SIEMENS: Κάτι παραπάνω από ένα σκάνδαλο

Δέκα χρόνια μετά το ξεκίνημα της έρευνας για τη Siemens, κανένας από τους 64 κατηγορούμενους δεν έχει λογοδοτήσει. Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι απλώς η Δικαιοσύνη λειτουργεί με βραδείς ρυθμούς. Στις περιπτώσεις που εμπλέκεται η Siemens, όμως, η απουσία έρευνας είναι ο κανόνας.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΖΩΝΤΑΝΟΣ / EUROKINISSI

Το 1909 ήρθε για πρώτη φορά στην Ελλάδα η Siemens, η γερμανική εταιρία που έναν αιώνα αργότερα έμελλε να μετατραπεί σε συνώνυμο του σκανδάλου, να προκαλεί αναγραμματισμούς του ονόματος της με τη λέξη «μίζα» και να σημαδέψει ανεξίτηλα τη νεότερη πολιτική ιστορία. Δύο κόμματα, περί- που 100 εκατομμύρια ευρώ και δεκάδες κατηγορούμενοι σε μία δίκη που έχει αναβληθεί επ’ αόριστον συνθέτουν μια υπόθεση που συχνά χαρακτηρίζεται ως «το μεγαλύτερο σκάνδαλο της Μεταπολίτευσης». Όχι το πρώτο όμως…

Η ενεργή παρουσία του γερμανικού κολοσσού στην Ελλάδα ξεκινάει στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, όταν η Siemens αναλαμβάνει την προμήθεια ηλεκτρονικού εξοπλισμού για την κατασκευή του τραμ της Καλαμάτας. Το πρώτο μεγάλο έργο όμως έρχεται το 1930, όταν η Siemens ιδρύει την Griechische Telefongesellschaft  AG (Ελληνική Τηλεφωνική Εταιρία) και στήνει το τηλεπικοινωνιακό δίκτυο της χώρας. Το 1949 η ΕΤΕ μετονομάζεται σε ΟΤΕ. Στο ενδιάμεσο, η Siemens γιγαντώνεται λειτουργώντας υπό τις εντολές του Τρίτου Ράιχ. Μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι επικεφαλής της εταιρίας καταδικάστηκαν, γιατί αποδείχτηκε ότι η εταιρία χρησιμοποιούσε αιχμάλωτους ως σκλάβους στα εργοστάσιά της, ενώ συνδεόταν και με την κατασκευή των στρατοπέδων συγκέντρωσης σε Άουσβιτς και Μπούχενβαλτ. Η ίδια η εταιρία έχει παραδεχτεί ότι, κατά την περίοδο του πολέμου, στα εργοστάσια της δούλευαν 10.000 με 20.000 αιχμάλωτοι.

Παπάγος, Καραμανλής και οι πρώτες μίζες
Η ταύτιση του ονόματός  της με τη ναζιστική Γερμανία δεν εμπόδισε τη Siemens να επιστρέψει γρήγορα στις συμφωνίες  με το μεταπολεμικό ελληνικό κράτος. Κατά την περίοδο 1953-1956 η κυβέρνηση Παπάγου συνταράσσεται από το πρώτο σκάνδαλο που αφορά τις σχέσεις Ελλάδας και Siemens.

Όλα ξεκίνησαν το 1953, όταν ο υπουργός Συντονισμού (και ουσιαστικά αντιπρόεδρος της κυβέρνησης) Σπ. Μαρκεζίνης υπογράφει μυστική συμφωνία με την Γερμανία, εξασφαλίζοντας ότι το έργο για τον εκσυγχρονισμό του ΟΤΕ και της Ελληνικής Ραδιοφωνίας θα αναλάβουν οι εταιρίες Siemens και Telefunken. Η συμφωνία υπεγράφη εν αγνοία του πρωθυπουργού Παπάγου, ο οποίος το έμαθε αφού το ελληνικό δημόσιο είχε προκηρύξει διεθνή διαγωνισμό για το έργο! Η αποκάλυψη αυτή προκάλεσε τη σφοδρή αντίδραση του τότε υπουργού Συγκοινωνιών και Δημοσίων Έργων, Κωνσταντίνου Καραμανλή, που υπέβαλε την παραίτησή του, η οποία όμως δεν έγινε δεκτή. Αργότερα πάντως ο Καραμανλής… άλλαξε γνώμη.

Ο Μαρκεζίνης παραιτείται και απομακρύνεται από το κυβερνόν κόμμα, τον «Δημοκρατικό Συναγερμό», αλλά με δημόσια δήλωσή του τον Νοέμβριο του 1955 ο Παπάγος, παρά το ότι καταγγέλλει τον πρώην υπουργό του και παρότι επιμένει ότι η συμφωνία υπογράφηκε εν αγνοία του, αποδέχεται τη συμφωνία, υπό τις πιέσεις της Γερμανίας.

Τελικά το 1956 ο «εθνάρχης» Κωνσταντίνος Καραμανλής αφήνει στην άκρη τις προηγούμενες σφοδρές του αντιδράσεις και δίνει το έργο του τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού στη Siemens. Ήταν η σειρά του τότε βουλευτή της αντιπολίτευσης, Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, να αντιταχθεί στη συμφωνία. Στο μεταξύ, για πρώτη φορά στην Ελλάδα γίνεται λόγος για μίζες στα έργα που αναλαμβάνει η γερμανική εταιρία όταν, μετά τη δημοσιοποίηση της μυστικής συμφωνίας, ο αντιπρόσωπος της Siemens-Telefunken στην Ελλάδα (και διευθυντής ραδιοφωνίας στην Κατοχή) Ι. Βουλπιώτης καταγγέλλει ότι ο υφυπουργός Συγκοινωνιών Κ. Παπακωνσταντίνου του ζήτησε 100.000 δολάρια για να συναινέσει στη συμφωνία και 1.000 χρυσές λίρες για άλλο πρόσωπο. Η υπόθεση καταλήγει στα δικαστήρια ως μια απλή διαμάχη «συκοφαντικής δυσφήμισης» μεταξύ Παπακωνσταντίνου και Βουλπιώτη. Υπό την πίεση της αντιπολίτευσης, η κυβέρνηση συστήνει Εξεταστική Επιτροπή, που θεωρεί ως μόνους υπαιτίους τον Μαρκεζίνη και τον διάδοχό του στο υπουργείο Συντονισμού, Θ. Καψάλη, που όμως είχαν ήδη απομακρυνθεί από το κόμμα. Η υπόθεση έληξε εκεί.

Η Siemens κατοχυρώνει την παρουσία της
Οσμή σκανδάλου είχε και μια άλλη υπόθεση που αφορά τη γερμανική  εταιρία, την περίοδο 1989-1990. Ήταν η σειρά τότε του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη να μετατραπεί από κατήγορο σε υπερασπιστή της Siemens.

Στη δεκαετία του 1980 γίνεται μια επανάσταση στις τηλεπικοινωνίες, η εισαγωγή των ψηφιακών κέντρων. Ο ΟΤΕ πρέπει να μπει στη νέα τεχνολογία και επομένως να διαλέξει τεχνολογικό πρότυπο, άρα και την εταιρία που θα έπαιρνε την προμήθεια. Τον Σεπτέμβριο 1986, σε ειδική συνεδρίαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου η Βάσω Παπανδρέου εισηγείται να προ- τιμηθούν η Siemens και η Erickson. Το 1988 το ΔΣ του ΟΤΕ (με πρόεδρο τον Θεοφάνη Τόμπρα) αποφασίζει την ανάθεση της προμήθειας 470.000 ψηφιακών παροχών στη Siemens και την Intracom του Σωκράτη Κόκκαλη. Το 1989 η δικαιοσύνη ματαίωσε τη σύμβαση που είχε υπογράψει ο ΟΤΕ με τη Siemens και την Intracom. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια εκείνης της ασταθούς περιόδου με τις συνεχείς εκλογικές αναμετρήσεις, υπογράφονται δύο συμβάσεις του ΟΤΕ με τη Siemens και την Intracom, συνολικής αξίας 31 δισ. δραχμών, με απόφαση των τριών πολιτικών αρχηγών που είχαν συνομολογήσει την Οικουμενική κυβέρνηση: του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, του Ανδρέα Παπανδρέου και του Χαρίλαου Φλωράκη.

Οι συμφωνίες υπογράφηκαν παρά την αντίθεση του Γιάννη Κεφαλογιάννη, αναπληρωτή υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών στην κυβέρνηση Ζολώτα, ο οποίος θα υποβάλλει  την παραίτησή του. Όπως θα πει το 2010 «όχι μόνο ήταν παράνομη η απευθείας ανάθεση των ψηφιακών παροχών στις εταιρίες Intracom και Siemens αλλά και οι τιμές τους ήταν διπλάσιες ή ακόμα και τριπλάσιες από τις τιμές των ψηφιακών παροχών που υπήρχαν στη διεθνή αγορά».

Η Οικουμενική κυβέρνηση «άδειασε» τον Κεφαλογιάννη και υποστήριξε τη συμφωνία, παρότι αρχικά είχε αποφασίσει τη διενέργεια ανοιχτού διεθνούς διαγωνισμού. Ο Κεφαλογιάννης αποφάσισε να παραιτηθεί, αλλά ο Κ. Μητσοτάκης του ζήτησε να καθυστερήσει για λίγο την ανακοίνωση της παραίτησης. Λίγες μέρες μετά η Οικουμενική διαλύεται, αφού παραιτήθηκαν 16 υπουργοί, με επίσημη αιτιολογία τη διαφωνία για τις κρίσεις των ενόπλων δυνάμεων.

Παρά τον θόρυβο που ξέσπασε το 1990, Siemens και Intracom συνέχισαν να αναλαμβάνουν δημόσια έργα. Δύο περιπτώσεις είναι χαρακτηριστικές. Το 1993 ο ΟΤΕ ανοίγει τις δεσμευτικές προσφορές από 5 υποψήφιους για ένα έργο-μαμούθ που αφορούσε 1,2 εκατ. ψηφιακές παροχές. Για ανεξήγητους λόγους η κύρωση του διαγωνισμού καθυστερεί για μήνες. Τελικά το 1994 η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ αναθέτει απευθείας το έργο στη Siemens και την Intracom. Η δεύτερη περίπτωση είναι ακόμη πιο εντυπωσιακή. Οι κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης όριζαν ότι από την 1η Ιανουαρίου 1998 ήταν υποχρεωτικοί οι διεθνείς διαγωνισμοί. Λίγες μέρες πριν γίνει αυτό, τον Δεκέμβριο 1997, ο υπουργός Μεταφορών Τάσος Μαντέλης (που θα τον ξανασυναντήσουμε παρακάτω) δίνει με απευθείας ανάθεση έργα ύψους 222,7 δισ. δραχμών στην Intracom και 150 δισ. στη Siemens. Ο Μαντέλης είχε αναλάβει τη θέση του Υπουργού Μεταφορών μετά την παραίτηση του Χάρη Καστανίδη, ο οποίος προσπάθησε χωρίς επιτυχία να συστήσει ανεξάρτητη αρχή για τις δημόσιες συμβάσεις και τελικά παραιτήθηκε υποστηρίζοντας ότι «ορισμένοι εκλαμβάνουν την παρουσία μου στο υπουργείο Μεταφορών ως εμπόδιο στην ελεύθερη άσκηση των παιγνίων τους». Ήταν η έκτη αλλαγή υπουργού Μεταφορών σε τέσσερα χρόνια…

Το σκάνδαλο και η έρευνα που αγνοείται
Μισό αιώνα μετά το πρώτο σκάνδαλο Siemens, έρχεται στη δημοσιότητα το δεύτερο, διεθνούς κλίμακας αυτήν τη φορά. Το 2006 γίνεται γνωστό στην Γερμανία ότι η Siemens έχει δαπανήσει 1,3 δισ. ευρώ κατά την περίοδο 1998-2006 για τον χρηματισμό πολιτικών προσώπων και αξιωματούχων σε 60 χώρες, προκειμένου να αναλαμβάνει δημόσια έργα. Όσον αφορά την Ελλάδα, στελέχη της γερμανικής εταιρίας ισχυρίζονται ότι οι μίζες φτάνουν το ποσό των 130 εκατ. μάρκων (66 εκατ. ευρώ). Ακολουθούν έρευνες από την ελληνική Δικαιοσύνη και η σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής από τη Βουλή, το 2010. Τρία πρόσωπα συνδέονται άμεσα με τον παράνομο χρηματισμό: Ο τότε διευθύνων σύμβουλος της Siemens Ελλάδος, Μιχάλης Χριστοφοράκος, που διέφυγε στη Γερμανία το 2007. Ο στενός συνεργάτης του πρώην πρωθυπουργού Κ. Σημίτη, Θεόδωρος Τσουκάτος, που παραδέχτηκε ότι το 1999 έλαβε από τη Siemens 1 εκατ. μάρκα που μπήκαν στα ταμεία του ΠΑΣΟΚ. Και ο υπουργός Μεταφορών και Συγκοινωνιών στην πρώτη κυβέρνηση Σημίτη, Τάσος Μαντέλης, που ομολόγησε ότι κατά την περίοδο 1998-2000 έλαβε 450.000 μάρκα, ένα μέρος από τη Siemens και ένα «χωρίς να γνωρίζει την προέλευσή του». Ο Μαντέλης υποστηρίζει ότι τα χρήματα αυτά «δεν ήταν μίζα», αλλά «προεκλογική χορηγία».

Οι βασικές υποθέσεις που περιλαμβάνονται στη δικογραφία  αφορούν την προμήθεια των πυραύλων PATRIOT, την προγραμματική σύμβαση «8002» του ΟΤΕ, ενώ η δικογραφία για τα συστήματα ασφαλείας των  Ολυμπιακών Αγώνων αφορά τη σύμβαση του 2003 με την αμερικανική εταιρία SAIC για το έργο της κατασκευής, εγκατάστασης και λειτουργίας του συστήματος C4I με υπεργολάβο τη Siemens. Την περίοδο της διερεύνησης του σκανδάλου, έγινε επίσης γνωστό ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε παραλάβει ηλεκτρονικό εξοπλισμό αξίας 130.000 ευρώ από τη Siemens για την προεκλογική περίοδο του 2007, με όρο να εξοφλήσει το ποσό σε 60 ημέρες. Ο νυν αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας, όμως, περίμενε μέχρι το 2008 για να εξοφλήσει τον εξοπλισμό. Ήταν ακριβώς τότε που η Δικαιοσύνη άνοιγε ξανά την υπόθεση Siemens, ενώ λίγες μόλις μέρες πριν ο Μητσοτάκης αποπληρώσει τον εξοπλισμό (29 Μαΐου), οι ένορκες καταθέσεις έκαναν λόγο για «δωρεές και χορηγίες της Siemens σε πολιτικά πρόσωπα».

Ο ίδιος ο Χριστοφοράκος παραμένει ελεύθερος αφού τα γερμανικά δικαστήρια αρνήθηκαν να εκτελέσουν τα ευρωπαϊκά εντάλματα σύλληψης σε βάρος του, που είχαν εκδώσει οι ελληνικές αρχές, θεωρώντας ότι τα σχετικά αδικήματα είχαν παραγραφεί. Επέλεξε να καταδικαστεί σε πρόστιμο και ολιγόμηνη ποινή με εξαγοράσιμη αναστολή στην Γερμανία για το πλημμέλημα της παράπλευρης βοήθειας σε απιστία κατά της εταιρίας Siemens. Το γερμανικό ποινικό σύστημα μάλλον επέλεξε τη συγκάλυψη ως προς τις ποινικές ευθύνες κάποιου που υπηρέτησε τα γερμανικά συμφέροντα.

H Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής προσδιόρισε τη ζημιά του ελληνικού Δημοσίου από τις μίζες της Siemens στα 2 δισ. ευρώ. Το 2012 όμως ο υπουργός Οικονομικών Γιάννης Στουρνάρας είχε διαφορετική άποψη. Προχώρησε σε εξωδικαστικό συμβιβασμό με τη γερμανική εταιρία, ύψους 270 εκατ. ευρώ. Συγκεκριμένα, η Siemens υποχρεωνόταν να καταβάλει στο ελληνικό δημόσιο 80 εκατ. ευρώ, σε συμψηφισμό με αντίστοιχες απαιτήσεις σε βάρος φορέων του ελληνικού δημοσίου, τη διάθεση 100 εκ. ευρώ για επενδύσεις στην Ελλάδα και την παροχή 90 εκ. ευρώ για τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων που είχαν να κάνουν μεταξύ άλλων με την καταπολέμηση της διαφθοράς. Η συμφωνία Στουρνάρα προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις από τον ΣΥΡΙΖΑ, που βρισκόταν τότε στην αξιωματική αντιπολίτευση. Ομάδες πολιτών προσέφυγαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας για την ακύρωση του συμβιβασμού. Μετά από συνεχείς αναβολές, το 2015 το ΣτΕ γνωμοδότησε υπέρ της απόφασης Στουρνάρα. Ενώ ο Αλέξης Τσίπρας υποσχόταν προεκλογικά την ακύρωση του συμβιβασμού, τελικά η νυν κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ τον αποδέχτηκε τον Δεκέμβριο του 2015 και τώρα τον εφαρμόζει.

Η υπόθεση Siemens επανήλθε στη δημοσιότητα το καλοκαίρι που μας πέρασε, όταν αναβλήθηκε επ’ αόριστον η αρχή της δίκης στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων, καθώς το βούλευμα δεν είχε προλάβει να… μεταφραστεί στα γαλλικά και τα γερμανικά. Η διερεύνηση της υπόθεσης θυμίζει πλέον φιάσκο. Δέκα χρόνια μετά το ξεκίνημα της έρευνας, κανένας από τους 64 κατηγορούμενους δεν έχει λογοδοτήσει, ο Χριστοφοράκος έχει διαφύγει στο εξωτερικό, ενώ παραμένει άγνωστο το πότε θα συνεχιστεί η δίκη. Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι απλώς η Δικαιοσύνη λειτουργεί με βραδείς ρυθμούς. Στις περιπτώσεις που εμπλέκεται η Siemens, όμως, η απουσία έρευνας είναι απλά ο κανόνας.

Siemens και πάλι (με «αριστερό» πρόσημο)
Η ιστορία έχει διδάξει ότι παρά τα διαδοχικά σκάνδαλα, η Siemens βρίσκει πάντα τον τρόπο να συνάπτει συμφωνίες με το ελληνικό κράτος. Ακόμα και εάν στην εξουσία δεν βρίσκονται οι «συνήθεις ύποπτοι» ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, αλλά ένα νέο κόμμα, ο ΣΥΡΙΖΑ.

Η αρχή έγινε από την Ρένα Δούρου, όταν τον Ιούνιο 2015 η Οικονομική Επιτροπή της Περιφέρειας Αττικής κατακύρωσε στη Siemens το έργο συντήρησης και λειτουργίας του Κέντρου Διαχείρισης Κυκλοφορίας, ύψους 3,6 εκατ. ευρώ, όπως αποκάλυψε το περιοδικό UNFOLLOW. Τον διαγωνισμό είχε προκηρύξει η προηγούμενη διοίκηση της Περιφέρειας, υπό τον Γιάννη Σγουρό, με όρους «φωτογραφικούς» για να τον αναλάβει είτε η Siemens είτε κάποια θυγατρική της. Η υπόθεση, βέβαια, ξεκινάει παλιότερα: το 2001 η Siemens είχε αναλάβει το Κέντρο Διαχείρισης Κυκλοφορίας, δηλαδή τη λειτουργία των καμερών που καταγράφουν την κυκλοφορία στους δρόμους, με απόφαση της κυβέρνησης Σημίτη, ενόψει των Ολυμπιακών Αγώνων και εν μέσω επικρίσεων για τη δυνατότητα της εταιρίας να έχει πρόσβαση σε ευαίσθητα δεδομένα των πολιτών. Το 2005 με απόφαση της κυβέρνησης Καραμανλή ουσιαστικά το κατοχύρωσε για πάντα, αφού υπήρξε η πρόβλεψη να μην επιτρέπεται σε καμία εταιρία να συμμετέχει στο διαγωνισμό αν δεν διαθέτει «τεχνογνωσία Siemens», δηλαδή αν δεν έχει την έγκριση και την υποστήριξη της Siemens.

Ο διαγωνισμός ήταν δηλαδή… νόμιμα «φωτογραφικός». Η διοίκηση Δούρου, όμως, είχε τα χρονικά περιθώρια να επαναπροκηρύξει τον διαγωνισμό, κάτι που δεν έκανε. Αντίθετα, μετά τη δημοσιοποίηση του θέματος, η Περιφέρεια υποσχέθηκε ΕΔΕ για τη συμφωνία με τη Siemens, μόνο που αυτή δεν ασχολήθηκε με το γιατί επιλέχθηκε η «αμαρτωλή» εταιρία, αλλά με το πώς διέρρευσε η είδηση! Η Ρ. Δούρου υποστήριξε ότι «οι διαδικασίες έγιναν νόμιμα», ωστόσο λόγω του θορύβου που δημιουργήθηκε, η υπογραφή της σύμβασης καθυστέρησε 10 μήνες. Tελικά επιλέχθηκε ο δεύτερος μειοδότης. Μόνο που, σύμφωνα με τους όρους του διαγωνισμού, η δεύτερη εταιρία είχε επίσης την έγκριση της Siemens και προσωπικό εκπαιδευμένο από τη Siemens: δεν είναι Γιάννης, είναι Γιαννάκης, δηλαδή. Και βέβαια, το νομικό οπλοστάσιο που κατοχυρώνει την προτεραιότητα της Siemens στο έργο αυτό στο διηνεκές, παραμένει κανονικά σε ισχύ…

About REPORT (39 Articles)
Μηνιαίο περιοδικό έρευνας