«Άλλο Πέπη κι άλλο πρέπει»: Η τηλεόραση, το ΕΣΡ και η ποιότητα

Αν ένας από τους βασικούς λόγους της δημιουργίας του Εθνικού Συμβούλιου Ραδιοτηλεόρασης ήταν η διασφάλιση της ποιότητας του εκπεμπόμενου προγράμματος σε συνθήκες ιδιωτικής τηλεόρασης, τότε η εμπειρία κοντά 30 ετών δείχνει ότι η αποτυχία υπήρξε ολοκληρωτική. Μεταξύ απόλυτου τρας και ποιότητας, το ΕΣΡ προσπάθησε απλώς να περιορίσει το κιτς. Και αυτό όχι με όρους αισθητικής, αλλά ηθικής.

Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από την τηλεόραση• το φάντασμα του τρας (από το trash=σκουπίδι). Όλες οι δυνάμεις της γερασμένης τηλεοπτικής ηγεσίας ενώθηκαν σε μια ιερή συμμαχία για να κυνηγήσουν, υποτίθεται, αυτό το φάντασμα: οι κριτικοί και οι πανεπιστημιακοί, οι ίδιοι οι καναλάρχες, μέρος του κοινού και το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης. Ποιο κανάλι δεν έχει κατηγορηθεί ως τρας από τα ανταγωνιστικά του; Ποιο κανάλι δεν αντιπάλεψε με την κατηγορία του τρας τους πιο προοδευτικούς ανταγωνιστές του; Ένα ανηλεές «αλληλοκατηγορώ» στο όνομα της ποιότητας.

Ένα πράγμα βγαίνει ως συμπέρασμα από αυτό το γεγονός: Το τρας αναγνωρίζεται πλέον απ’ όλες τις τηλεοπτικές δυνάμεις ως μια δύναμη.

Το  φάντασμα  του  τρας  θα μπορούσε να αποκρυσταλλωθεί –ως υποδειγματική μορφή ύπαρξής του– στο περιβόητο πια «Ερωτοδικείο», που μεσουράνησε τη δεκαετία του 1999 στη συχνότητα του New Channel. Και ποιος δεν θυμάται την πρόεδρο Βίκυ Μιχαλονάκου; Μια «μιλφάρα» –με όρους περιγραφής τρας πορνογραφίας– με βαθιά αισθησιακή φωνή, η οποία υποτονθορίζει τα σεξουαλικά υπονοούμενα που βρίσκει σχεδόν παντού. Παρουσιάστρια εκπομπής που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι μία από τις αφηγήτριες που χρησιμοποιούν οι ακόλαστοι ήρωες του Μαρκήσιου ντε Σαντ για να αρτύνουν τις διαστροφικές φαντασιώσεις τους. Πλάι της, στο ρόλο του εισαγγελέα, ο Λεωτσάκος. Ανέραστος, νευρωτικός, ο τύπος του ανθρώπου που, στον συλλογικό  νου, καμία φαντασίωση δεν θα μπορούσε να αρθρωθεί πάνω του. Δημόσιος κατήγορος δημόσιων παθών εκπροσωπεί  τον απηυδισμένο  από το θέαμα θεατή. Γίνεται ο ηθικός πυλώνας ενός σκηνικού Σοδόμων και Γομμόρων. Κι από κάτω, ο χορός των ενόρκων. Άνθρωποι «καθημερινοί», οικειοθελώς συμμετέχοντες στη δίκη του έρωτα που εξελίσσεται. Ακούνε τα στοιχεία, τις εξομολογήσεις, τις απολογίες και βγάζουν τα συμπεράσματά τους. Στο εδώλιο ένας ακόλαστος. Ένα θύμα των παθών που ήρθε να δώσει λόγο για την απομάκρυνσή του από τις νόρμες της εύτακτης κοινωνίας, της ίδιας εντούτοις κοινωνίας που, κρυφά, στα σκοτεινά, παρακολουθεί ηδονοθηρικά το μαρτύριό του.

Το ΕΣΡ,  η ανεξάρτητη αρχή που έχει ως σκοπό της, πέρα από τη διαχείριση των μεταβιβάσεων των ιδιοκτησιών και λοιπά «τεχνικά» ζητήματα, το μείζον και ιδεολογικού  προσήμου καθήκον  της διασφάλισης της ποιότητας του εκπεμπόμενου προγράμματος, θα ασχοληθεί με το «Ερωτοδικείο», εν μέσω άλλων υποθέσεων, με τη γνώριμη τακτική των ελαφρών οικονομικών προστίμων. Όπως, για παράδειγμα, διαβάζουμε σ’ ένα έντυπο με έντονη την πρόθεση του ηθικού ελέγχου, τον Ριζοσπάστη: «Το πρώτο πρόστιμο, ύψους 15 εκατομμυρίων δραχμών, επιβλήθηκε στην εκπομπή του “Ερωτοδικείου”, γιατί στο εμετικό και γλοιώδες αυτό μεταμεσονύκτιο σόου της τηλεστάρ Β. Μιχαλονάκου παρουσιάστηκε ερωτικό σύμπλεγμα δύο γυναικών που στερούνταν από οποιοδήποτε καλλιτεχνικό  και αισθητικό στοιχείο. Ειδικότερα, επιβλήθηκε  το πρόστιμο, γιατί παραβιάζονταν οι συνταγματικές και νομοθετικές επιταγές (άρθρο 15) για την εξασφάλιση ποιοτικής στάθμης των προγραμμάτων των τηλεοπτικών σταθμών».1

Δεν με αφορά εδώ η κριτική εξέταση του τρόπου που επέβαλε τα πρόστιμα το ΕΣΡ.  Με αφορά όμως η σχέση της απόφασης για το πρόστιμο με τη δικαιολόγησή του, την οποία και ασμένως επικροτεί ο Ριζοσπάστης. Σύμφωνα με το σκεπτικό, αυτό που τιμωρείται είναι το ερωτικό σύμπλεγμα των δύο γυναικών, η υπόνοια δηλαδή της γυναικείας ομοφυλοφιλίας. Είναι δηλαδή η υπόνοια ενός «λεσβιανισμού», ενός «καλλιτεχνικού και αισθητικού στοιχείου» που προκαλεί την αντίδραση και όχι η γενικευμένη απουσία ενός στοιχείου αισθητικότητας από την εκπομπή. Επί της ουσίας, δηλαδή, η αντιαισθητικότητα και η χαμηλή ποιότητα, το τρας της εκπομπής ενοχλούν όχι εν γένει, όπως πιθανώς θα νόμιζε κανείς, αλλά τη στιγμή που σε αυτές προσκολλάται,  ως προστιθέμενη αξία, μια ηθική ποιότητα μη ανεκτή, όπως η ομοφυλοφιλία– και δη μεταξύ γυναικών. Το πρόβλημα δηλαδή δεν είναι η ποιότητα του προϊόντος αλλά η ηθική του. Το τρας γίνεται κακό όταν δεν εκτελεστεί απλώς ως τρας, αλλά όταν γίνει και ηθικά άγαρμπο. Όταν μεταβιβάζει δηλαδή, πέρα από κακό γούστο, και «κακά» ηθικά πρότυπα συμπεριφοράς.

Η προσέγγιση αυτή θυμίζει την αντίληψη για τον βιασμό, όπως αυτή παρουσιάζεται στο όραμα της Παγκόσμιας Συμπολιτείας στον 5ο τόμο του Μεγάλου Ανατολικού, σαν να πρόκειται δηλαδή τελικά για ένα ζήτημα χειρισμού και όχι ουσίας: «Ο βιασμός με την νομικήν έννοιαν (δηλαδή η είσδυσις διά της βίας με το πέος εις το αιδοίον ή τον πρωκτόν μιας γυναικός ή ενός κορασίου) τύποις απηγορεύετο, αλλ’ αι κυρώσεις ήσαν τόσον ελαφραί που ουσιαστικώς η πράξις αυτή εθεωρείτο θεμιτή αφού δι’ οιονδήποτε βιασμόν, εφ’ όσον δεν συνωδεύετο από σοβαράς κακώσεις, η ποινή που επεβάλλετο εις τους μηνυομένους διά τοιαύτας πράξεις ήτο ολιγοήμερος κράτησις (μη εξαγοραζόμενη αλλά εις άνετα κρατητήρια εκτιομένη) και μικρόν πρόστιμον εις όλους προσιτόν».2
Ποιότητα διά των προστίμων;

Το «μικρόν πρόστιμον εις όλους προσιτόν» είναι η συνήθης πρακτική με την οποία το ΕΣΡ προσπαθούσε να ρυθμίσει τα της ποιότητος στην τηλεοπτική αποικία όπου, καταπώς το θέλει ο ποιητής, «τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια». Η ποιότητα λοιπόν, διά των προστίμων, ορίζεται και καθορίζεται ως ένας τρόπος διαχείρισης του γενικευμένου περιβάλλοντος κακογουστιάς και αντιαισθητικότητας, ως αποφυγή, έστω, μερικών κακών ηθικών ποιοτήτων. Η ποιότητα δεν συνιστά ένα μέγεθος, μια ουσία που κάπως την έχουμε ορίσει, αλλά ένα περίγραμμα, που μάλλον προς τα κάτω ωθεί παρά ρυθμίζει μια συμπεριφορά.

Είχε δίκιο λοιπόν ν’ αναρωτιέται, ρητορικά, η Βίκυ Μιχαλονάκου σε συνέντευξή της εκείνη την εποχή: «Αν το “Ερωτοδικείο” είναι trash, τότε τα τηλεοπτικά παράθυρα και οι ειδήσεις τί είναι;»3

pepi1Η ερώτηση είναι σημαντική γιατί αποκαλύπτει το «Ερωτοδικείο» ως προνομιακή μορφή εισόδου της πρόσληψης στο τηλεοπτικό τοπίο, όπως οργανώθηκε με την επέλαση της ιδιωτικής τηλεόρασης. Το αποκαλύπτει ως μια διεστραμμένη πλατωνική ιδέα της οποίας οι υπόλοιπες εκπομπές είναι το έκτυπο. Ας το δούμε αναλυτικότερα: Στο «Ερωτοδικείο» ενώνονται τρεις διαφορετικές ποιότητες ομολογίας. Αυτές οι τρεις ποιότητες αντανακλώνται και στο ΕΣΡ ως κατοπτρικός αναδιπλασιασμός: όπως η τηλεόραση έτσι και η Αρχή που την εποπτεύει.

Το σκηνικό της εκπομπής δείχνει, με μια ματιά κιόλας, την πρώτη: είναι η δικαστική. Η ομολογία είναι ομολογία μιας ενοχής. Το τηλεοπτικό θέαμα προϋποθέτει έναν δικαστή και έναν ένοχο που προσπίπτει εμπρός του για μεταμέλεια. Το υποκείμενο της τηλεθέασης ταυτίζεται εναλλάξ και με τις δύο μορφές: ενσωματώνει την ενοχή ως δική του ενώ, την ίδια στιγμή, ασκεί τη σκληρή δικαστική ιδιότητα του ένορκου: καταγγέλλει, κρίνει αφ’ υψηλού. Αυτή είναι και η βασική ιδιότητα του ΕΣΡ: απευθύνει τη δικαστική του εξουσία. Κρίνει. Καλεί το πρόγραμμα σε απολογία και το ζυγίζει.

Ταυτόχρονα όμως ο ρόλος της Μιχαλονάκου είναι και ρόλος ψυχαναλύτριας. Η ομολογία είναι ομολογία φαντασίωσης: ψυχαναλυτική. Σε αντίθεση με τη δικαστική ενοχή, η ψυχαναλυτική λειτουργία καλεί το υποκείμενο να ξετυλίξει την ιστορία του ως ονειρική κατάσταση. Ο ρόλος του κεντρικού προσώπου του ελέγχου είναι να διανείμει αυτήν τη φαντασίωση, να την καλουπώσει, να τη συνετίσει. Ο καλεσμένος μιλά όπως ένας ασθενής σε ντιβάνι και ο απέναντι τον προτρέπει να συνεχίσει να μιλά. Μιλώντας ο ένας, ακούγοντας ο άλλος, το πρόγραμμα γίνεται συνεδρία ανοικτή σε ένα πλήθος. Παράλληλα, το ΕΣΡ λειτουργεί ως ο ελεγκτικός ψυχαναλυτής. Η ηθική ρύθμιση της ποιότητας κατανέμει τις επιτρεπτές φαντασιώσεις που το θέαμα παράγει. Οι εκπομπές προστρέχουν σ’ αυτό για να διέλθουν μεταβιβαστικά σε μια κατάσταση υγείας.

Τρίτον, η ομολογία ενέχει το στοιχείο της ενοχής, είναι εξομολόγηση. Η λειτουργία που επιτελείται είναι εδώ –σχεδόν– θρησκευτική. Αυτός που προστρέχει στην εκπομπή δεν το κάνει ούτε για να απολογηθεί ούτε για να γιατρευτεί από το άγος των φαντασιώσεών του, αλλά για να συγχωρεθεί από την ανώτερη δύναμη του θεάματος.  Η πρόεδρος Μιχαλονάκου είναι μια ιέρεια της μετάβασης εκ νέου στην άσπιλη καθαρότητα. Κανοναρχεί, ακούει και παραπέμπει στην κρίση των «ενόρκων»  ως κρίση μετάνοιας. Παράλληλα,  το ΕΣΡ, επιβάλλοντας πρόστιμο, επαναφέρει την πλανημένη, την εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα εκπομπή στην κατάσταση της αμολυντότητας. Συγχωρεμένη, εξοφλώντας το ηθικό της χρέος, έστω και σε μορφή χρημάτων, επανέρχεται στις τάξεις της πιστότητας, σε μια ομολογία κοινωνικής πίστεως.

 

Τριάντα χρόνια ποιότητα

Πάνω σ’ αυτές τις τρεις ποιότητες θ΄ αποκρυσταλλωθεί τα τριάντα αυτά χρόνια η λειτουργία της ελληνικής ιδιωτικής τηλεόρασης. Αυτό που  το ΕΣΡ, βάσει  του Συντάγματος, έρχεται να προασπίσει ως ποιότητα του τηλεοπτικού περιεχομένου και προγράμματος δεν είναι εντέλει τίποτε άλλο από τις κανονικοποιούσες αυτές ποιότητες. Η ποιότητα δεν είναι ουσία ενός τηλεοπτικού προϊόντος, αλλά μάλλον οι τρόποι που αυτό παράγεται εντός μιας γκάμας αποδεκτών νορμών. Δεν είναι υπερβολή να ειπωθεί ότι η τριμερής αυτή δομή διατρέχει οριζοντίως και καθέτως όλο το πρόγραμμα ενός τυπικού τηλεοπτικού σταθμού, όπως η τριαντάχρονη σχεδόν εμπειρία δείχνει.

Από τα ενημερωτικά πρωινά στα «πρωινάδικα», αυτό που αλλάζει είναι η μετατόπιση από τη δικαστική στην ψυχαναλυτική λειτουργία, μετατόπιση που εσχάτως συμβολίζεται από τα ποδοκεντρικά πλάνα των ενημερωτικών εκπομπών στα στηθοκεντρικά των ψυχαγωγικών ή, άλλως, από τη μετάβαση από την Πόπη Τσαπανίδου στη Φαίη Σκορδά και την Ελένη Μενεγάκη. Ποιος θα ξεχάσει επίσης τα «μεσημεριανάδικα» σόου με αποκλειστική βάση την απόλυτη αυτοαναφορικότητα της ελληνικής τηλεόρασης: ποιος βγήκε σε ποιον και είπε τι; Ποιος θα ξεχάσει επίσης την κλασική δομή των δελτίων ειδήσεων με τα τηλεπαράθυρα όπου οι ταυτόχρονες συνεντεύξεις πολιτικών προσώπων λειτουργούν ακόμη πιο τρασικά και από τις κορυφαίες στιγμές του «Ερωτοδικείου» ως παράλληλες ομολογίες μιας υπερπολιτικής ενοχής; Για να μην αναφερθούμε στα ριάλιτι σόου ή στις παρεμφερείς εκπομπές εγκλεισμού των πρωταγωνιστών και έκθεσης στο αδηφάγο βλέμμα του κοινού επί εικοσιτετραώρου βάσεως.

Μια συνεχής, υποβοηθούμενη, διαρκής και απαιτητική παραγωγή ομολογιών (αποκλειστικοτήτων, εκμυστηρεύσεων, «κατηγορώ», αποκαλύψεων κ.λπ.) που εκπέμπεται συστηματικά χωρίς καμία αλλαγή από τη μετάβαση από τον καθοδικό  σωλήνα στις τηλεοράσεις plasma και LCD. Κι αν το «Ερωτοδικείο» σταμάτησε νωρίς, μπορούμε να πούμε ότι σε σχέση με ό,τι ακολούθησε διατηρεί την αθωότητα της ειλικρίνειας. Όλοι εκεί πίστευαν ό,τι έκαναν, πίστευαν ότι ήταν κάτι όντως σημαντικό. Οι διάδοχες σειρές, από την Αννίτα Πάνια και την ολοσχερή εκμετάλλευση του ανθρώπινου πόνου ως τον Θέμο Αναστασιάδη και την απόλυτη εμπορευματοποίηση του ανθρώπινου  (με έμφαση στο γυναικείο) σώματος, χαρακτηρίζονται από την αντικατάσταση της πίστης από την προσποίηση: εδώ όλοι ξέρουμε τι κάνουμε, παίζουμε τον εαυτό μας να ευτελίζεται. Και το κάνουμε μετά λόγου γνώσεως διότι έχουμε κανονικοποιήσει το μηχανισμό που μας υποδέχεται και μας διαχέει ως οιονεί φυσικό: «Αυτό είναι και αυτό πουλάει». Από την ιδεολογία του «δεν ξέρω» στον κυνισμό του «δεν με νοιάζει».

 

Και το ΕΣΡ, κύριοι;

Ας ξαναδιαβάσουμε τη συνταγματική «επιταγή» όπως αυτή αποτυπώνεται στο άρθρο 15. Ο έλεγχος που ασκεί το ΕΣΡ στοχεύει «στην εξασφάλιση της ποιοτικής στάθμης των προγραμμάτων που επιβάλλει η κοινωνική αποστολή της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης και η πολιτιστική ανάπτυξη της Χώρας, καθώς και στον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στην προστασία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας». Ό,τι ακριβώς δηλαδή ζήσαμε και ζούμε για τριάντα χρόνια…

Σ’ όλη την παραπάνω  διαδικασία κανονικοποίησης  των θεατών ως αντικειμένων και υποκειμένων ταυτόχρονα της ομολογίας, το ΕΣΡ διατηρεί τον ρόλο του εξαφανιζόμενου μέσου. Το περιεχόμενο περνάει από την κρησάρα του για να βγει από εκεί ατόφιο, άντε με μερικές χιλιάδες ευρώ πρόστιμο, σταγόνα στον ωκεανό της διαφημιστικής πίτας, ξεπλυμένο στο γάργαρο νερό που εξασφαλίζει εχέγγυα ποιότητας βάσει Συντάγματος. Μοιάζει λες και ολόκληρη η ανεξάρτητη αρχή να υπάρχει για να καλύπτει απλώς με στρετς τις ρώγες των χορευτριών του στριπτίζ, όταν και ένα μωρό παιδί ξέρει ότι το ζητούμενο εδώ δεν είναι η απόλυτη γυμνότητα αλλά ο χορός της σαγήνης. Ο έλεγχος της ποιότητας μοιάζει να θέλει να μεσολαβήσει ανάμεσα σε δύο εξω-πραγματικότητες: μία που υποστηρίζει πως «αυτό είναι η τηλεόραση», που αναγνωρίζει ότι το επίπεδο θα είναι, ούτως ή άλλως, χαμηλό και μία που απαντά: «Ναι, αλλά υπάρχουν όρια». Αυτά γίνονται αντιληπτά, προφανώς, ως η διατήρηση της σωστής ηθικής τάξης όπως αυτή νοείται από τους γυμνασιακής υφής συμμετέχοντες στην αρχή. Η «ποιότητα», την οποία έτσι διασφαλίζει το ΕΣΡ, είναι μια εξωπραγματική μεσότητα μεταξύ αισθητικά κακού και ηθικά χειρότερου.

«Όταν η έννομη τάξη ούτε εξωραΐζεται από τελετές ούτε απειλείται από εξεγέρσεις, το γούστο βρίσκεται στο έλεος της ελαφρότητας».4 Η φράση  αυτή του τεχνοκριτικού  και ποιητή Νίκολας Κάλας, ειπωμένη αλλού και για άλλους λόγους, έρχεται να κουμπώσει στην πραγματικότητα της ελληνικής τηλεόρασης. Αν, όπου «έννομη τάξη» θέσουμε την ελληνική τηλεόραση, με την πρωτοκαθεδρία της δημόσιας τηλεόρασης, με τον κανόνα και τις νόρμες της, και όπου «εξεγέρσεις» τις εικονοκλαστικές επαναστάσεις που υποτίθεται ότι θα έφερνε η απελευθέρωση της τηλεόρασης από τον κρατικό ζυγό, τότε η συνύπαρξη ΕΣΡ και καναλαρχών,  η συνύπαρξη δηλαδή τιμητών και θεάματος, δείχνει ότι αυτό που εντέλει έχασε ήταν το γούστο, το οποίο ισορρόπησε στο νεκρό μεσοδιάστημα μεταξύ αρτηριοσκλήρωσης και απόλυτου τρας. Αν κατανοήσουμε ότι αυτή είναι η βάση εκκίνησης, ίσως και να μπορέσουμε να συνομιλήσουμε περί ποιότητος. De gustibus, εξάλλου, disputandum…

 

___

1  «”Καμπάνα” για το “Ερωτοδικείο”», Ριζοσπάστης, 14/10/1998

2  Ανδρέας Εμπειρίκος, Ο Μέγας Ανατολικός, Άγρα, Αθήνα 1991, τ.5, σ. 169

3  Δήλωση της Βίκυ Μιχαλονάκου στη Λυδία Δημοπούλου, «Ερωτοδικείο», Το Βήμα της Κυριακής, 22/3/1998, http://bit.ly/2eWCK24

4  Ν. Κάλας, «Καλιγούλας» στο Η τέχνη την εποχή της διακύβευσης και άλλα δοκίμια, μτφρ. Ανδ. Παππάς, Άγρα, Αθήνα 1997, σ. 61

About Χρήστος Νάτσης (8 Articles)
Ο Χρήστος Νάτσης είναι υποψήφιος διδάκτορας στο τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Από τον Οκτώβριο 2015 είναι Υπεύθυνος Πολιτιστικών του περιοδικού UNFOLLOW, όπου επίσης γράφει πολιτικά άρθρα.