπύθμενων  τάνκερ, ο Αλαφούζος έριξε στη μάχη την Καθημερινή και τον ΣΚΑΪ για να την κουκουλώσουν.

Αντίστοιχα δημοσιογραφικά όργια, στο όνομα της προάσπισης των συμφερόντων του ιδιοκτήτη ή του εκλεκτού επιχειρηματία, συνεχίζονται μέχρι τις μέρες μας. Ενδεικτικό παράδειγμα οι ύμνοι για την επένδυση του Λάτση στο Ελληνικό ή η ομερτά γύρω από την παράνομη επέκταση του The Mall που ανήκει στον ίδιο επιχειρηματία από το σύνολο σχεδόν των μεγάλων ΜΜΕ. Ο Λάτσης δεν είναι ιδιοκτήτης καναλιών και εφημερίδων, όμως για πολλά χρόνια υπήρξε αιμοδότης του συγκεκριμένου συστήματος, με παχυλές διαφημίσεις, δάνεια της Eurobank στους καναλάρχες με «αέρα», υπόγεια στήριξη συγκροτημάτων του τύπου.

Έτσι λειτούργησε το σύστημα και κατά την περίοδο των μεγάλων έργων και ειδικά των Ολυμπιακών. Τότε που, με μπροστάρη τον Μπόμπολα και άλλους ομίλους, η Ελλάδα μετατράπηκε σε ένα απέραντο εργοτάξιο, με τους κατασκευαστές να υπερτιμολογούν τα έργα, να εκβιάζουν ζητώντας συνεχώς πρόσθετες χρηματοδοτήσεις, σε σημείο που εξανάγκασαν ακόμα και τον Πάγκαλο να παραδεχτεί ότι «πληρώσαμε πέντε φορές παραπάνω την Αττική Οδό».

Την ίδια περίοδο  το Μega και τα υπόλοιπα κανάλια αφιέρωναν διθυράμβους  για την «ισχυρή Ελλάδα που αλλάζει» –με το αζημίωτο. Είναι τα χρόνια που γεννήθηκε  και το φαινόμενο της Γιάννας Αγγελοπούλου. Της σιδηράς κυρίας που πίεζε την κυβέρνηση Σημίτη να καλύψει  όλες τις απαιτήσεις των εργολάβων  για να παραδοθούν τα έργα. Η ίδια το καλοκαίρι του 2006 εξαγόρασε το πακέτο των μετοχών της εφημερίδας Ελεύθερος Τύπος και στη συνέχεια το 2007 τον ραδιοσταθμό Planet που στη συνέχεια μετονομάστηκε σε City 99.5, προκειμένου να παίξει τα δικά της πολιτικά και επιχειρηματικά παιχνίδια. Τρία χρόνια αργότερα έβαζε λουκέτο στην εφημερίδα και αποχωρούσε διακριτικά από το χώρο.

Υποταγή στα συμφέροντα
Η δύναμη που απέκτησαν τα ΜΜΕ στην Ελλάδα, και κυρίως οι μεγάλες μπίζνες που στήθηκαν με πολιορκητικούς κριούς τις ναυαρχίδες του τύπου και των καναλιών, έστησαν το περιβόητο σύστημα διαπλοκής στη Ελλάδα. Ο Καραμανλής δοκιμάζει με τον νόμο περί «βασικού μετόχου» να περιορίσει την επιρροή των εργολάβων στα ΜΜΕ, αλλά ανακρούει πρύμναν μπροστά στις αντιρρήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έμεινε μόνο ο μύθος μιας κυβέρνησης Καραμανλή που πήγε να συγκρουστεί με τους «νταβατζήδες» και «φαγώθηκε από τα συμφέροντα», παρότι η πενταετία διακυβέρνησής της περιλάμβανε επίσης έναν εντυπωσιακό αριθμό σκανδάλων και αποτυχιών.

Παρόμοια τύχη θα έχει και η απόπειρα του Γ. Παπανδρέου να συγκρουστεί με το εκδοτικό κατεστημένο και κυρίως με τον Ψυχάρη. Το μνημόνιο σήμανε το τέλος του ΓΑΠ και τα ΜΜΕ φρόντισαν να βάλουν οριστική ταφόπλακα στο πολιτικό μέλλον του.

Στον αντίποδα η κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου, όχι μόνο μπούκωσε τους κατασκευαστές με ζεστό χρήμα προσφέροντας δισεκατομμύρια ευρώ για την επανεκκίνηση των αυτοκινητόδρομων, αλλά νομιμοποίησαν  και τη δωρεάν  εκχώρηση  ψηφιακών τηλεοπτικών συχνοτήτων στους ιδιοκτήτες των μεγάλων καναλιών! Παραχώρησαν το ψηφιακό φάσμα για 15 χρόνια έναντι του ευτελούς ποσού των 18 εκ. ευρώ (όταν το όφελος  από την ψηφιακή εκπομπή  υπολογίζεται στα 715 εκ. ευρώ), μέσα από ένα διαγωνισμό-παρωδία στην εταιρία Digea, δηλαδή την κοινοπραξία των 6 τηλεοπτικών σταθμών (Mega, ΑΝΤ1, STAR, ALPHA, ΣΚΑΪ και Μακεδονία). Οι κινήσεις αυτές τους εξασφάλισαν στήριξη ακόμα και όταν ηττημένοι αποχωρούσαν  από τις προεδρικές καρέκλες τους, αφού τα σκάνδαλα της διακυβέρνησής τους θάφτηκαν.

Σήμερα η κυβέρνηση Τσίπρα και Παππά στήνει το δικό της σύστημα διαπλοκής επιλέγοντας να μοιράσει την πίτα σε παλιά και νέα τζάκια, με μοναδικό γνώμονα τα κανάλια των εργολάβων, των επιχειρηματιών και των εφοπλιστών να τους στηρίξουν με τον τρόπο που μόνο αυτοί ξέρουν…

About Γιάννης - Ορέστης Παπαδημητρίου (9 Articles)
Ο Γιάννης - Ορέστης Παπαδημητρίου έχει συνεργαστεί με εφημερίδες και διαδικτυακά μέσα και αποτελεί μέλος των συντακτικών ομάδων του περιοδικού UNFOLLOW και της αγγλόφωνης διαδικτυακής πλατφόρμας Athens Live.