Από την επιτήρηση στη βίαιη προσαρμογή: Η τράπεζα της Ελλάδος σε ένα τοπίο που αλλάζει

Αφού αρχικά η είσοδος στην ΟΝΕ αφαίρεσε από το ελληνικό κράτος τη δυνατότητα να ορίζει τη νομισματική πολιτική του, η εποχή των μνημονίων πρακτικά του στέρησε, σχεδόν καθολικά, τη δυνατότητα χάραξης οικονομικής πολιτικής. Από τη λειτουργία της Τράπεζας της Ελλάδος ως τοποτηρητή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας μέχρι τις αναβαθμισμένες αρμοδιότητες του ΤΧΣ και τις παρεμβάσεις του SSM, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα οδηγείται από την επιτήρηση στη βίαιη αναδιάρθρωση.

ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ/EUROKINISSI «Γενική Συνέλευση των Μετόχων της Τράπεζας της Ελλάδος, Φεβρουάριος 2014.»

Ακόμα κι αν μεσολάβησε μια πληθώρα διαφορετικών καθεστώτων και κυβερνήσεων, από τη σκοπιά της εγχώριας οικονομίας, ένας κύκλος 70 ετών έκλεισε το 1998. Καταμεσής του εκσυγχρονιστικού πυρετού και με δρομολογημένη την ένταξη στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ), για πρώτη φορά από το 1928 η νομισματική πολιτική της χώρας έφευγε από τα χέρια της Τράπεζας της Ελλάδος. Μαζί της συμπαρέσυρε και όλο το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούνταν ως τότε στα τηλεοπτικά πάνελ για να εκφραστεί η ανησυχία για την οικονομική πορεία της χώρας. Οι έννοιες της ανατίμησης και της υποτίμησης

εξαφανίστηκαν εν μια νυκτί. Το 1999, ο τότε διοικητής της κεντρικής τράπεζας της χώρας Λουκάς Παπαδήμος θα άρχιζε τα πρώτα πηγαινέλα  μεταξύ των Βρυξελλών και της ελληνικής πρωτεύουσας, για να παραβρεθεί στις συναντήσεις του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών –του συλλογικού τραπεζικού οργάνου της ΕΕ με επικεφαλής την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα– στο οποίο είχε πια εκχωρήσει τις μέχρι πρότινος νομισματικές αρμοδιότητές του.

Σε «διαφημιστική» της έκθεση το 2002, η ΕΚΤ εξηγούσε το όραμα πίσω από τη θέσπιση του ενιαίου νομίσματος, αυτού που θα καθιστούσε τον φόβο του πληθωρισμού παρελθόν: «Το ευρώ προορίζεται να αποτελέσει ένα νόμισμα τουλάχιστον τόσο σταθερό όσο και οποιοδήποτε από τα προηγούμενα εθνικά νομίσματα της ζώνης του ευρώ» έγραφε η έκθεση.

«Είναι καθήκον της ΕΚΤ να εξασφαλίσει ότι σε ένα χρόνο θα μπορείτε με 1.000 ευρώ να αγοράσετε την ίδια σχεδόν ποσότητα αγαθών και υπηρεσιών που μπορείτε και σήμερα• με άλλα λόγια να διατηρήσει σταθερές τις τιμές στο σύνολο της ζώνης του ευρώ». Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν συνέβη ποτέ. Η αγορά φάνηκε να αγνοεί πλήρως την ισοτιμία που πρότεινε η ΕΚΤ –σύμφωνα με την οποία 1 ευρώ αντιστοιχούσε σε 340,75 δραχμές– και στο μεσοδιάστημα της συνύπαρξης δραχμής-ευρώ αρκέστηκε σε απλούστερες μαθηματικές πράξεις: 150 δραχμές = 1,5 ευρώ. Σε αφιέρωμα του in.gr το 2001, που σκοπό είχε να προετοιμάσει τους αναγνώστες για τη ζωή με το νέο νόμισμα, χαρακτηριστικά αναφέρεται μεταξύ άλλων η απροθυμία των επιχειρήσεων να αρχίσουν να αναγράφουν τις τιμές και στα δύο νομίσματα. Ήταν οι νέες τιμές που εν πολλοίς επικράτησαν μετά την οριστική απόσυρση της δραχμής το 2002. Την ίδια περίοδο, ο Λουκάς Παπαδήμος άφηνε πίσω του την ανατιμημένη εγχώρια λιανική αγορά και αναλάμβανε την αντιπροεδρία της ΕΚΤ, πόστο στο οποίο θα παρέμενε σχεδόν μέχρι να κάνει την επάνοδό του ως πρωθυπουργός μιας κυβέρνησης που θα αναλάμβανε το 2011 να διαχειριστεί την ελληνική όψη της κρίσης αυτού του άλλοτε πολλά υποσχόμενου ενιαίου νομίσματος.

Η πίεση για νεοφιλελεύθερες πολιτικές

Η προσχώρηση στην Ευρωζώνη μπορεί να στέρησε από την κεντρική τράπεζα της χώρας τη δυνατότητά της να χαράσσει τη νομισματική της πολιτική, αλλά σε καμία περίπτωση δεν την άφησε χωρίς αντικείμενο.

Ο Νίκος Γκαργκάνας, που διαδέχθηκε τον Λουκά Παπαδήμο στη διοίκηση της ΤτΕ, διένυσε όλη τη θητεία του όντας σε έντονη σύγκρουση τόσο με πρόσωπα του πολιτικού κόσμου όσο και με κοινωνικές ομάδες. Άλλωστε, αρμοδιότητά του ήταν πια να εποπτεύει το ελληνικό τραπεζικό σύστημα που άρχισε να σημειώνει αυξητικές τάσεις στον δανεισμό, αλλά και το πλήθος εξαγορών και συγχωνεύσεων σε πολλές από τις οποίες είχε ενεργή ανάμειξη. Ωστόσο, οι παρεμβάσεις τις οποίες πρότεινε η ΤτΕ είχαν πάρει πλέον τη μορφή συστάσεων προς το πολιτικό σύστημα, με τις ανακοινώσεις του διοικητή να εμφανίζονται στις εφημερίδες ως γνωμοδοτήσεις σχετικά με καίρια ζητήματα όπου συγκρούονταν κυβέρνηση και αντιπολίτευση. Εντελώς συμπτωματικά (;) οι ανακοινώσεις αυτές πάντα πίεζαν για να υιοθετηθούν συγκεκριμένες νεοφιλελεύθερες πολιτικές ως απάντηση στους επιβραδυνόμενους ρυθμούς ανάπτυξης.

Από την αρχή της θητείας του, ο Νίκος Γκαργκάνας πίεσε για ακόμη πιο περιοριστικές δημοσιονομικές πολιτικές. Ενώ ενδέχεται να επισήμανε επιτυχημένα κάποιους κινδύνους –όπως θέλει ο μύθος της μυστικής επιστολής του προς τον Κώστα Σημίτη με την οποία συνιστούσε προσοχή ως προς τις παροχές που θα συνόδευαν τους Ολυμπιακούς Αγώνες– οι προτάσεις του Ν. Γκαργκάνα πολλές φορές ξέφευγαν τόσο από το τι μπορούσε να εφαρμόσει μια κυβέρνηση όσο και από το τι θα ήταν λειτουργικό για μια οικονομία. Άλλωστε, πρέπει να είναι ο μοναδικός κεντρικός τραπεζίτης που κατάφερε να εξοργίσει τον επίτιμο πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, ο οποίος το 2005 κατακεραύνωσε τις στρατηγικές του ετήσιου προϋπολογισμού της ΤτΕ, αλλά και τη συνολική στάση του Ν. Γκαργκάνα. Αφορμή ήταν η επιλογή της ΤτΕ να δεσμεύσει το ιλιγγιώδες ποσό των 660 εκ. ευρώ για την αποζημίωση της εθελούσιας εξόδου υπαλλήλων της ΤτΕ, επιλογή που ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης σκιαγράφησε ως «τακτική ΠΑΣΟΚ», χωρίς ωστόσο να ορίζει ο ίδιος το σωστό ύψος της αποζημίωσης που θα έπρεπε να υπάρξει για τους υπαλλήλους.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας του, ο Νίκος Γκαργκάνας αποτέλεσε συχνά αιτία ξεσηκωμού, ακόμα και για τη συντηρητική παράταξη. Το 2006, κατακεραυνώνοντας την κυβέρνηση της ΝΔ για την οικονομική της πολιτική, τις μεταρρυθμίσεις της οποίας θεωρούσε «διακοσμητικού χαρακτήρα», κατάφερε να προκαλέσει την μήνιν σύσσωμου του πολιτικού κόσμου: της κυβερνώσας Νέας Δημοκρατίας, του αντιπολιτευόμενου ΠΑΣΟΚ, αλλά και της ΓΣΕΕ, του Συνασπισμού, του Εργατικού Κέντρου Θεσσαλονίκης και του ΚΚΕ. Είναι πιθανό αυτή η ομοθυμία των κομμάτων να εξέφραζε τη συσσωρευμένη αγανάκτηση από την τετραετία Γκαργκάνα στην ΤτΕ. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, παρά τις διαφορετικές τοποθετήσεις του, η έμφασή του δινόταν σταθερά και μονοδιάστατα στα Εργασιακά, κάνοντας την Ανεξάρτητη Κίνηση Οικονομολόγων Ελλάδας να τον αποχαιρετήσει κατά τη λήξη της θητείας ως «τον άνθρωπο που μισούσε τους μισθούς». Μάλιστα, το 2005 ο Νίκος Γκαργκάνας ρητά πρότεινε το πάγωμα των μισθών και τη θέσπιση του ευέλικτου ωραρίου, μέτρα που θα έρχονταν αργότερα με τους μνημονιακούς νόμους, που όπως απέτυχαν στα χρόνια της κρίσης να συνεισφέρουν έστω και στο ελάχιστο σε μία προοπτική διεξόδου, έτσι και τότε δύσκολα θα διόρθωναν τους αργούς ρυθμούς ανάπτυξης που η ευφορία του ευρώ αδυνατούσε να βελτιώσει.

Η εξαετία του Νίκου Γκαργκάνα στο τιμόνι της ΤτΕ σημαδεύτηκε από τα πρώτα σκιρτήματα του διαλόγου που θα διογκωνόταν την εποχή της ελληνικής κρίσης: τον αντίκτυπο της διαδικασίας που οδήγησε στην παγκόσμια κρίση του 2008, στην ελληνική οικονομία από τη μία πλευρά και μια πρόταση αντιμετώπισής της με λιτότητα και συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους από την άλλη. Βέβαια, ο Νίκος Γκαργκάνας δεν έμεινε στο πόστο του για να ζήσει τον πανικό από την κατάρρευση της αμερικανικής Lehman Brothers, καθώς δύο μήνες πριν από το συμβάν είχε ήδη παραδώσει τα κλειδιά της κεντρικής τράπεζας στον Γιώργο Προβόπουλο.

Οι σκιές της θητείας Προβόπουλου

Αναμφίβολα, ο Γιώργος Προβόπουλος δεν είχε την τύχη των προκατόχων του να εγκαταλείψει τη θέση του για ένα υψηλόβαθμο πόστο στην ΕΚΤ ή να μπορεί να αφήσει την «καυτή πατάτα» της κρίσης σε κάποιον άλλον. Βρέθηκε πάντως το 2015 στον όμιλο της Eurobank, επικεφαλής της θυγατρικής στη Βουλγαρία.

Ωστόσο, υπάρχουν διάφορες σκιές στη θητεία του. Το 2014 κλήθηκε να καταθέσει ως ύποπτος για το σκάνδαλο Λαυρεντιάδη και ειδικότερα για τη διαδικασία πώλησης της Proton Bank από την Τράπεζα Πειραιώς στον επιχειρηματία. Πλήθος εγχώριων και ξένων δημοσιευμάτων ήθελαν την Τράπεζα της Ελλάδος να εγκρίνει την πώληση παρά τις ενστάσεις της Διεύθυνσης Εποπτείας Πιστωτικού Συστήματος, χάρη σε προσωπική παρέμβαση του διευθυντή της Πειραιώς, Μιχάλη Σάλλα. Χαρακτηριστική είναι άλλωστε και η δήλωση του Λαυρέντη Λαυρεντιάδη στους New York Times: «Αν είμαι ένοχος, τότε είναι και ο Προβόπουλος και ο Σάλλας».

Η υπόθεση της Proton, με την ασυμφωνία της Διεύθυνσης Εποπτείας και του διοικητή της ΤτΕ, είναι ενδεικτική της πλήρους απορρύθμισης της κεντρικής τράπεζας στα χρόνια της κρίσης. Γνωστό είναι άλλωστε και το ελληνικό «μεγάλο σορτάρισμα» του 2009, με την κωδική ονομασία «Τ+10», όπου η Διεύθυνση Οργάνωσης της ΤτΕ, χωρίς την προβλεπόμενη έγκριση του διοικητή της, επέκτεινε πρωτοβουλιακά το χρονικό πλαίσιο για τη διεξαγωγή short selling ομολόγων από τρεις σε δέκα ημέρες. Αυτό έδωσε ένα προνομιακό δεκαήμερο για ένα μαζικό κερδοσκοπικό επεισόδιο στην αγορά ομολόγων, που μάλιστα συμπληρώθηκε εκ των υστέρων και με δεύτερη απόφαση της Διεύθυνσης Οργάνωσης της ΤτΕ, η οποία απέσυρε κάθε κύρωση για όσους δεν μπορούσαν να φέρουν εις πέρας τις αγοραπωλησίες εντός του δεκαημέρου. Όλα αυτά συνέβαλαν στην κατάρρευση των ομολόγων το 2010.

Παρότι η ευθύνη για το Τ+10 φάνηκε να βαρύνει τον υποδιοικητή Ιωάννη Παπαδάκη –ο οποίος ολοκλήρωσε κανονικά τη θητεία του ως το 2015– και όχι τον αρμόδιο διοικητή της ΤτΕ, η δυνατότητα πραγματοποίησης μιας τέτοιας θεσμικής παρατυπίας μαρτυρά την κατάσταση στην οποία περιήλθε η κεντρική τράπεζα από το 2008 και μετά. Μπαίνοντας σε ισχυρότερο καθεστώς ευρωπαϊκής εποπτείας, ήδη πριν από την υπογραφή του πρώτου μνημονίου, η ΤτΕ είχε ήδη αρχίσει να μετατρέπεται σε ένα εκτελεστικό όργανο της ευρωπαϊκής πολιτικής, προτού τεθεί σταδιακά υπό τον πλήρη έλεγχό της. Τα πρώτα δείγματα αυτού του μαρασμού είναι εμφανή και στην ελαφρότητα με την οποία αντιμετώπισε τις επιπτώσεις της κρίσης στο τραπεζικό σύστημα. Άλλωστε, στην κοινή έκθεση που εξέδωσε με το ΔΝΤ το 2009, στο πλαίσιο του stress test των ελληνικών τραπεζών, η ΤτΕ σημείωνε ότι «ο τραπεζικός τομέας ήταν ικανός να αντεπεξέλθει ακόμα και σε έντονες αναταραχές», κοντινό συμπέρασμα με αυτό του Ταμείου την ίδια περίοδο.

Με την έναρξη της μνημονιακής περιόδου –και παρά τη διάψευση των προβλέψεών του– ο Γιώργος Προβόπουλος τάχθηκε υπέρ της αναδιάρθρωσης που υπαγόρευαν οι δανειστές. Ξεσήκωσε σάλο για μία ακόμη φορά όταν τα ομόλογα της ΤτΕ αλλά και της ΕΚΤ εξαιρέθηκαν από το κούρεμα που προέβλεπε το PSI. Μέχρι τη λήξη της θητείας του, είδε από κοντά τη συγκρότηση του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας να εκχωρεί στους δανειστές τη γνωμοδότηση για τη χάραξη της οικονομικής πολιτικής και την πρώτη ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών να στερεί από την ΤτΕ ακόμα και τη δυνατότητα στοιχειώδους επίβλεψης του εγχώριου τραπεζικού συστήματος. Τελικά, αντικαταστάθηκε το 2014 από τον μέχρι τότε υπουργό Οικονομικών Γιάννη Στουρνάρα και συνέχισε τις δραστηριότητές του στον τραπεζικό τομέα, ενώ έμεινε σταθερά ένα από τα ονόματα που οι λάτρεις των «τεχνοκρατικών» λύσεων κατά καιρούς προβάλλουν ακόμη και ως υποψήφιο πρωθυπουργό.

ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ/EUROKINISSI «Φεβρουάριος 2002, σύσκεψη εθνικές επιτροπής για το ευρώ. Από αριστερά: Θεόδωρος Καρατζάς (Εθνική), Γιάννης Στουρνάρας (Εμπορική), Γιάννης Κωστόπουλος (Πίστεως), Πέτρος Λάμπρου (Αγροτική).»

ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ/EUROKINISSI «Φεβρουάριος 2002, σύσκεψη εθνικές επιτροπής για το ευρώ. Από αριστερά: Θεόδωρος Καρατζάς (Εθνική), Γιάννης Στουρνάρας (Εμπορική), Γιάννης Κωστόπουλος (Πίστεως), Πέτρος Λάμπρου (Αγροτική).»

Επιτροπεία και αναδιάρθρωση

Μέσα σε ένα χρόνο από την ανάληψη του τιμονιού της ΤτΕ, ο Γιάννης Στουρνάρας βρέθηκε να αντιμετωπίζει όχι μία, αλλά δύο ανακεφαλαιοποιήσεις των ελληνικών τραπεζών. Ωστόσο, σε αντίθεση με τους προκατόχους του, ίσως και λόγω του πρόσφατου παρελθόντος του ως μνημονιακού υπουργού Οικονομικών, δεν έδρασε στα βάθη του τραπεζικού συστήματος και του ελληνικού κράτους, αλλά αντιθέτως βρέθηκε πολλάκις στη δημοσιότητα. Από τις έντονες συγκρούσεις του με τον Γιάνη Βαρουφάκη μέχρι τα δημοσιεύματα που τον ήθελαν να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στην επίμονη στάση των δανειστών μετά το 2015, ο Γιάννης Στουρνάρας δεν αποδείχθηκε ούτε παροπλισμένος, ούτε αδρανής ως προς τα πολιτικά πράγματα. Η δε εμφάνισή του στην εξεταστική επιτροπή της Βουλής για τα δάνεια κομμάτων και ΜΜΕ, έδωσε τροφή σε πληθώρα συζητήσεων για μια σειρά από πολιτικά πρόσωπα, με ιδιαίτερα αντιφατικό και επιθετικό τρόπο, ενώ την ίδια περίοδο δημοσιεύματα τον ήθελαν για πολλοστή φορά υποψήφιο ηγέτη στην ανασύσταση της Κεντροαριστεράς.

Πλάι στην Τράπεζα της Ελλάδος αναβαθμίζεται και ο συνολικός μηχανισμός επιτήρησης. Η βασική τομή που επέφερε η τελευταία ανακεφαλαιοποίηση του 2015 αφορούσε στην αναβάθμιση του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Ούτως ή άλλως, το ΤΧΣ δεν εκπροσωπούσε μόνο τα χρήματα που δόθηκαν για την ανακεφαλαιοποίηση αλλά είχε και λόγο στη λειτουργία των τραπεζών. Με την ανακεφαλαιοποίηση του 2015, παρότι το ποσοστό συμμετοχής του στις ελληνικές τράπεζες μειώθηκε αισθητά, καθώς οι όροι της ανακεφαλαιοποίησης ευνοούσαν τους ιδιώτες επενδυτές, το Ταμείο αναβαθμίζει σημαντικά τον ελεγκτικό του ρόλο στα διοικητικά συμβούλια των τραπεζών, ελέγχει τη σύνθεσή τους –που πλέον αποκλείει ουσιαστικά κάθε πολιτικό πρόσωπο, εξ ου και η αναγκαστική αποχώρηση της Λούκας Κατσέλη από την Εθνική Τράπεζα– και επιλέγει τα τρία κρίσιμα ανεξάρτητα, μη εκτελεστικά μέλη των ΔΣ που θα πρέπει να είναι εμπειρογνώμονες με «επαρκή γνώση και διεθνή εμπειρία».

Στην πραγματικότητα, οι αναβαθμισμένες αρμοδιότητες του ΤΧΣ συνδυάζονται με την τροποποιημένη διαδικασία συγκρότησης, με βάση τον εφαρμοστικό του 3ου μνημονίου Ν. 4346/2015, σηματοδοτούν τη διεκδίκηση από τους «θεσμούς» αναβαθμισμένου ρόλου στη διαχείριση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος και αποτελούσαν εξαρχής όρο της δανειακής σύμβασης του 2015. Όλα αυτά δεν είναι άσχετα με την εξέλιξη της διαδικασίας της «τραπεζικής ένωσης» σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή τη διαρκή αναβάθμιση του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (Single Supervisory Mechanism – SSM).

Η ανάδειξη του SSM σε ανώτατη αρχή επί του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, με βασικό στόχο να διασφαλίσει τα συμφέροντα των ιδιωτών επενδυτών αλλά και μια γραμμή «εξυγίανσης» του τραπεζικού συστήματος που αφετηρία είχε τη δυσπιστία απέναντι στην ελληνική κυβέρνηση και ορισμένες διοικήσεις τραπεζών –θεωρώντας, για παράδειγμα, ότι η εγχώρια πλευρά δεν θα προχωρούσε αρκούντως επιθετικά στο θέμα των «κόκκινων δανείων»– δεν άργησε να επιφέρει τους πρώτους κραδασμούς. Πιο ισχυρό δείγμα υπήρξε η αδρανοποίηση του επί 25ετίας διοικητή της Τράπεζας Πειραιώς, Μιχάλη Σάλλα, η οποία τελικά οδήγησε στην αποχώρησή του. Σε άρθρο του την ίδια περίοδο, τον Ιούλιο του 2016, ο οικονομικός συντάκτης της Καθημερινής, Κώστας Καλλίτσης, χαρακτήριζε τον SSM «αυθαίρετο μονάρχη των ελληνικών τραπεζών». Στην ανάλυσή του, όπου εντοπίζει μια δυσλειτουργική συνθήκη εντός των συστημικών τραπεζών, ο δημοσιογράφος αποτιμούσε ότι αυτές είναι πια «ζόμπι» που κυοφορούν τις ωρολογιακές βόμβες με το όνομα «κόκκινα δάνεια». Η προσπάθεια εκχώρησης των τραπεζών σε τραπεζικούς –και ο συνακόλουθος διαχωρισμός τους από το πολιτικό σύστημα– δεν φαίνεται μέχρι στιγμής να έχει ωφελήσει τη σταθεροποίησή τους, ενώ τα προβλήματα διακυβέρνησης έχουν πληθύνει. Όσοι παρακολούθησαν ωστόσο τη σύμπραξη του επενδυτή Τζον Πώλσον και του SSM, προκειμένου να ευοδωθούν τα σχέδια του πρώτου για έλεγχο της Τράπεζας Πειραιώς, θα έχουν κάθε λόγο να συμμερίζονται την ανησυχία του Κώστα Καλλίτση για την ασυδοσία του ευρωπαϊκού μηχανισμού. Ίσως γιατί εξαρχής η βοήθεια των «θεσμών» στο τραπεζικό σύστημα είχε ως ορίζοντα και τη βίαιη αναδιάρθρωσή του.

About Γιάννης - Ορέστης Παπαδημητρίου (9 Articles)
Ο Γιάννης - Ορέστης Παπαδημητρίου έχει συνεργαστεί με εφημερίδες και διαδικτυακά μέσα και αποτελεί μέλος των συντακτικών ομάδων του περιοδικού UNFOLLOW και της αγγλόφωνης διαδικτυακής πλατφόρμας Athens Live.