Επιτηρούμενοι από μηχανές της θειας χάριτος – Εποπτικές αρχές στην «πολιτισμένη» δύση

Όσο κι αν μια κάποια οίηση κυβέρνησης και αντιπολίτευσης επιχειρεί να το παρουσιάσει ως εγχώρια πρωτοτυπία, ο ιδιαίτερος ρόλος του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ) στην κοινωνική ζωή απέχει παρασάγγας απ’ το να αποτελεί ελληνική πατέντα. Από τις συνθήκες πολέμου μέχρι τη διεκδίκηση της οικονομικής σταθερότητας, οι αντίστοιχες επιβλέπουσες αρχές ανά τον κόσμο παραμένουν όργανα εξουσίας για τους κλειδοκράτορες του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου – με ό,τι μπορεί να συνεπάγεται αυτό για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης.

Former Italian Prime Minister Silvio Berlusconi attends the RAI 1 television programme "Porta a Porta" on April 24, 2014 in Rome. Silvio Berlusconi officially signed up to his community service yesterday, agreeing to a court document which lays down the rules for his punishment for tax fraud. "I signed the document," the 77-year-old billionaire tycoon told crowds of journalists at a court office in Milan after finding out the details of his imminent community service in a Catholic Church-run old people's home. The punishment is due to last around 10 months. AFP PHOTO / TIZIANA FABI (Photo credit should read TIZIANA FABI/AFP/Getty Images)

Η λακωνική δήλωση «ό,τι προβάλλεται στον αέρα αποτελεί δική σας ευθύνη» ήταν το μοναδικό σχόλιο που είχε να απευθύνει στους δημοσιογράφους του τηλεοπτικού σταθμού Inter o πρόεδρος του ΕΣΡ της Ουκρανίας, Γιούρι Αρτεμένκο. Τη στιγμή των δηλώσεών του, πυρήνας της νεοναζιστικής παραστρατιωτικής ομάδας «Αζόφ» είχε πολιορκήσει το κτίριο του καναλιού, απαιτώντας να «σταματήσει η προπαγάνδα του Κρεμλίνου» και να απαγορευθεί η προβολή ρωσικών τηλεοπτικών σειρών και ταινιών από τη συχνότητά του. Με το πρόγραμμα του σταθμού να έχει αναστείλει κάθε μετάδοση από τη στιγμή της παρέμβασης και μετά, το ουκρανικό  ΕΣΡ, αντί να υπερασπιστεί την αυτονόητη για ένα εποπτικό όργανο «ελευθερία του Τύπου», αποφάσισε να διατάξει έρευνα για την ποιότητα του προγράμματος του Inter, στο μετοχικό σχήμα του οποίου συμμετέχουν ρώσικα κεφάλαια, αναγνωρίζοντας –αν όχι ικανοποιώντας– έτσι τα αιτήματα των ακροδεξιών  πολιορκητών.

Η στοιχειώδης σύμπλευση  των δύο πλευρών  είναι μάλλον αυτονόητη στην προκειμένη  περίπτωση. Τόσο ο Γιούρι Αρτεμένκο όσο και οι νεοναζί της «Αζόφ» απέκτησαν τις θεσμικές τους ιδιότητες υπό την προεδρία του Πέτρο Ποροσένκο, του επιφανούς ολιγάρχη που έφερε τον «ευρωατλαντικό προσανατολισμό» στο τιμόνι της Ουκρανίας το 2014. Ειδικότερα η «Αζόφ», αποτελούμενη αρχικά από οπαδούς  ποδοσφαίρου  που αυτομόλησαν  από το ρωσοκρατούμενο Ντονέτσκ και μετατράπηκαν  σε στρατιώτες του Δεξιού Τομέα (ακολουθώντας περίπου το ίδιο μοντέλο που καθιέρωσε ο Αρκάν με τους «Τίγρεις» του σ την Γιουγκοσλαβία),  αναγνωρίστηκε τελικώς από την κυβέρνηση Ποροσένκο και προσαρτήθηκε στην ουκρανική εθνοφρουρά. Ελάχιστα φάνηκε να τους πτοεί η θεσμική τους αναβάθμιση: όταν πολιόρκησαν το φιλικό προς τη Ρωσία Inter, άλλωστε, είχαν ήδη λάβει κυβερνητική σφραγίδα και αντίστοιχη υποστήριξη.

Ο Γιούρι Αρτεμένκο, από την άλλη, δεν σήκωσε ποτέ του όπλα, ούτε περίμενε το 2014 για να συνταχθεί με τον Ποροσένκο. Ήδη από τις αρχές του 2000, είχε γίνει μέλος της «Αλληλεγγύης», της πολιτικής φράξιας που είχε ιδρύσει ο σημερινός πρόεδρος εντός των Σοσιαλδημοκρατών και η οποία αποτέλεσε σημαντική πλατφόρμα για την πολιτική του άνοδο. Η τοποθέτηση Αρτεμένκο στην κεφαλή του ουκρανικού ΕΣΡ σχεδόν 15 χρόνια αργότερα σήμανε και την αρχή μιας στρατηγικής εναρμόνισης του ραδιοτηλεοπτικού  τοπίου με τις κυβερνητικές βλέψεις, συνεισφέροντας με τον δικό του τρόπο στο ξήλωμα του μηχανισμού του ρωσόφιλου πρώην προέδρο Βίκτορ Γιανουκόβιτς, εντός κι εκτός του ουκρανικού κράτους.

Αποστολή του νέου ουκρανικού ΕΣΡ σε αυτό το στρατηγικό πλαίσιο υπήρξε μια εντατική διαδικασία κάθαρσης. Ήδη από τον Αύγουστο του 2014, με τον Αρτεμένκο να διανύει τον πρώτο του μήνα στο συμβούλιο, 14 ρώσικα κανάλια που εξέπεμπαν στο δίκτυο της Ουκρανίας έχασαν τις άδειές τους, μεταξύ των οποίων και το –θεμελιώδες για τη διεθνή εικόνα του Κρεμλίνου– Russia Today. Πολλά ακόμα θα ακολουθούσαν ενίοτε και με αρκετά ενδεικτικές  για την κατάσταση στην Ουκρανία αιτιολογήσεις: το ρωσικό Nostalgia, για παράδειγμα, δεν ενόχλησε ως προς την ιδιοκτησία του από τον όμιλο Gazprom (με τους αγωγούς φυσικού αερίου) με τον οποίο η κυβέρνηση Ποροσένκο έκοψε κάθε σχέση, αλλά ως προς το λογότυπο του καναλιού το οποίο έφερε ένα σφυροδρέπανο,  παραβιάζοντας νομοθεσία σχετικά με την προβολή κομμουνιστικών συμβόλων. Παράλληλα, άρχισε ένας πολύ πιο σκληρός έλεγχος επί του περιεχόμενου. Με οδηγίες του ουκρανικού ΕΣΡ απαγορεύτηκαν όλες οι ρώσικες ταινίες και σειρές που έχουν γυριστεί μετά το 2014, ενώ ρητή ήταν η απειλή του Αρτεμένκο ότι η προβολή οποιασδήποτε ταινίας με ηθοποιούς που έχουν εκφράσει δημοσίως φιλορωσικά αισθήματα θα οδηγούσε σε βαριά πρόστιμα και πιθανή αναστολή της άδειας του καναλιού. Ιδιαίτερο θόρυβο ξεσήκωσε και η απαγόρευση στο κανάλι News One να προβάλει συνέντευξη με τον πρώην πρωθυπουργό Mύκολα Αζάροφ, ο οποίος ήταν καταζητούμενος από το καθεστώς Ποροσένκο.

Μέχρι τον Σεπτέμβριο 2016, 77 κανάλια είχαν καταργηθεί συνολικά από την ουκρανική τηλεόραση –μεταξύ των οποίων και διεθνείς ναυαρχίδες  όπως το Euronews– και είχαν αντικατασταθεί από 34 ουκρανικά. Για την αναπλήρωση του προγράμματος, μέλος του ΕΣΡ δήλωσε  την πρόθεση να ανοίξει την αγορά στην τηλεόραση της Νότιας Κορέας. Τον ίδιο μήνα, η αίθουσα σύνταξης του Inter δέχθηκε εμπρηστική επίθεση εν ώρα λειτουργίας με τους εργαζόμενους μέσα.

 

r3-gop-3Εκρήξεις της αγοράς

Αν κάτι διαφαίνεται καθαρά από την περίπτωση του ουκρανικού ΕΣΡ είναι ότι παρά τις ομοιότητες τις οποίες τυπικά μοιράζονται οι ρυθμιστικές αρχές για την τηλεόραση ανά τον κόσμο, η λειτουργία τους εντέλει καθορίζεται από το εκάστοτε πολιτικό περιβάλλον. Οι υπερεθνικές  ομοιότητες, ωστόσο, παραμένουν πολλές.  Για τα κράτη-μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, ειδικότερα, υπάρχει κοινό πλαίσιο το οποίο έχει εγκαθιδρυθεί με τ η Συνθήκη 132 της Ευρωπαϊκής Συνδιάσκεψης για τη Διασυνοριακή Τηλεόραση που υπογράφηκε το 1989 στο Στρασβούργο. Η Ελλάδα, με το νεοσύστατο τότε ελληνικό ΕΣΡ, υπέγραψε τη συνθήκη ήδη το 1990, ενώ σταδιακά ακολούθησαν και τα υπόλοιπα μέλη του Συμβουλίου που είναι αισθητά διευρυμένο σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, περιλαμβάνοντας και περιφερειακές της ΕΕ χώρες, όπως η Ελβετία, η Ρωσία και η Τουρκία.

Το Συμβούλιο της Ευρώπης είχε τότε να διαχειριστεί μια μεγάλη ιστορική καμπή στα μέσα ενημέρωσης. Στη Συνθήκη 132 συμπυκνώνεται υπόρρητα μια νέα κατάσταση που προέκυπτε από το διαρκές έδαφος που κατακτούσε στην Ευρώπη η ιδέα της ιδιωτικής τηλεόρασης, η οποία αλλού εκδηλωνόταν ως απελευθέρωση των συχνοτήτων και αλλού ως «ξεκλείδωμα» της κρατικής τηλεόρασης σε ιδιώτες. Ταυτόχρονα, εν έτει 1989, ένα από τα πολλά θέματα που ανέκυπταν, μέσα από την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, ήταν και η μετάβαση από μια τηλεόραση που ελεγχόταν τόσο ιδιοκτησιακά  όσο και θεματικά από το κυβερνών κόμμα, απευθείας στον κόσμο της ιδιωτικής τηλεόρασης, χωρίς το ενδιάμεσο στάδιο της κρατικής τηλεόρασης που υπόκειται σε ανεξάρτητο έλεγχο, αλλά και σε κοινωνικό, καθώς χρηματοδοτείται από τις εισφορές των πολιτών. Παρά την ετοιμότητα που έδειξε το Συμβούλιο της Ευρώπης προτείνοντας τη Συνθήκη 132, σε πολλές  περιπτώσεις στάθηκε αδύνατο να αποτραπεί η ζημιά. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Σλοβενίας που λειτούργησε με μια υποτυπώδη αρχή η οποία, μεταξύ 1990 και 1994, απελευθέρωσε  μαζικά και χωρίς επιτήρηση τις τηλεοπτικές συχνότητες, ορίζοντας τις τιμές τους κατά βούληση. Έτσι, όταν το 1994 ιδρύθηκε  το Συμβούλιο Αναμεταδόσεων, είχε πια μείνει στην πραγματικότητα χωρίς αρμοδιότητες μπροστά σε ένα ανεξέλεγκτο τηλεοπτικό τοπίο.

Η ολιγωρία αυτή φυσικά δεν είχε συνέπειες μόνο στα πρώην σοβιετικά κράτη καθώς  το 1989, για τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, η Συνθήκη ερχόταν να διαμορφώσει ένα πλαίσιο σε κάτι που είχε ήδη πάρει μορφή. Ήταν άλλωστε στο μεσοδιάστημα της άφιξης της ιδιωτικής τηλεόρασης και της ρύθμισής της που ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι στην Ιταλία άρχισε να χτίζει το μιντιακό του ολιγοπώλιο. Έχοντας ιδρύσει πληθώρα τοπικών και καλωδιακών καναλιών από το 1974 και μετά, και με την ιταλική κυβέρνηση να έχει αποφασίσει επισήμως την απελευθέρωση της ιδιωτικής τηλεόρασης το 1975 (αρχικά σε τοπικό επίπεδο, όπου είχαν ήδη αρχίσει να λειτουργούν σταθμοί), το 1980 ο Μπερλουσκόνι θα συνασπίσει τα τοπικά του κανάλια  για να δημιουργήσει το πρώτο κανάλι εθνικής εμβέλειας  με την επωνυμία Canale 5. Λίγο μετά, άλλοι εκδότες προβαίνουν σε παρόμοια εγχειρήματα  φτιάχνοντας τα Italia 1 και Rete 4, που θα εξαγοραστούν από τον Μπερλουσκόνι το 1982 και 1983 αντίστοιχα. Με την προστασία του σοσιαλδημοκράτη πρωθυπουργού Μπετίνο Κράξι, τα κανάλια εθνικής εμβέλειας  του Μπερλουσκόνι θα εκπέμπουν σε καθεστώς παρανομίας για όλη τη δεκαετία του ’80, μέχρι το 1990 που θα ψηφιστεί ο νόμος για την ιδιωτική τηλεόραση, νομιμοποιώντας τα. Μέχρι το 1997, οπότε ιδρύθηκε η ανεξάρτητη αρχή για τις τηλεπικοινωνίες AGCOM, ο έλεγχος επί της τηλεόρασης –της δημόσιας και τυπικά μόνο της ιδιωτικής– επαφίεται στο ιταλικό κοινοβούλιο και η παροχή αδειών σε ειδικούς εντεταλμένους του που εξετάζουν κατά περίπτωση τις αιτήσεις. Αργότερα, επί των ημερών της πρωθυπουργίας του και η AGCOM θα γίνει εργαλείο στα χέρια του Μπερλουσκόνι: μέσω αυτής θα ασκήσει έλεγχο στην κρατική τηλεόραση RAI, σπάζοντας το άτυπο «συμβόλαιο» που είχαν συνάψει τη δεκαετία του ’70 τα δύο μεγάλα κόμματα, με το οποίο είχαν μοιράσει μεταξύ τους τα κανάλια της δημόσιας τηλεόρασης.

Ο   πρωταγωνιστικός  ρόλος του Μπερλουσκόνι  στην απελευθέρωση  και ρύθμιση των ιδιωτικών καναλιών, δε ν περιορίστηκε  στο ιταλικό έδαφος.  Η φιλία με τον Μπετίνο Κράξι τού έδωσε, μεταξύ άλλων, δίοδο και στον Φρανσουά Μιτεράν, μέσω του οποίου του παραχωρήθηκε  άδεια για να ανοίξει τον πρώτο ιδιωτικό τηλεοπτικό σταθμό εθνικής εμβέλειας  της Γαλλίας, τον βραχύβιο La Cinq που έζησε από το 1986 έως το 1992. Με πολύ μικρή διαφορά γεννιέται και ο ακόμα πιο βραχύβιος TV6, ο οποίος θα κλείσει με την ανάκληση  της άδειάς  του ένα χρόνο αργότερα. Εν αντιθέσει με την Ιταλία, η κυβέρνηση Μιτεράν είχε ήδη μεριμνήσει για το νομικό πλαίσιο που θα έδινε τη διέξοδο στην ιδιωτική τηλεόραση ιδρύοντας  το 1982 την Ανώτατη Επιτροπή για τις Οπτικοακουστικές Επικοινωνίες. Η πολυμελής σύνθεσή της αποτύπωνε έντονα τον πολιτικό της προσανατολισμό: από τα 9 μέλη, 3 επιλέγονταν από τον Μιτεράν, 3 από τον –τότε προσκείμενο στον Μιτεράν– πρόεδρο της Εθνοσυνέλευσης και 3 από τη Γερουσία.

Το 1986, ύστερα από πολιτικές τριβές, η Ανώτατη Επιτροπή καταργήθηκε και αν τικαταστάθηκε από την Εθνική Επιτροπή Επικοινωνιών και Ελευθεριών, η οποία είχε κοινές αρμοδιότητες αλλά διευρυμένη σύνθεση σε σχέση με την προκάτοχό της. Η αιτία της αλλαγής ήταν απλή: ο γκωλιστής Ζακ Σιράκ είχε γίνει πρωθυπουργός και μετέφερε την αντιπολιτευτική γραμμή της Δεξιάς στο Υπουργικό Συμβούλιο, η οποία σήμαινε, μεταξύ άλλων, και νομοσχέδιο του υπουργείου  Πολιτισμού με το οποίο αναθεωρούνταν συνολικά το πλαίσιο για την ιδιωτική τηλεόραση. Παράλληλα, η διαδικασία με την οποία είχε γεννηθεί το La Cinq είχε εγείρει έντονες αντιδράσεις, σε βαθμό που χρειάστηκαν αστυνομικές δυνάμεις προκειμένου να μπορέσουν οι τεχνικοί να εγκαταστήσουν τις κεραίες του σταθμού. Τελικά, το 1989, η Εθνική Επιτροπή θα αντικατασταθεί με τη σειρά της από το Ανώτατο Συμβούλιο για το Οπτικοακουστικό Περιεχόμενο (CSA), την ανεξάρτητη δηλαδή αρχή που υπάρχει μέχρι σήμερα.

 

r3-gop-2Ποιότητα στην ενημέρωση

Αν όμως η χάρη του Μπερλουσκόνι κατάφερε να διασχίσει τα ελληνοϊταλικά σύνορα, πολύ περισσότερα χιλιόμετρα κατάφερε να «γράψει»  το κοντέρ ενός αυστραλού μεγιστάνα που την ίδια περίοδο άρχισε να εκδηλώνει  ενδιαφέρον για την επέκταση των δραστηριοτήτων του στον χώρο της τηλεόρασης. Έχοντας περάσει δύο δεκαετίες φρενήρους εξαγοράς εφημερίδων και περιοδικών ανά τον κόσμο, ο Ρούπερτ Μέρντοχ έφτασε να έχει στην κατοχή του τη Sun, τη μεγαλύτερη σε κυκλοφορία εφημερίδα της Βρετανίας, και τη News of the World, τη μεγαλύτερη κυριακάτικη. Επόμενο βήμα ήταν η εξαγορά μιας εφημερίδας κύρους: στόχευσε στους Times και τους Sunday Times, που ήταν ιστορικές εφημερίδες της Βρετανίας με μεγάλη επιρροή στον πολιτικό στίβο και μακρά παράδοση ανεξαρτησίας στο δημοσιογραφικό τους περιεχόμενο. Ωστόσο, έχοντας και τις άλλες δύο εφημερίδες στην ιδιοκτησία του, η πρόθεση του Μέρντοχ να εξαγοράσει τους δύο τίτλους φαινόταν να προσκρούει στις σχεδόν μηδαμινές πιθανότητες να πάρει την έγκριση για την εξαγορά από την Επιτροπή Μονοπωλίων και Εξαγορών. Ήταν εκείνη τη στιγμή που βρήκε μια, κάθε άλλο παρά απροσδόκητη, σύμμαχο στο πρόσωπο της τότε πρωθυπουργού Μάργκαρετ Θάτσερ.

Μια συνάντηση μεταξύ των δύο, που έμεινε μυστική για 30 περίπου χρόνια, ήταν αυτή που επέτρεψε στον μεγιστάνα να μην χρειαστεί να παραστεί ποτέ στην επίφοβη επιτροπή. Οι Times και οι Sunday Times ήρθαν έτσι αβίαστα στα χέρια του σε μια στιγμή κατά την οποία η δημοτικότητα της Θάτσερ είχε καταρρεύσει. Αμέσως μετά την εξαγορά, αμφότερες οι εφημερίδες θα γνωρίσουν για πρώτη φορά παρεμβάσεις στην ύλη τους και θα αποκτήσουν φιλοκυβερνητική «γραμμή», σύμφωνα με τη μαρτυρία του τότε διευθυντή  των Times, Χάρολντ Έβανς.

Η εξαγορά των Times δεν ήταν το μοναδικό σημείο σύγκλισης μεταξύ Θάτσερ και Μέρντοχ. Άλλωστε οι μεγάλες προστριβές της Θάτσερ με τα μέσα ενημέρωσης είχαν πάρει μεγάλη έκταση με τον ανοιχτό πόλεμο που διατηρούσε στο μέτωπο του BBC. Οι βλέψεις της πρωθυπουργού για την τηλεόραση είχαν αποκαλυφθεί ήδη από τον πρώτο χρόνο και όχημά τους αποτελούσε η Ανεξάρτητη Αρχή Αναμεταδόσεων (Independent British Authority – IBA). Με νόμο  του 1980, η IBA αποκτούσε  τη δικαιοδοσία  να εκχωρήσει  άδεια για έναν ακόμα σταθμό, ενώ παράλληλα  ίδρυε και μια ανεξάρτητη αρχή για την Ουαλία, μέσω των οποίων γεννήθηκαν  το Channel 4 και το ουαλικό S4C. Η ιδιαιτερότητα του Channel 4 ήταν ότι η ιδιοκτησία του δεν ήταν ευθέως κρατική: τυπικά ιδιοκτήτης ήταν η IBA, η οποία είχε και την ευθύνη για τη λειτουργία και το περιεχόμενό  του, το οποίο –εν αντιθέσει με τα BBC και ITV– θα δημιουργούνταν από ιδιώτες. Λειτούργησε δηλαδή ως ένα αναγκαίο test drive για την ιδιωτική τηλεόραση και απαντούσε σε αντίστοιχη έκκληση  του Μπάκιγχαμ λίγο πριν από την εκλογή της Θάτσερ.

Η δράση του IBA μέχρι εκείνες τις ημέρες είναι συνυφασμένη με την ιστορία και την κουλτούρα  της βρετανικής τηλεόρασης. Η ίδρυση του προκατόχου του ITA τη δεκαετία του ’50 προέκυψε από το άνοιγμα του ITV με έναν και μοναδικό σκοπό: να διασφαλίσει ότι το νέο τότε κρατικό κανάλι –το οποίο αντίθετα με τα BBC θα δεχόταν διαφημίσεις και μάλιστα ως κύρια πηγή εσόδων του– δεν θα έριχνε μέσω αυτών τα ποιοτικά στάνταρ της τηλεόρασης,  όπως είχε γίνει στις ΗΠΑ. Ρόλος των ρυθμιστικών αρχών ΙΤΑ και ΙΒΑ ήταν η διατήρηση του προβαλλόμενου  περιεχομένου σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο ποιότητας και αυτός παρέμεινε  μέχρι τη στιγμή που οι στρατηγικοί σχεδιασμοί της Θάτσερ για τα μέσα ενημέρωσης και η σταδιακή απελευθέρωση των συχνοτήτων κατέστησαν το έργο τους αδύνατο.

Η δημοσιογραφία του BBC, που –εν μέρει δικαίως– γινόταν αντιληπτή από την Θάτσερ ως αντιπολίτευση, αντανακλά την κουλτούρα της βρετανικής τηλεόρασης, θεματοφύλακας της οποίας χρίστηκε η ΙΒΑ. Στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’80, όντας σε σχέση σταθερής αλληλοβοήθειας  με τον Μέρντοχ, η βρετανίδα πρωθυπουργός θα προλειάνει το έδαφος για την πλήρη αναδιάταξη του μιντιακού τοπίου και τη μετέπειτα κυριαρχία του αυστραλού μεγιστάνα σε αυτό. Η ΙΒΑ αρχίζει να βρίσκει όλο και πιο δύσκολο το να ισορροπήσει τις ποιοτικές και τις εμπορικές απαιτήσεις του Channel 4, ενώ η ζήτηση για την ιδιωτικοποίηση των περιφερειακών συχνοτήτων του ITV μαζί με την προσωπική μέριμνα της Θάτσερ για το μοίρασμά τους κάμπτουν σιγά σιγά τη δυνατότητα της ανεξάρτητης αρχής να λέει «όχι». Ο Μέρντοχ εισέρχεται δυναμικά στο παιχνίδι της δορυφορικής τηλεόρασης έχοντας νωρίτερα φροντίσει μαζί με την Θάτσερ να νικήσουν πανηγυρικά τα σωματεία στον χώρο του Τύπου κατά την απεργία των τυπογράφων  το 1986. Η δε διεύθυνση του  BBC έχει προβεί σε έντονες διαρθρωτικές αλλαγές, μεταξύ των οποίων και μεγάλες περικοπές, οι οποίες έχουν δημιουργήσει αναταραχές στο εσωτερικό του. Από το 1986, η Θάτσερ περνάει στην αντεπίθεση εντείνοντας τις πιέσεις προς τη διεύθυνση του BBC, καταλήγοντας στην πραξικοπηματική απόλυση του διευθυντή Άλασντερ Μιλν. Με την έκθεση της επιτροπής Πίκοκ ανά χείρας, η οποία έχει συγκροτηθεί για να διερευνήσει διεξοδικά τα οικονομικά της κρατικής τηλεόρασης, η κυβέρνηση αρχίζει να παρεμβαίνει έντονα στο πρόγραμμα, παρακάμπτοντας  επιδεικτικά  την ΙΒΑ. Η διαδικασία αυτή θα κλιμακωθεί με το μποϊκοτάζ του ιρλανδικού  Σιν Φέιν από το BBC το 1988 σε ένα πρωτοφανές για τα βρετανικά χρονικά περιστατικό φίμωσης της ελευθεροτυπίας. Την ίδια χρονιά σημειώνεται η πιο έντονη σύγκρουση μεταξύ Θάτσερ και ΙΒΑ –αυτή που σύμφωνα με μετέπειτα δημοσιεύματα σφράγισε τη μοίρα της ανεξάρτητης αρχής– με αφορμή την έγκριση που έδωσε η αρχή για την προβολή της δολοφονίας τριών άοπλων μελών του IRA από στρατιώτες της βρετανικής αεροπορίας.

Έχοντας αποδυναμωθεί σχεδόν καθολικά στις δυνατότητές της να εποπτεύει το περιεχόμενο της τηλεόρασης, η IBA θα οδηγηθεί σταδιακά  στον μαρασμό.  Με τον νέο νόμο για την τηλεόραση του 1990, αντικαθίσταται από την Ανεξάρτητη Επιτροπή Τηλεόρασης με αισθητά περιορισμένη δικαιοδοσία σε σχέση με πριν και θα επιχειρηθεί να αποκτήσει ξανά δυναμικό και ανεξάρτητο χαρακτήρα μόνο το 2002, όταν θα συνενωθεί κάτω απ’ την μεγάλη ομπρέλα της Ofcom. Ως ιδανική κατακλείδα  στη δεκαετία του ’80, η δορυφορική Sky του Μέρντοχ θα εξαγοράσει την αντίπαλη BsB, γεννώντας την BSkyB που θα πραγματοποιήσει το μεγάλο άνοιγμα στην τηλεόραση εθνικής εμβέλειας, πάντα με γνώμονα τα αισθητικά και ενημερωτικά κριτήρια του ιδιοκτήτη της. Η εποχή της ιδιωτικής τηλεόρασης έχει ξεκινήσει με το βαριετέ στιλ που θα καθιερώσει ο Μέρντοχ, επί του οποίου είναι ανεφάρμοστη η προηγούμενη ελεγκτική πολιτική της ΙΒΑ που θέτει όρια ποσόστωσης στις σαπουνόπερες ή υποχρεώνει σε αναμεταδόσεις κοινωφελούς χαρακτήρα.

 

Εποπτικές αρχές: διακοσμητικές ή πολιτικές;

Η ΙΒΑ είναι ένα λαμπρό –πλην μοναδικό– υπόδειγμα ελεγκτικής αρχής παγκοσμίως, όμως αναμφίβολα αποτελεί παρελθόν. Οι διάδοχες ανεξάρτητες αρχές που προέκυψαν από το 1989 και μετά στην Ευρώπη ελάχιστες διαφορές παρουσιάζουν μεταξύ τους και σίγουρα έχουν διανύσει λιγότερο ταραχώδεις διαδρομές. Όπως και στην περίπτωση του ελληνικού ΕΣΡ, ο ρόλος τους περιορίστηκε κυρίως στην επίβλεψη του προγράμματος, συνήθως με την επιβολή προστίμων σε ήσσονος σημασίας γεγονότα, περισσότερο για μικροπολιτική ικανοποίηση των εκάστοτε εθνικών ιδιαιτεροτήτων παρά για την ουσιαστική διατήρηση ενός ποιοτικού επιπέδου, πολλώ δε μάλλον για τη χάραξη μιας δυναμικής πολιτικής για την τηλεόραση. Στις σπάνιες περιπτώσεις που εγέρθηκε έκτοτε ζήτημα αναδιανομής ή αναδιάταξης του τηλεοπτικού τοπίου σε ευρωπαϊκή χώρα, συνηθέστερο ήταν να άλλαζε η σύνθεση ή η ίδια η «ανεξάρτητη» αρχή, ανάλογα με τη βούληση της πολιτικής ηγεσίας.

Τα πρόστιμα που έχει αποδώσει το ελληνικό ΕΣΡ, προκαλώντας τη δημόσια κριτική, έχουν το αντίστοιχό τους σε πολλές ακόμα χώρες. Στη γειτονική Τουρκία, οι ποινές που έχει επιβάλει η RTÜK τα τελευταία χρόνια έχουν ως σταθερό στόχο τις απεικονίσεις ερωτικών στιγμών, ενώ δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που, με βάση κεντρικές πολιτικές ντιρεκτίβες, έχουν φιμωθεί εκπομπές –μεταξύ των οποίων ακόμα και τηλεοπτικές  σειρές–  οι οποίες ασκούσαν κριτική στην κυβέρνηση Ερντογάν και στα φαινόμενα διαφθοράς  στο τουρκικό κράτος. Η δε γαλλική CSA έχει προβεί σε μια σειρά κινήσεις που στόχο είχαν τους μουσουλμάνους πολίτες της Γαλλίας, ενίοτε και πολύ επιθετικά, ζητώντας το κλείσιμο ολόκληρων καναλιών που έδωσαν το λόγο σε πρόσωπα από την εγχώρια μουσουλμανική κοινότητα• λογικό, καθώς σύμφωνα με τον δημοσιογράφο Γκιγιώμ Εβάν, συγγραφέα της Μαύρης Βίβλου της CSA, επί των ημερών του Νικολά Σαρκοζί η αρχή αλώθηκε οριστικά γεμίζοντας με πρόσωπα της προτίμησης του γάλλου προέδρου, ενώ τα μέλη της πριμοδοτήθηκαν με μισθούς που στην περίπτωση του προέδρου  έφτασαν τα 184.000 ευρώ ετησίως. Σύμφωνα με τον Εβάν, η λειτουργία του CSA υπήρξε εξαρχής κατά το μεγαλύτερο μέρος διακοσμητική ως προς τον επίσημο ρόλο, ενώ κάτω από αυτήν κρύβεται ένας τερατώδης –και δημοσιονομικά υπέρογκος– μηχανισμός εξυπηρέτησης πολιτικών συμφερόντων.

Τα παραδείγματα των «ανεξάρτητων» αρχών της Γαλλίας και της Τουρκίας είναι μόνο δύο από τα δεκάδες  που μπορεί να αλιεύσει κανείς μέσα από τα πάμπολλα όργανα που πλαισιώνουν τη λειτουργία της ιδιωτικής τηλεόρασης εντός και πέριξ της Ευρώπης. Οι ομοιότητές τους, ως προς την πολιτική καθοδήγηση και τη διακοσμητική τους λειτουργία, ίσως να μην οφείλονται σε σύμπτωση ή σε ομοιότητα των συνθηκών στις οποίες γεννήθηκαν, αλλά να είναι σύμφυτες με τις εγγενείς απαιτήσεις της ιδιωτικής τηλεόρασης. Άλλωστε, με εξαίρεση τη Βρετανία, όταν τέθηκε το ζήτημα του ανοίγματος ιδιωτικών σταθμών, η κουβέντα άρχισε να περιστρέφεται ολόκληρη γύρω από τις οικονομοτεχνικές πτυχές της απελευθέρωσης των συχνοτήτων, χωρίς να εκδηλωθεί πουθενά καμία μέριμνα για το επίπεδο της τηλεόρασης που θα γεννιόταν. Ακόμα και σε διακηρυγμένους στόχους, όπως ήταν η προστασία της αγοράς από μονοπωλιακές και ολιγοπωλιακές πρακτικές, τα ραδιοτηλεοπτικά συμβούλια φαίνεται να αποδείχθηκαν πλήρως ανίκανα να τους φέρουν εις πέρας.

Διανύοντας αισίως την τέταρτη δεκαετία της ιδιωτικής τηλεόρασης, ενός συμπτώματος της ασυδοσίας της αγοράς μετά τη λήξη του ψυχρού πολέμου που παρουσιάστηκε ως «εκδημοκρατισμός των μέσων», η κατάσταση απέχει κατά πολύ από το να μπορεί να χαρακτηριστεί «ουτοπία της ενημέρωσης». Κοιτώντας δε τη μεγάλη εικόνα, ο τρόπος με τον οποίο λειτούργησε το εγχώριο ΕΣΡ μοιάζει να εναρμονίζεται με τα διεθνή πρότυπα,  και όχι να αποτελεί  την εξαίρεση. Μια ελεγκτική αρχή διακοσμητική, υποκείμενη στον πολιτικό έλεγχο, που, όταν χρειαστεί, λειτουργεί ως άλλο ένα γρανάζι σε ένα συγκεκριμένο μοντέλο εξουσίας. Τον υπόλοιπο καιρό ατενίζει τη ραστώνη των τηλεθεατών από ψηλά ως άγρυπνος φρουρός.

About Γιάννης - Ορέστης Παπαδημητρίου (9 Articles)
Ο Γιάννης - Ορέστης Παπαδημητρίου έχει συνεργαστεί με εφημερίδες και διαδικτυακά μέσα και αποτελεί μέλος των συντακτικών ομάδων του περιοδικού UNFOLLOW και της αγγλόφωνης διαδικτυακής πλατφόρμας Athens Live.