Γιάννης Κωστόπουλος: Ο επίμονος τραπεζίτης

Έντονα ανταγωνιστικός, με αλλεργία στις κρατικές παρεμβάσεις και στις συνδικαλιστικές πιέσεις, αξιοποιώντας ταυτόχρονα την κληρονομιά της οικογένειάς του, ο Γιάννης Κωστόπουλος στη μακρά του πορεία στον τραπεζικό χώρο ενσάρκωσε τον ιδεότυπο του τραπεζίτη.

ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ/ΕUROKINISSI

Ο Γιάννης Κωστόπουλος, πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και γενικός διευθυντής της Τράπεζας Πίστεως, σε συνέντευξή του το 1988 στο περιοδικό «Αγορά» δήλωνε: «Η πολιτική μας είναι σαφώς επιθετική και απλώνεται σε ό,τι έχει σχέση με τη χρηματοδότηση με ευρεία έννοια. Δεν ανακατευόμαστε με δουλειές που δεν είναι τραπεζικές, οι επεκτάσεις σε βιομηχανίες, σε ξενοδοχεία κ.λπ., δεν είναι δική μας δουλειά, δεν το κάνουμε».1 Όντας ήδη επί 15ετία στο τιμόνι της τράπεζας, την οποία μετονόμασε σε «Τράπεζα Πίστεως» από «Τράπεζα Εμπορικής Πίστεως», όπως ονομαζόταν έως τότε, για να μην υπάρχει σύγχυση με την Εμπορική Τράπεζα, ο Κωστόπουλος είχε δίκιο να εμφανίζεται στον Τύπο με τόση αυτοπεποίθηση. Τα προηγούμενα χρόνια είχαν περάσει με έναν διμέτωπο αγώνα: αφενός εναντίον του ΠΑΣΟΚ και της τάσης του για κρατικό έλεγχο του τραπεζικού συστήματος και αφετέρου εναντίον της παράλληλης ενδυνάμωσης του συνδικαλιστικού κινήματος στον τραπεζικό χώρο και τις διεκδικήσεις του. Σκληρός και άτεγκτος, θα εγγραφεί στη συνείδηση των ανθρώπων του κλάδου  ως ο στιβαρός αντίπαλος της ΟΤΟΕ που δεν λύγισε, κατορθώνοντας να αντέξει τη μεγάλη απεργία του 1989-90. Ταυτόχρονα, η μόνη μεγάλη ιδιωτική τράπεζα θα παρουσιάζει, στα χρόνια του πασοκικού κρατισμού, όλο και μεγαλύτερα μεγέθη ανάπτυξης. Με επικοινωνιακή εξωστρέφεια που περιλαμβάνει και επενδύσεις σε έργα τέχνης (ο Γιάννης Κωστόπουλος κατέχει μια σημαντική συλλογή έργων μοντέρνας τέχνης), ανάθεση σχεδιασμού στολών των υπαλλήλων στον Γιάννη Τσεκλένη και έντονη διαφημιστική παρουσία, η Τράπεζα Πίστεως θα καταλαμβάνει βήμα – βήμα μια όλο και πιο κεντρική θέση στον ελλαδικό τραπεζικό χώρο.

Αυτή η προσήλωση στις τραπεζικές δουλειές έχει πίσω της προϊστορία. Ισχυρή οικογένεια της Μεσσηνίας, οι Κωστόπουλοι δραστηριοποιούνται από νωρίς στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Ο Ιωάννης Κωστόπουλος, γενάρχης της οικογένειας, ο τραπεζιτικός Αβραάμ, ξεκίνησε τις δραστηριότητες του ως έμπορος υφασμάτων αλλά και λαδιού για να μεταπηδήσει αργότερα, έχοντας συσσωρεύσει ένα ισχυρό κεφάλαιο, στις τραπεζικές δραστηριότητες, εμπλεκόμενος στις αγοραπωλησίες συναλλάγματος. Αρχικά, το 1905 θα γίνει ανταποκριτής στην Καλαμάτα της Λαϊκής Τράπεζας, για να ιδρύσει το 1916 τη δική του τράπεζα, που έφερε το όνομά του αλλά δύο χρόνια αργότερα θα μετονομαζόταν σε «Τράπεζα Καλαμών». Σταδιακά, η τράπεζα θα αυξάνει το κεφάλαιο και το εύρος των δραστηριοτήτων της, αλλάζοντας και πάλι το όνομά της σε «Τράπεζα Ελληνικής Εμπορικής Πίστεως», αρχικά, και σκέτο «Εμπορικής Πίστεως» στη συνέχεια, μέχρι τη στιγμή της ανάληψης της ηγεσίας της από τον εγγονό του, Γιάννη.

Οι γιοι του Ιωάννη Κωστόπουλου θα ακολουθήσουν, σε έναν έξυπνο καταμερισμό εργασίας, τις δουλειές του πατρός. Ο Σπύρος θα αναλάβει τον τραπεζικό τομέα, όπως σε μικρότερο βαθμό και ο Πάνος, ενώ ο Σταύρος θα ασχοληθεί ταυτόχρονα ενεργά με την πολιτική, έχοντας θητεύσει παράλληλα και σε ισχυρές τραπεζικές θέσεις, όπως η διοίκηση της Εθνικής Τράπεζας. Εκλέγεται ήδη από το 1928 ενώ –ως βουλευτής της Ένωσης Κέντρου– θα ακολουθήσει το 1965 τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη στην αποστασία εναντίον του Γεώργιου Παπανδρέου, αναλαμβάνοντας και τη θέση του υπουργού Εθνικής Άμυνας στην κυβέρνηση Αθανασιάδη-Νόβα που προέκυψε. Αυτές οι καλέ σχέσεις της οικογένειας Κωστόπουλου με την οικογένεια Μητσοτάκη δεν θα διαρραγούν και θα δημιουργήσουν ένα δίπολο αμοιβαίας κατανόησης και φιλίας που αντέχει στο χρόνο.

Διόλου τυχαία, η στιγμή της πρωθυπουργίας Μητσοτάκη το 1991 θα συμπέσει με μια κομβική στιγμή για την εξέλιξη της Τράπεζας Πίστεως του Γιάννη Κωστόπουλου. Η απελευθέρωση του τραπεζικού συστήματος που η νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση Μητσοτάκη προώθησε, προσαρμοζόμενη πλήρως στις οδηγίες της ΕΟΚ, θα οδηγήσει στην άρση των περιορισμών του δανεισμού και στην εκτόξευση του τομέα των στεγαστικών δανείων, οδηγώντας σε μεγαλύτερη διείσδυση της τράπεζας Πίστεως στην αγορά. Σταδιακά αρχίζει να χρησιμοποιεί και το όνομα Alpha στον τίτλο της για να τον καθιερώσει, ως Alpha Τράπεζα Πίστεως πλέον, το 1994. Με τις τράπεζες να μπορούν πια να χρηματοδοτούν όσους και όσο θέλουν, με τα δικά τους κριτήρια, ανοίγει η χρυσή εποχή του δανεισμού που θα εμπεδώσει ένα νέο καταναλωτικό μοντέλο, συμβάλλοντας καθοριστικά στην αλλαγή της καθημερινότητας του μέσου πολίτη. Η σπάνις των χρημάτων αντικαθίσταται από την αφθονία της πίστης και το ελληνικό μικροαστικό σπίτι όχι μόνο κτίζεται αλλά και γεμίζει σύγχρονα εμπορεύματα. Οι βάσεις για τη δημιουργία του χρεωμένου πολίτη ήδη έχουν τεθεί. Η έλευση του ευρώ και ο ακόμη πιο φθηνός δανεισμός των ίδιων των τραπεζών θα αποτελέσει τον καταλύτη.

Κορυφαία στιγμή στην επέκταση της τράπεζας και στην ενίσχυση του κύρους του Γιάννη Κωστόπουλου υπήρξε η εξαγορά το 1999 από την Εμπορική Τράπεζα του πλειοψηφικού πακέτου της Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας. Κατά την περίοδο της κυβέρνησης του Κώστα Σημίτη και πάνω στο αμόκ του χρηματιστηρίου η –θεωρούμενη ως βαρίδι για το ελληνικό δημόσιο– Ιονική Τράπεζα παίρνει τον δρόμο της πώλησης. Υπήρξε η μεγαλύτερη μέχρι τότε ιδιωτικοποίηση κρατικής τράπεζας με τίμημα το διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των 272 δισ. δραχμών (798 εκ. ευρώ). Ο όμιλος της Ιονικής διέθετε δίκτυο 230 υποκαταστημάτων, καταστήματα στο Λονδίνο και τη Σόφια, πέντε θυγατρικές χρηματοπιστωτικές εταιρείες, την Ιονική Εκπαιδευτική και την Ιονική Ξενοδοχειακή, ιδιοκτήτρια των ξενοδοχείων Athens Hilton και Rhodos Imperial. Τον Απρίλη του 2000 ολοκληρώθηκε η συγχώνευση μεταξύ των δύο τραπεζών και προέκυψε η νέα τράπεζα Alpha Bank. Ο όμιλος διέθετε στοιχεία ενεργητικού αξίας 25,3 δισ. ευρώ, με χρηματιστηριακή αξία 7,5 δισ. ευρώ, και ήταν ο δεύτερος στην Ελλάδα με 437 υποκαταστήματα, 720 ATMs και 2,7 εκ. λογαριασμούς πελατών.

Στα χρόνια που ακολουθούν δεν θα λείψουν τα φλερτ της τράπεζας με την Εθνική Τράπεζα, φλερτ που εδράζονταν στην επιθυμία της δεύτερης να απορροφήσει την τράπεζα που γιγάντωσε ο Κωστόπουλος αλλά και στην επιθυμία ευρύτερων κύκλων να υπάρξει μια πραγματικά μεγάλη ελληνική τράπεζα. Ωστόσο, τα σχέδια αυτά δεν ευοδώθηκαν, εκτός όλων των άλλων και γιατί τα μεσαία και ανώτερα  στελέχη και των δύο τραπεζών πρακτικά δεν επιθυμούσαν να δουν μια μείωση των στελεχιακών θέσεων. Έτσι η Alpha παρέμεινε η μεγαλύτερη αμιγώς ιδιωτική τράπεζα που διεκδικούσε, με την επιθετική της πολιτική, όλο και μεγαλύτερο κομμάτι της τραπεζικής πίτας.

Ο θρίαμβος του Γιάννη Κωστόπουλου θα ολοκληρωθεί, τελικά, το 2013 με την εξαγορά και της ίδιας της Εμπορικής Τράπεζας. Από εκεί θα προκύψει η εικόνα της σημερινής Alpha Bank, μιας εκ των τεσσάρων συστημικών τραπεζών. Στην ανακεφαλαιοποίηση του 2015 η Alpha Bank θα έχει τη στήριξη των ξένων επενδυτών της, συμπεριλαμβανομένου του εμίρη του Κατάρ, με τον οποίο ο Κωστόπουλος διατηρεί φιλική σχέση, ενώ το μάνατζμέντ της θα παραμείνει σκληρά νεοφιλελεύθερο και ιδιαίτερα εχθρικό απέναντι στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Ο Γιάννης Κωστόπουλος θα αποχωρήσει από την προεδρία της Alpha, έχοντας πάρει τη μικρότερη κρατική βοήθεια, δικαιώνοντας το αδηφάγο όραμα του 35αρη που πήρε την Τράπεζα Εμπορικής Πίστεως με 35 υποκαταστήματα για να αφήσει πίσω του έναν κολοσσό του κεφαλαίου.

Έντονα ανταγωνιστικός, με αλλεργία στις κρατικές παρεμβάσεις και τις συνδικαλιστικές πιέσεις, αξιοποιώντας ταυτόχρονα πλήρως την κληρονομιά της οικογένειας, που συνίσταται ταυτόχρονα σε σχέσεις πολιτικής επιρροής και σε κεφάλαιο, ο Γιάννης Κωστόπουλος στη μακρά του πορεία στον τραπεζικό χώρο ενσάρκωσε τον ιδεότυπο του τραπεζίτη σε ένα κεφαλαιοκρατικό σύστημα που όδευε στην, όλο και μεγαλύτερη, εμπέδωση των εκμεταλλευτικών του σχέσεων. Ένας αρχετυπικός, επίμονος εργάτης του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου.

___

1 Παρατίθεται στο Κώστας Κωστής (επιστ. επιμέλεια), Με λογισμό και μ’ όνειρο. Alpha Bank 19ος-21ος αιώνας, Alpha Bank, Αθήνα 2016, σ. 193.

About Χρήστος Νάτσης (8 Articles)
Ο Χρήστος Νάτσης είναι υποψήφιος διδάκτορας στο τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Από τον Οκτώβριο 2015 είναι Υπεύθυνος Πολιτιστικών του περιοδικού UNFOLLOW, όπου επίσης γράφει πολιτικά άρθρα.