Η σύνθεση του ΕΣΡ και η κατ’ επίφαση ανεξαρτησία του

Στο διάστημα των 27 χρόνων της ύπαρξης του ΕΣΡ, εναλλάχθηκαν πολλά πρόσωπα, καταγράφηκαν πολλές εσωτερικές τριβές, αλλά και εκκωφαντικές παραιτήσεις. Κατά πόσο όμως αποτέλεσε το ΕΣΡ, ηθελημένα ή αθέλητα, το βολικό άλλοθι μιας εις το διηνεκές γενικευμένης ανομίας;

Ï ÐÑÏÅÄÑÏÓ ÔÇÓ ÂÏÕËÇÓ ÁÐÏÓÔÏËÏÓ ÊÁÊËÁÌÁÍÇÓ ÓÕÍÁÍÔÇÈÇÊÅ ÌÅ ÔÁ ÌÅËÇ ÔÏÕ ÍÅÏÕ ÑÁÄÉÏÔÇËÅÏÐÔÉÊÏÕ ÓÕÌÂÏÕËÉÏÕ.ÓÔÇÍ ÖÙÔÏÃÑÁÖÉÁ Ï ÁÐÏÓÔÏËÏÓ ÊÁÊËÁÌÁÍÇÓ ÌÅ ÔÏÍ ÍÅÏ ÐÑÏÅÄÑÏ ËÁÓÊÁÑÉÄÇ

Σε πρόσφατη συνέντευξή του στον ραδιοφωνικό σταθμό του Μακεδονικού Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων, ο καθηγητής ΜΜΕ και  Επικοινωνίας του ΕΚΠΑ, που έμελλε λίγες μέρες αργότερα να αποτελέσει μέλος του νεοσύστατου ΔΣ της ανεξάρτητης αρχής, Γιώργος Πλειός, δήλωσε πρόσφατα: «Έχει πέσει σε έναν φαύλο κύκλο το ΕΣΡ. Χρησιμοποιείται στον κομματικό αν ταγωνισμό, ενώ δεν θα έπρεπε να συμβαίνει αυτό». Και πρόσθεσε: «Δεν αρκεί μόνο να φτιάξουμε ένα νόμο, ο οποίος θα ρυθμίζει τον ραδιοτηλεοπτικό χώρο, τουλάχισ τον σ το χώρο της ιδιωτικής τηλεόρασης, αλλά θα πρέπει να δούμε τι θα γίνει με αυτό το όργανο, πώς θα αναβαθμιστεί, πώς θα αλλάξει η λειτουργία του. Γιατί φοβάμαι  ότι το επόμενο  βήμα θα είναι να ζητήσουν πάρα πολλοί την κατάργησή του». Πάντως, όπως σημείωσε, «το πιο σημαντικό δεν είναι να αμφισβητηθεί η ύπαρξη του ΕΣΡ, αλλά η ύπαρξη δημοκρατικών θεσμών».

Το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης,  κατά τη διάρκεια της 27χρονης διαδρομής του, χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον στο θέατρο των κομματικών αντιπαραθέσεων, άλλοτε ως λάφυρο και άλλοτε ως μέσο άσκησης πολιτικών πιέσεων. Η ανεξαρτησία του παρέμεινε επί σειρά ετών εξαιρετικά περιορισμένη, κυρίως λόγω της έλλειψης κανονιστικών αρμοδιοτήτων του οργάνου και της (συνακόλουθης) ολοκληρωτικής εξάρτησης από τις πρωτοβουλίες και διαθέσεις των εκάστοτε υπουργών Τύπου και ΜΜΕ. Μπορεί με τη συνταγματική αναθεώρηση  του 2001 να κατοχυρώθηκε η ανεξαρτησία του, όμως αυτή η ανεξαρτησία ήταν κατ’ επίφαση, καθώς στην πραγματικότητα ουδέποτε του επιτράπηκε να ασκήσει το ρόλο του. Άλλοτε με νομοθετικές παρεμβάσεις, πιο συχνά με παραλείψεις, η πολιτική εξουσία έβαζε τρικλοποδιές που επέτειναν την απαξίωση του θεσμού. Οι κυρωτικές αρμοδιότητές του το έθεσαν πολλές  φορές  στο στόχαστρο των οργανωμένων συμφερόντων και οι αποφάσεις του λοιδορήθηκαν – όχι χωρίς λόγο σε αρκετές περιπτώσεις. Στο διάστημα των 27 χρόνων και πολλές εσωτερικές τριβές καταγράφηκαν και μερικές εκκωφαντικές παραιτήσεις. Κατά πόσο όμως αποτέλεσε το ΕΣΡ ηθελημένα-αθέλητα το βολικό άλλοθι μιας εις το διηνεκές γενικευμένης ανομίας;

 

 

Άπαντες συναινούν στο καθεστώς ανομίας

«Με τη συνέργεια όλων διατηρείται έως σήμερα το καθεστώς ανομίας και αναρχίας στο ραδιοτηλεοπτικό  τοπίο», σημειώνει στο Report η δημοσιογράφος Εύη Δεμίρη, που διετέλεσε επί 13 συναπτά έτη μέλος του ΕΣΡ. Δηλώνει δε «εξοργισμένη» καθώς, όπως προσθέτει, «όλα αυτά τα χρόνια άπαντες εντός και εκτός Βουλής έπραξαν τα πάντα προκειμένου να μην τεθεί φραγμός σε αυτό το καθεστώς.  Ουδέποτε το ΕΣΡ εισακούστηκε στις προτάσεις που κατέθετε για την απεμπλοκή από αυτή την κατάσταση. Δεν είναι ειλικρινείς όσοι κόπτονται για την ανεξαρτησία του ΕΣΡ και ειλικρινά δεν δικαιούνται να φωνασκούν. Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να αποκτήσουν τη δική τους πελατεία. Πρόκειται για ένα θέατρο του παραλόγου όπου όλοι εμπαίζουν όλους. Από την άνοιξη του 2015 το ραδιοτηλεοπτικό τοπίο είναι ολοκληρωτικά ασύδοτο με δεκάδες φακέλους να εκκρεμούν. Αλήθεια, ποιος κόπτεται για το δημόσιο συμφέρον όταν δεν εισπράττεται ούτε ένα ευρώ στα ταμεία του Δημοσίου;» συμπληρώνει. Στην ερώτηση γιατί τα μέλη του ΕΣΡ, κατά τη διάρκεια της δικής της θητείας, δεν υπέβαλαν τις παραιτήσεις τους ως ένδειξη διαμαρτυρίας για την απαξίωση του θεσμού και τη διαιώνιση του καθεστώτος ανομίας απαντά με βεβαιότητα: «Οι παραιτήσεις να γνωρίζετε ότι σε πολλές των περιπτώσεων διευκολύνουν. Το να παραμείνεις και να περιφρουρήσεις και να γίνεις ενοχλητικός είναι το δύσκολο. Και σας διαβεβαιώ ότι αυτό δεν είναι καθόλου ανέξοδο». Ως προς τα περίφημα πιστοποιητικά διαφάνειας που εξέδιδε σωρηδόν το ΕΣΡ (έλεγχος «πόθεν έσχες» των εμπλεκομένων σε ΜΜΕ και προμήθειες του Δημοσίου) τονίζει με έμφαση «ότι αυτό δεν θα έπρεπε να είναι αρμοδιότητα του ΕΣΡ».

Υπερασπίζεται παράλληλα με σθένος τη θητεία του τελευταίου προέδρου της αρχής Ι. Λασκαρίδη, τον οποίο χαρακτηρίζει «άμεμπτο», διαβεβαιώνοντας παράλληλα ότι άμεσες πολιτικές παρεμβάσεις δεν υπήρξαν κατά τη διάρκεια της θητείας της. Η ίδια, όπως και άλλα μέλη του ΕΣΡ, στοχοποιήθηκαν πολλές φορές από τα πανίσχυρα οικονομικά συμφέροντα, όπως σημειώνει. Ακόμη και στα γερμανικά δικαστήρια σύρθηκε το ΕΣΡ, όταν συγκρούστηκε με τις οργανωμένες  απάτες τηλεπαιχνιδιών θυγατρικής γερμανικής εταιρείας που εξαπατούσαν τους τηλεθεατές, ενώ «ουκ ολίγες φορές γίναμε και πρωτοσέλιδο όταν οι κυρωτικές αποφάσεις μας ενοχλούσαν», προσθέτει. «Ουδέποτε υπήρξε διευκόλυνση στο ΕΣΡ για την επιτέλεση του έργου του. Αντίθετα όλο εμπόδια και προσκόμματα. Όταν όμως έρεε χρήμα στα δημόσια ταμεία από τα πρόστιμα, τότε ήμασταν οι χρήσιμοι», καταλήγει η κυρία Δεμίρη.

 

Ένα ραδιοτηλεοπτικό συμβούλιο συμβολικού χαρακτήρα

Η ίδρυση  και κατοχύρωση  του ΕΣΡ ως εποπτικού οργάνου του ραδιοτηλεοπτικού τομέα γίνεται πραγματικότητα με το ν. 1866/1989. Όπως προβλέπεται εκεί, το ΕΣΡ αποτελεί ένα ανεξάρτητο ενδεκαμελές διοικητικό όργανο με αρμοδιότητα τη χορήγηση, ανανέωση και ανάκληση των αδειών στους ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς και την εποπτεία του ραδιοτηλεοπτικού  τοπίου. Η πλειοψηφία του οργάνου εναπόκειται στους επικρατέστερους κομματικούς σχηματισμούς, ενώ οι εποπτικές του αρμοδιότητες παραμένουν ασαφείς και γενικόλογες. Στην πρώτη σύνθεσή του η Νέα Δημοκρατία (με πρόεδρο τον Κ. Μητσοτάκη) προτείνει να αναλάβουν καθήκοντα ο Πρόδρομος Δαγτόγλου, καθηγητής Διοικητικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών, ως πρόεδρος, ο Δημήτρης Δημητράκος, διδάκτωρ Κοινωνικών Επιστημών, ως αναπληρωτής του προέδρου του ΕΣΡ, ο Παναγιώτης Φωτέας, διδάκτωρ Νομικής και τέως νομάρχης, ως τακτικό μέλος, ο Γιώργος Αγαπητός, καθηγητής της ΑΣΟΕΕ, ως τακτικό μέλος, ο Δημήτρης Κατσούδας, νομικός, ως αναπληρωματικό μέλος και η Φανή Παρτσαφυλλίδου ως αναπληρωματικό μέλος. Από το ΠΑΣΟΚ (με πρόεδρο τον Ανδρέα Παπανδρέου) προτείνονται οι Αντώνης Βγόντζας, δικηγόρος, διευθυντής του νομικού γραφείου του Α. Παπανδρέου και γενικός γραμματέας υπουργείων, ως τακτικό μέλος, ο Δημήτρης Γκλαβάς, δημοσιογράφος, τέως πρόεδρος της ΕΣΗΕΑ και τέως υφυπουργός, ως τακτικό μέλος, ο Νίκος Αθανασάκης, οικονομολόγος-δημοσιογράφος και διευθυντής του  γραφείου  Τύπου  του ΠΑΣΟΚ, ως αναπληρωματικό μέλος και ο Ε. Βενιζέλος, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, ως αναπληρωματικό μέλος, ενώ από το Συνασπισμό της  Αριστεράς και της Προόδου προτείνονται  ο Νίκος Αλιβιζάτος, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, ως τακτικό μέλος και ο Ντίνος Μήτσης, δημοσιογράφος του   Ριζοσπάστη , ως αναπληρωματικό μέλος.

Στο χρονικό διάστημα της λειτουργίας του, βάσει του νόμου 1866/89, το ΕΣΡ περιορίζεται σε ρυθμίσεις που αφορούν στην εσωτερική του λειτουργία – με δυο λόγια, ο ρόλος του είναι διακοσμητικός. Εντωμεταξύ, ο ν. 1866/99 ορίζει ότι για την απόκτηση άδειας απαιτείται η εμπειρία και η παράδοση των μετόχων της εταιρείας στα ΜΜΕ, ενώ προέβλεπε τη σύναψη σύμβασης παραχώρησης μη κρατικής τηλεόρασης εκ μέρους του Δημοσίου με την εταιρεία στην οποία χορηγείται άδεια. Με την ίδια σύμβαση θα καθοριζόταν το ποσό του οικονομικού ανταλλάγματος.

Το 1990 ο κυβερνητικός εκπρόσωπος  της οικουμενικής κυβέρνησης, Π. Παυλόπουλος, παραδίδει στον διάδοχό του, υπουργό της κυβέρνησης του Κ. Μητσοτάκη, Β. Πολύδωρα, με την επισήμανση: «Έχεις έξι μήνες να δώσεις οριστικές άδειες. Ειδάλλως το προσωρινό θα καταστεί οριστικό». Λίγο πριν από τις εκλογές του 1993 παραχωρούνται άδειες σε τηλεοπτικούς σταθμούς, ενώ πρόεδρος του ΕΣΡ αναλαμβάνει ο δικηγόρος Π. Λαδάς, στενός συνεργάτης του Σ. Κούβελα, υπουργού Εσωτερικών της κυβέρνησης Μητσοτάκη.

Με τον δεύτερο ραδιοτηλεοπτικό νόμο, που εκδίδεται τον Δεκέμβρη του 1993 (Ν. 2173), ο κομματικός εναγκαλισμός του ΕΣΡ γίνεται ακόμη πιο ασφυκτικός, ενώ η ρύθμιση όλων των ζητημάτων της ραδιοτηλεόρασης παραπέμπεται σε Προεδρικά Διατάγματα, τα οποία δεν εκδίδονται ποτέ. Εξαιρετικά επιτυχημένη πρακτική αποδιοργάνωσης που θα ακολουθηθεί και στη συνέχεια για την πορεία του ΕΣΡ. Κατά τη συγκεκριμένη  περίοδο, ο ρόλος του ΕΣΡ εξακολουθεί να είναι διακοσμητικός ακόμη και ως προς την άσκηση εποπτείας στην ιδιωτική τηλεόραση. Και αυτό καθώς και οι άδειες δεν έχουν εκδοθεί, αλλά και οι αποφάσεις επιβολής προστίμων ή κοινοποιήσεις προειδοποιήσεων μένουν γράμμα κενό περιεχομένου.

Ακολουθεί ο ν. 2328/1995 που εισηγήθηκε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ με τον Ε. Βενιζέλο, ο οποίος έδινε επιπλέον μοριοδότηση στους παρανόμως λειτουργούντες σταθμούς και προέβλεπε ότι οι άδειες που είχαν δοθεί, βάσει του ν. 1866/1989 εξακολουθούν να ισχύουν για ένα ακόμη έτος, μετά το πέρας του οποίου θα ακολουθούσε διαδικασία ανανέωσης. Το ΣτΕ παρεμβαίνει με την απόφαση 3839/1997 επισημαίνοντας  ότι «η ίδρυση και λειτουργία τηλεοπτικού σταθμού χωρίς άδεια δεν αποτελεί νόμιμο λόγο χορήγησης αυτής». Επίσης, με τον νόμο αυτό αρμόδιοι για την κατανομή των συχνοτήτων ορίζονται οι υπουργοί Τύπου και ΜΜΕ, το ΕΣΡ περιθωριοποιείται, ενώ για την επιβολή κυρώσεων απαιτείται η έκδοση πράξης του υπουργού Τύπου. Με το ν. 2438/96 παρατείνεται η ισχύς των αδειών για εννέα μήνες –και μάλιστα αναδρομικά– ενώ στη συνέχεια με το ν. 2644/1998 ενισχύεται ο ελεγκτικός και κυρωτικός ρόλος του ΕΣΡ, καθώς θεσπίζεται πλέον η δυνατότητά του να λειτουργεί αυτεπαγγέλτως στις περιπτώσεις που παραβιάζεται η ραδιοτηλεοπτική νομοθεσία. Ωστόσο, το ΕΣΡ παραμένει στη σκιά του υπουργού Τύπου και ΜΜΕ, καθώς του παρέχεται το δικαίωμα το πολύ πολύ να συναποφασίζει με τον υπουργό, ενώ οι αποφάσεις  του υπάγονται στον έλεγχο νομιμότητας του ίδιου υπουργού.  Επίσης, με το νόμο αυτό ορίζεται ότι θεωρούνται ως νομίμως λειτουργούντες μέχρι την ολοκλήρωση της αδειοδοτικής διαδικασίας όσοι σταθμοί λειτουργούσαν την υπό κρίση περίοδο και είχαν υποβάλει αίτηση για χορήγηση άδειας.  Μεταξύ 1997-1998 και 1998-1999 στη θέση του προέδρου του  ΕΣΡ τοποθετούνται πρώτα  ο καθηγητής Γιώργος Κασιμάτης και έπειτα ο Παύλος Σούρλας, καθηγητής της Φιλοσοφίας  του  Δικαίου  σ το Πανεπιστήμιο Αθηνών, με αντιπρόεδρο τον καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου Α. Μανιτάκη. Μάλιστα ο τελευταίος, όπως έχει ειπωθεί, δεν έκρυβε τις φιλοδοξίες του για την κατάληψη  της θέσης του προέδρου  του ΕΣΡ. Και μάλλον φρόντιζε γι’ αυτό βάζοντας συνέχεια τρικλοποδιές στον εκάστοτε πρόεδρο…

 

r3-rapti-2«Πόθεν έσχες», «Big Brother» και η απαξίωση του θεσμού

Νέος πρόεδρος του ΕΣΡ διορίζεται το 2000 ο αρεοπαγίτης  Βασίλης Λαμπρίδης και αντιπρόεδρος ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Σπύρος Φλογαΐτης. Εντωμεταξύ, το 2001 έρχεται η συνταγματική αναθεώρηση, ενώ προστίθεται στο άρθρο 14 η διασφάλιση της διαφάνειας και πολυφωνίας  στην ενημέρωση διά του ελέγχου του ιδιοκτησιακού και οικονομικού καθεστώτος των ΜΜΕ. Με τον εκτελεστικό νόμο 3051/2002 κατοχυρώνονται οι ανεξάρτητες αρχές, παρατείνονται ωστόσο επ’ αόριστον οι άδειες των παράνομων σταθμών.

Τον Δεκέμβριο του 2001 το ΕΣΡ επιχειρεί τον έλεγχο των φακέλων των υποψηφίων για την απόκτηση άδειας λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών εθνικής εμβέλειας,  βάσει του… ξεχασμένου διαγωνισμού που είχε προκηρυχθεί το 1997. Όπως σημειώνεται στην έκθεση πεπραγμένων του ΕΣΡ, «οι προκηρυχθείσες από το Υπουργείο Τύπου και ΜΜΕ θέσεις είναι έξι, ενώ οι αιτούντες υποψήφιοι ανέρχονται σε δέκα. Ο παραπάνω έλεγχος που αφορούσε μεταξύ άλλων και τον τρόπο απόκτησης οικονομικών μέσων των μετόχων που κατέχουν ποσοστό μεγαλύτερο του 2,5% του μετοχικού κεφαλαίου για την απόκτηση των μετοχών τους (Ν. 2328/1995) ολοκληρώθηκε στις 11 Μαρτίου 2002. Κατά τις εκθέσεις αυτές κανένας από τους δέκα υποψηφίους δεν έχει ή δεν προκύπτει ότι έχει με βάση τα προσκομισθέντα στοιχεία τις προϋποθέσεις του νόμου αναφορικά με την απόκτηση οικονομικών μέσων (πόθεν έσχες)».

Παρά τις διευκολύνσεις που δόθηκαν στους διαγωνιζόμενους, αυτοί δεν προσκόμισαν ποτέ περαιτέρω  στοιχεία αναφορικά με την προέλευση των κεφαλαίων τους, ούτε και στοιχεία σχετιζόμενα με την οικονομική αυτοτέλεια των μετόχων τους. Ύστερα από αυτή τη διαπίστωση, το Συμβούλιο αποφαίνεται το 2002 ότι αδυνατεί να προχωρήσει στη διαδικασία μοριοδότησης των εν λόγω σταθμών. Παράλληλα, το τμήμα Ελέγχου Διαφάνειας του ΕΣΡ διασταυρώνει στα στοιχεία των υποψηφίων αναδόχων έργων ή προμηθειών του Δημοσίου με τα στοιχεία των μετόχων και μελών του ΔΣ των ραδιοτηλεοπτικών επιχειρήσεων για τη χορήγηση πιστοποιητικού διαφάνειας. «Η διασταύρωση των στοιχείων δεν γίνεται με μηχανογραφικό σύστημα […] ο έλεγχος είναι εξαιρετικά δύσκολος στην περίπτωση των εισηγμένων εταιρειών που αριθμούν χιλιάδες μετόχους […] μέχρι στιγμής έχουν εκδοθεί 1042 πιστοποιητικά», σημειώνεται στην έκθεση πεπραγμένων  του 2001. Το 2002 όμως ο αρεοπαγίτης κ. Λαμπρίδης υποβάλλει την παραίτησή του εξαιτίας των τηλεοπτικών εκπομπών «Big Brother» και «Bar» για τις οποίες είχε εισηγηθεί την αναστολή τους. Και αυτό καθώς μέλη του ΕΣΡ περιφέρονταν,  όπως είχε ο ίδιος δηλώσει, στα ΜΜΕ προαναγγέλλοντας την ψήφο τους σε ένα όργανο στο οποίο γίνεται διάλογος και ανταλλάσσονται επιχειρήματα. Στήριξη στην απόφασή του για κόψιμο αυτών των εκπομπών δεν βρήκε από άλλα μέλη του ΕΣΡ, στην πλειονότητά τους καθηγητές ΑΕΙ.

Το 2002 ορίζεται πρόεδρος του ΕΣΡ ο επίτιμος αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Ι. Λασκαρίδης, αντιπρόεδρος ο καθηγητής Δημήτρης Χαραλάμπης, ενώ στη σύνθεση μετέχουν η δημοσιογράφος  Εύη Δεμίρη, η δικηγόρος Ίρις Αυδή-Καλκάνη, ο δημοσιογράφος Ρ. Μορώνης κ.ά. Το ΕΣΡ με απόφασή του τον Μάρτιο του 2002 απορρίπτει τις αιτήσεις για χορήγηση άδειας λειτουργίας στους σταθμούς Alpha, Alter, Mega, New Tempo, Star Channel, Telecity, Ant1, Seven, Μακεδονία TV. Παράλληλα τα παράπονα  και οι προτάσεις για την έλλειψη προσωπικού  και μέσων για να φέρει σε πέρας το έργο του το Συμβούλιο πέφτουν βροχή στις εκθέσεις πεπραγμένων. Χαρακτηριστικά σημειώνεται: «Το ΕΣΡ στεγάζεται σε εντελώς ακατάλληλο κτίριο με ανεπαρκείς  χώρους για τη στέγαση των διοικητικών και τεχνικών υπηρεσιών  του […] τα μέλη του ΕΣΡ δεν διαθέτουν γραφεία για την άσκηση των καθηκόντων  τους και τη συνεργασία με τους διοικητικούς υπαλλήλους  και ειδικούς επιστήμονες […] Το ΕΣΡ διαθέτει 19 συσκευές τηλεόρασης και 34 βίντεο για την παρακολούθηση και την καταγραφή των τηλεοπτικών εκπομπών.  Η ύπαρξη όλων  των μηχανημάτων στον ίδιο χώρο καθιστά συχνά δύσκολη εάν όχι αδύνατη την ταυτόχρονη εργασία περισσοτέρων ατόμων». Επίσης, «ο τεχνικός έλεγχος του τμήματος Διαφάνειας είναι ανεπαρκής  […] Η καταχώρηση  των στοιχείων των επιχειρήσεων  που έχουν υποχρέωση  εγγραφής στο Μητρώο Επιχειρήσεων του ΕΣΡ προχωρά με αργούς ρυθμούς λόγω του όγκου των πληροφοριών που πρέπει να καταχωρηθούν, ιδίως μετά τη διεύρυνση της έννοιας του μέσου ενημέρωσης, της έλλειψης της αναγκαίας υλικοτεχνικής υποδομής και της ανεπαρκούς στελέχωσης της Γραμματείας του τμήματος που αναλώνεται στις διαδικασίες έκδοσης των πιστοποιητικών διαφάνειας,  αρμοδιότητα στην οποία έχει δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα δεδομένου ότι από αυτήν εξαρτάται η σύναψη έγκυρων δημοσίων συμβάσεων […] το ΕΣΡ διασταύρωσε τα στοιχεία πληθώρας επιχειρήσεων […] Εξάλλου, πληθώρα ζητημάτων δημιουργήθηκαν σε σχέση με το είδος του ελέγχου που έπρεπε να ασκήσει το ΕΣΡ στις περιπτώσεις που διαπιστώνονταν συμμετοχή συγγενικών προσώπων  στην επιχείρηση που καταρτίζει δημόσιες συμβάσεις και στην επιχείρηση μέσων ενημέρωσης».  Το 2002 εκδίδονται  1.801 πιστοποιητικά διαφάνειας.

Παράλληλα, στις ίδιες εκθέσεις, με έμφαση υπογραμμίζεται ότι «οι αρμοδιότητες του ΕΣΡ είναι τρεις: α) η έκδοση αδειών λειτουργίας ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών, β) ο έλεγχος της ποιοτικής στάθμης των προγραμμάτων αυτών και γ) η έκδοση πιστοποιητικών διαφάνειας ή απορριπτικών πράξεων. Για την εκπλήρωση αυτών των αρμοδιοτήτων απαιτείται α) συγκεκριμένο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο, β) αναγκαία υλικοτεχνική υποδομή και γ) επαρκές προσωπικό. Ουδεμία των προϋποθέσεων υφίσταται». «Ενώ οι δώδεκα  (12) ιδιωτικοί τηλεοπτικοί σταθμοί MEGA, ΑΝΤENNA, STAR ,   ALPHA ,   ALTER ,   TEMPO , ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, ΤΗΛΕΑΣΤΥ, ΤΗΛΕΤΩΡΑ, TV100, 902 ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΣΤΑ FM και SEVEN λειτουργούν δυνάμει προσωρινών αδειών, η ισχύς των οποίων παρατείνεται με διαδοχικές διατάξεις νόμων εκ των οποίων τελευταία είναι η του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν. 3021/2002. Δέκα ιδιωτικοί σταθμοί εθνικής εμβέλειας, 81 ιδιωτικοί τηλεοπτικοί σταθμοί περιφερειακής εμβέλειας και 61 ιδιωτικοί τηλεοπτικοί σταθμοί τοπικής εμβέλειας θεωρούνται κατά το άρθρο 17 παρ.1 του Ν. 2644/1998, ως νομίμως λειτουργούντες εκ μόνου του γεγονότος ότι υπέβαλαν αίτηση μετά δικαιολογητικών για συμμετοχή σε διαδικασίες χορηγήσεως αδειών λειτουργίας αυτών. Άγνωστος είναι ο αριθμός των παρανόμως λειτουργούντων ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών. Πρόδηλον είναι ότι ο απροσδιόριστος αριθμός των παρανόμως λειτουργούντων ραδιοφωνικών σταθμών, όπως και των τηλεοπτικών σταθμών των νομίμως και παρανόμως λειτουργούντων δεν είναι δυνατόν να ελεγχθεί από το ΕΣΡ. Για τον έλεγχο των εντός Αττικής ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών απαιτείται μετάβαση υπαλλήλων στους τόπους εγκατάστασης όμως υπηρετεί μόνον ένας υπάλληλος για τους ραδιοφωνικούς και τρεις για τους τηλεοπτικούς (…) Εξάλλου ο τεχνικός εξοπλισμός είναι ανεπαρκής (…) και το τμήμα διαφάνειας έχει ελλιπή στοιχεία».

Το 2003 επαναλαμβάνεται μονότονα εν είδει ευχολογίου: «Αναμένεται ότι το προσωπικό θα αυξηθεί εντός του έτους 2004, ο εξοπλισμός θα βελτιωθεί στο εγγύς μέλλον  και θα εκδοθούν  οι άδειες λειτουργίας των τηλεοπτικών σταθμών». Παράλληλα το ΕΣΡ ανακαλεί εκ νέου την άδεια λειτουργίας του New Tempo ενώ το τμήμα διαφάνειας εκδίδει 4.078 πιστοποιητικά διαφάνειας. Το 2004 το γενικευμένο αλαλούμ συνεχίζεται, καθώς το ΕΣΡ ενώ έχει εκδώσει προκήρυξη προς έκδοση 6 αδειών τηλεοπτικών σταθμών εθνικής εμβέλειας και 51 περιφερειακής εμβέλειας, ασκούνται ενώπιον του ΣτΕ αιτήσεις ακύρωσης και ενόψει τούτων «αλλά και των εξαγγελιών της νέας κυβέρνησης ότι θα προχωρήσει σε νέες ρυθμίσεις προς έκδοση των αδειών λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών, η διαδικασία δεν ολοκληρώθηκε». Πάντως το τμήμα ελέγχου Διαφάνειας του ΕΣΡ εκδίδει 3.696 πιστοποιητικά διαφάνειας.

 

r3-rapti-3

 

Βασικός μέτοχος και παραιτήσεις μελών ΕΣΡ

Τον Φεβρουάριο 2005 ψηφίζεται ο νόμος 3310 για τον βασικό μέτοχο. Μπορεί ο νόμος να μην μακροημέρευσε,  ωστόσο στο ενδιάμεσο πέτυχε να προκαλέσει αναταράξεις εντός και εκτός ΕΣΡ. Το μέλος του ραδιοτηλεοπτικού συμβουλίου Ροδόλφος Μορώνης δηλώνει πως τα πιστοποιητικά διαφάνειας εκδίδονταν από τον πρόεδρο του τμήματος Δ. Χαραλάμπη, κατά κανόνα ερήμην της ολομέλειας του ΕΣΡ. Με την εφαρμογή του νέου νόμου, για πρώτη φορά δεν εκδίδεται πιστοποιητικό διαφάνειας  στην εταιρία ΑΚΤΩΡ της οικογένειας  Μπόμπολα και ακολουθούν αλυσιδωτές αντιδράσεις στο τοπίο των ΜΜΕ με συζητήσεις για την πώληση του Πήγασου, του Flash κ.ά. Η «τάξη» αποκαθίσταται τελικά μετά την κατάρρευση του νόμου ενώ ο Ροδόλφος Μορώνης υποβάλλει την παραίτησή του.

Ακολουθεί  το 2007 ο νόμος 3592 γνωστός ως «νόμος Ρουσόπουλου» που παρατείνει την προθεσμία για την έκδοση των προκηρύξεων για τη χορήγηση των τηλεοπτικών αδειών ενώ το ΕΣΡ επαναλαμβάνει  ότι εξακολουθεί η λειτουργία των σταθμών άνευ νόμιμης άδειας με αποτέλεσμα «πλήθος εκτροπών», όπως επισημαίνεται χαρακτηριστικά. Η κατάσταση παραμένει αμετάβλητη με συνεχείς παρατάσεις της προθεσμίας και την ανεξάρτητη Αρχή να επαναλαμβάνει τα περί απαράδεκτης κατάστασης. «Υφίσταται ελπίς ότι η κατάσταση αυτή θα εξορθολογιστεί διά της μεταβιβάσεως στην ψηφιακή τηλεόραση και τεχνολογία» σημειώνεται, ενώ υπογραμμίζεται η ανάγκη κωδικοποίησης  της νομοθεσίας αφού από το 1989 έχουν εκδοθεί περισσότερα από δέκα νομοθετήματα που ρυθμίζουν τη λειτουργία των ηλεκτρονικών μέσων μαζικής ενημέρωσης και η τυπική φράση με την οποία κλείνει κάθε νεότερο νομοθέτημα, δηλαδή ότι «κάθε αντίθετη διάταξη προς τις διατάξεις του παρόντος καταργείται», επιτείνει τη γενικότερη σύγχυση. Την ίδια στιγμή δεν εκδίδονται ούτε καν συγχρονίζονται τα Προεδρικά Διατάγματα με τη νομοθεσία  για τα ΜΜΕ με αποτέλεσμα να επιβάλλονται στο ΕΣΡ υποχρεώσεις που δεν ανταποκρίνονται στις εκάστοτε νομοθετικές ρυθμίσεις. Στο ενδιάμεσο εκδίδεται σειρά αποφάσεων του ΣτΕ που επαναλαμβάνουν την ανάγκη προάσπισης των δημοσίων αγαθών, χαρακτηρίζοντας αντισυνταγματικές τις πράξεις παρατάσεων, που ούτε λίγο ούτε πολύ ανήλθαν σε 15 τον αριθμό.

Όμως οι παρατάσεις δεν περιορίζονται αποκλειστικά στη χορήγηση των τηλεοπτικών αδειών αλλά περιλαμβάνουν και τη θητεία των μελών του ΕΣΡ. Τον Απρίλιο 2015 ο πρόεδρος  της Αρχής Ι. Λασκαρίδης που έχει ήδη συμπληρώσει θητεία 13 ετών, όπως και τα τακτικά μέλη Ε. Δεμίρη και Ι. Παπακώστα, υποβάλλουν τις παραιτήσεις τους. Ο θλιβερός επίλογος μιας ολοκληρωτικά και με τη συνέργεια όλων απαξιωμένης αρχής γράφεται στο τελευταίο υπόμνημά της.

«Το 2015 υπήρξε καθοριστικό έτος για τη λειτουργία του ΕΣΡ δεδομένου ότι για πρώτη φορά από την ίδρυσή του το 1989 όχι μόνο δεν μπόρεσε να ασκήσει αποτελεσματικά  τα καθήκοντά του λόγω ελλιπούς σύνθεσης, αλλά τους τελευταίους δύο μήνες αμφισβητήθηκε και η ουσία των αρμοδιοτήτων του. Η από πολλών ετών αδυναμία του αρμοδίου, για τον ορισμό των μελών της Αρχής, οργάνου (Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής) να συγκεντρώσει  την απαιτούμενη, κατά το Σύνταγμα, πλειοψηφία και οι, συνεπεία αυτής, διαρκείς παρατάσεις της θητείας των υφιστάμενων μελών, οδήγησε τελικά, τον Μάρτιο του 2015, στην απόφαση της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής να μην ανανεώσει περαιτέρω, την θητεία τριών εκ των μελών του Συμβουλίου με αποτέλεσμα να λειτουργεί με τα τέσσερα εναπομείναντα μέλη μέχρι τον Οκτώβριο του 2015 οπότε, με διάταξη νόμου (Ν. 4339/2015 άρθρο 55 παρ. 10), τερματίστηκε η θητεία άλλων τριών εν ενεργεία μελών (Ο. Αλεξίου, Αντιπροέδρου, Γ. Στεφανάκη και Κ. Αποστολά, μελών). Έκτοτε (και μέχρι σήμερα που συντάσσεται η παρούσα έκθεση) η Αρχή δεν μπορεί να ασκήσει ουσιαστικά βασικές αρμοδιότητές της και περιορίζεται στην εκ του νόμου επιβαλλόμενη  λειτουργία των υπηρεσιών της, δεδομένου ότι απέμεινε μόνο ένα μέλος (Δ. Παπαδοπούλου) του οποίου η θητεία συνεχίζεται. Η ενεργούσα τις τρέχουσες και επείγουσες υποθέσεις τελευταία Αντιπρόεδρος του ΕΣΡ, το εναπομείναν εν ενεργεία μέλος, το επιστημονικό, διοικητικό και τεχνικό προσωπικό, καταβάλλουν προσπάθεια να ξεπεράσουν τις προσωρινές –ελπίζεται– δυσκολίες λόγω της μη υπάρξεως Ολομελείας και διατηρούν αυτό σε πλήρη λειτουργία και ετοιμότητα, όσο είναι κατά τον νόμο δυνατόν, αναμένουν δε τις αποφάσεις των αρμοδίων πολιτειακών φορέων της Χώρας, οι οποίες θα επιτρέψουν την πλήρη και απρόσκοπτη άσκηση των σύνθετων καθηκόντων τους, ώστε το ΕΣΡ να επιτελέσει την υψηλή αποστολή του ως Ανεξάρτητη Αρχή, όπως επιτάσσει το Σύνταγμα».

About REPORT (39 Articles)
Μηνιαίο περιοδικό έρευνας