Οι πραγματικές ληστείες τραπεζών

«Είναι ευκολότερο να κάνεις μια ληστεία ιδρύοντας μια τράπεζα, παρά απειλώντας έναν ταμία» είχε πει κάποτε ο Μπέρτολτ Μπρεχτ. Η φράση του γερμανού ποιητή και συγγραφέα ίσως να αποτυπώνει με τον πιο τραχύ, αλλά και γλαφυρό τρόπο τη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος.

ΒΕΝΤΟΥΡΗΣ/EUROKINISSI

Δεν υπάρχει χώρα στον πλανήτη που να μην έχει συγκλονιστεί από ένα μεγάλο τραπεζικό σκάνδαλο• από μια «ληστεία» τραπεζιτών σε βάρος του ιδιωτικού και του δημόσιου πλούτου. Και ασφαλώς η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα. Τα σκάνδαλα των τραπεζών, μικρά ή μεγάλα, έχουν τη βάση τους σε αυτό που τα τελευταία χρόνια στη χώρα αποκαλούμε διαπλοκή. Τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα έχουν μετατραπεί συχνά σε εστίες παραγωγής υποθέσεων κερδοσκοπίας που συγκλόνισαν την ελληνική κοινωνία.

«Αν εφαρμόζονταν οι νόμοι, πολλοί τραπεζίτες, αλλά και πολιτικοί θα έπρεπε να βρίσκονται στη φυλακή με ισόβιες ποινές» ανέφερε χαρακτηριστικά άνθρωπος που γνωρίζει από μέσα τη φύση και τη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος. Στην Ελλάδα υπήρξαν τραπεζίτες που φόρεσαν «βραχιόλια», άλλοι που οδηγήθηκαν στη φυλακή, αλλά και εκείνοι που πέρασαν από εισαγγελικά γραφεία και έφτασαν μέχρι το κατώφλι του Κορυδαλλού, χωρίς τελικά να καταλήξουν στη «στενή».

Και πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, όταν για πολλά χρόνια η υπόθεση Κοσκωτά και της Τράπεζας Κρήτης αποτέλεσε συνώνυμο της τραπεζικής απάτης; Όχι άδικα, καθώς υπήρξε το μεγαλύτερο σκάνδαλο των μεταπολιτευτικών χρόνων, που κατέληξε στην περιβόητη δίκη με κατηγορούμενους τον πρώην πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου και –μεταξύ άλλων– σημαντικούς υπουργούς του (Κουτσόγιωργα, Τσοβόλα, Πέτσο και Ρουμελιώτη).

Στο πέρασμα των χρόνων το φαινόμενο βρήκε μιμητές. Η στρεβλή οικονομική άνθηση, η «φούσκα» του Χρηματιστηρίου, τα «μεγάλα έργα», τα δομημένα ομόλογα, τα θαλασσοδάνεια γέννησαν υποθέσεις διαφθοράς μεγάλων διαστάσεων. Η κρίση, που πρώτα έφερε τη χρεοκοπία των τραπεζών και στη συνέχεια την ανακεφαλοποίησή τους με χρήματα του ελληνικού λαού, ανέδειξε πτυχές της σκανδαλώδους λειτουργίας του εγχώριου χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Από την εποχή των pampers μέχρι τις σύγχρονες «μαύρες σακούλες» και τα δάνεια… άνευ εγγυήσεων, το μοντέλο Κοσκωτά βρήκε κάμποσους μιμητές. Χιλιάδες δημοσιεύματα στον Τύπο έχουν παραλληλίσει τα σκάνδαλα των Λαυρεντιάδη (Proton Bank) και Ρέστη (FBBank) με την υπόθεση Κοσκωτά, ενώ σε ανάλογους παραλληλισμούς έχουν προβεί ακόμη και πολιτικοί, όπως ο σημερινός πρωθυπουργός Αλ. Τσίπρας, όταν καθόταν στα έδρανα της αντιπολίτευσης.

Το συγκεκριμένο φαινόμενο είναι απότοκο ενός τριγώνου διαπλοκής ανάμεσα σε πολιτικούς, τραπεζίτες και μεγαλοεπιχειρηματίες, το οποίο αποδεικνύει ότι όντως μπορείς να ληστέψεις τον δημόσιο και ιδιωτικό πλούτο… ιδρύοντας μια τράπεζα. Οι ομοιότητες των περιπτώσεων είναι πολλές.  Ξαφνική εμφάνιση –εν είδει κομήτη– στην επιχειρηματική σκηνή. Στενές σχέσεις των τραπεζιτών με ονόματα που πρωταγωνιστούν στην πολιτική ζωή. Εξεύρεση κεφαλαίων από κρατικά ταμεία ή δημόσιες επιχειρήσεις. Αγορά μέσων μαζικής ενημέρωσης ή υπόγεια στήριξή τους με μαύρο χρήμα.

Ο Κοσκωτάς εγκαινιάζει  τη νέα εποχή της διαπλοκής

Ήταν Σάββατο 29 Οκτωβρίου 1988 όταν ξεσπούσε το σκάνδαλο Κοσκωτά. Μία βδομάδα νωρίτερα είχαν αρχίσει να διαρρέουν τα πρώτα ευρήματα του ελέγχου του Σπύρου Παπαδάτου, προσωρινού επιτρόπου της Τράπεζας της Ελλάδος στην Τράπεζα Κρήτης. Τα ευρήματα ήταν κόλαφος για τον Κοσκωτά. Αποκαλύφθηκε ότι ο τραπεζίτης είχε κάνει συνολική υπεξαίρεση ύψους 33,5 δισ. δραχμών από την Τράπεζα Κρήτης! Η υπεξαίρεση των καταθέσεων είχε ξεκινήσει ήδη από την εποχή που ήταν υπάλληλος στην τράπεζα. Με τα συγκεκριμένα χρήματα, όπως αποδείχτηκε  αργότερα στη δίκη, δωροδοκούσε πολιτικά και δημόσια πρόσωπα, ενώ αποτέλεσαν και τη μάγια του για την εξαγορά πλήθους επιχειρήσεων.

Στο πλαίσιο της δίκης αναδείχτηκε ότι βασική ευθύνη για το σκάνδαλο της Τράπεζας Κρήτης είχε η διοίκηση της Τράπεζας της Ελλάδος, που δεν έκανε τους απαιτούμενους ελέγχους κατά την κρίσιμη περίοδο

1985-1988. «Ο κεντρικός τραπεζίτης κάθε χώρας από την εποχή που απέκτησε το δικαίωμα να τυπώνει χρήμα είναι αυτόματα και απόλυτος ελεγκτής του τραπεζικού συστήματος», μας ανέφερε άνθρωπος των αγορών. Πώς, όμως, ο Κοσκωτάς κατάφερε να γίνει για σχεδόν μία τριετία ο απόλυτος «παίκτης» της αγοράς;

Η ιστορία αρχίζει το μακρινό 1979, επί κυβέρνησης Καραμανλή, όταν ο μόλις 25 χρονών Κοσκωτάς δραπετεύει από τις ΗΠΑ όπου καταζητείται για πλαστογραφία των πτυχίων του και έρχεται στην Ελλάδα για να διοριστεί διευθυντής συναλλάγματος στην Τράπεζα Κρήτης. Δύο χρόνια αργότερα, με την έλευση του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, αγοράζει με αγνώστου προελεύσεως χρήματα το 2% των μετοχών  της Τράπεζας Κρήτης από την οικογένεια Καρρά. Το 1984 δίνει 1 δισ. δραχμές και αγοράζει το 56% της τράπεζας και στην πορεία άλλο ένα 26%, φτάνοντας τελικά να κατέχει το 84% της τράπεζας! Κανείς δεν γνωρίζει από πού προέρχονται τα τεράστια ποσά, αλλά  ούτε και κανείς ψάχνει πλέον τον μεγαλοτραπεζίτη.

Ο Κοσκωτάς, στο μεταξύ, έχει αποκτήσει δεσμούς αίματος με την κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου, που του προσφέρει πλήθος… κινήτρων, καθώς είναι η εποχή που χτίζονται τα νέα επιχειρηματικά τζάκια στην Ελλάδα. Ο νεαρός από τον Ασπρόπυργο γίνεται ένας από τους γνωστότερους και ισχυρότερους επιχειρηματίες. Για να χτίσει την αυτοκρατορία του κινείται πάνω σε τρεις άξονες.

Πρώτον, δημιουργεί  ισχυρές διασυνδέσεις με το πολιτικό κατεστημένο. Ο τότε αντιπρόεδρος  της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ Μένιος Κουτσόγιωργας, ο οποίος απεβίωσε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας μέσα στο Ειδικό Δικαστήριο, γίνεται απευθείας συνομιλητής του, αφού προηγουμένως έχει αποκτήσει πρωταγωνιστικό ρόλο στα πρώτα εσωκομματικά ξεκαθαρίσματα του αντιπολιτευόμενου ΠΑΣΟΚ και αποτελεί  το «νούμερο 2» της ηγεσίας (αξίωμα που διατήρησε μέχρι και τον θάνατό του). Είναι το δεξί χέρι του Ανδρέα Παπανδρέου και ο άνθρωπος των ειδικών αποστολών. Ο Κουτσόγιωργας συνδεόταν με τον στενό συνεργάτη του Κοσκωτά, Ιωάννη Μαντζουράνη, που προερχόταν από την κυβέρνηση  του ΠΑΣΟΚ, στην οποία είχε διατελέσει γενικός γραμματέας του Υπουργικού Συμβουλίου. Το φθινόπωρο του 1988 ανοίχτηκε μέσω του Μαντζουράνη ένας τραπεζικός λογαριασμός στο όνομα του Κουτσόγιωργα στην Ελβετία. Στη συνέχεια, λίγες βδομάδες πριν τοποθετηθεί επίτροπος στην Τράπεζα Κρήτης, ο Μαντζουράνης μετέφερε 1,3 εκ. δολάρια στον λογαριασμό του Μένιου Κουτσόγιωργα. Οι πρώτες μίζες άρχισαν να πέφτουν.

Ταυτόχρονα ο Κοσκωτάς προσλαμβάνει τον Iωάννη Μεταξά, καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών και τον Π. Βακάλη, στέλεχος του Οργανισμού Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων (που προερχόταν από τα σπλάχνα  του ΠΑΣΟΚ). Πραγματοποιεί συνάντηση με τον Γιώργο Παπανδρέου, γιο του ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ, ενώ, όπως σημειώνουν πολιτικοί που έζησαν εκείνη την εποχή, τα υπουργικά γραφεία ήταν πάντα ανοιχτά για τον Κοσκωτά και τους ανθρώπους του.

Προκειμένου να φυλάξει  τα νώτα του, ταυτόχρονα με όλα αυτά προσλαμβάνει και τον επί Νέας Δημοκρατίας διοικητή στην ΕΤΒΑ, Ι. Σπέντζα, ο οποίος θεωρείται άνθρωπος του Μητσοτάκη, ενώ πραγματοποιεί συναντήσεις και με στελέχη που πρόσκεινται στον χώρο της Αριστεράς και αργότερα πρωτοστατούν στη δημιουργία του Συνασπισμού. Με λίγα λόγια, αγκαλιάζει όλο το πολιτικό σύστημα.

Δεύτερον, ανοίγεται στο χώρο του Τύπου. Με συνοπτικές διαδικασίες εξαγοράζει την εκδοτική εταιρεία Γραμμή από τον Παύλο Μπακογιάννη, γαμπρό του Κ. Μητσοτάκη. Η Γραμμή ΑΕ εκδίδει μια εφημερίδα (24 Ώρες) και έξι περιοδικά. Όμως για τον Κοσκωτά τίποτα δεν είναι αρκετό. Αγοράζει δεξιές εφημερίδες (Βραδυνή, Καθημερινή), οι οποίες με τις κατάλληλες μεταγραφές διευθυντών και αρχισυντακτών μετατρέπονται σε στήριγμα της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, που παραμένει το πολιτικό σημείο αναφοράς του επιχειρηματία.

Τρίτον, εφαρμόζει στην ευνοϊκά προγράμματα για καταθέτες και δανειολήπτες. Καθιερώνει υψηλά επιτόκια για τις καταθέσεις και μικρές εγγυήσεις με χαμηλά επιτόκια για τα δάνεια, προκειμένου να χρηματοδοτεί «ημέτερους» επιχειρηματίες. Η πολιτική του λύνει τα χέρια της κυβέρνησης, η οποία μεταφέρει το σύνολο  των καταθέσεων των ΔΕΚΟ, περίπου 20 δισ. δρχ., στην τράπεζά του, ενώ πολύ σύντομα θα ακολουθήσει μέχρι και η Εκκλησία, η οποία εμπιστεύεται  τα μετρητά της στον Κοσκωτά. Αυτή η πολιτική είχε ως αποτέλεσμα  το 1988 η Τράπεζα Κρήτης να διαθέτει καταθέσεις ύψους 76,5 δισ. δρχ!

Στο μεταξύ,  στις 18 Νοεμβρίου 1987, κάνει άλλη μία κίνηση στρατηγικής σημασίας. Ο Κοσκωτάς αγοράζει την ΠΑΕ Ολυμπιακός. Με όχημα  τον «Θρύλο» και κυρίως τα εκατομμύρια των οπαδών του, οι οποίοι, όπως ο ίδιος εκτιμούσε προοπτικά, θα γίνονταν και πελάτες της τράπεζας του, ο ίδιος ο Κοσκωτάς αποκτούσε ακόμα μεγαλύτερη ισχύ.

Το 1988 είναι κρίσιμη χρονιά για τον Κοσκωτά –τελικά αποδείχτηκε και μοιραία. Η επιχειρηματική άνοδός του αντιμετωπίζεται από τον υπόλοιπο επιχειρηματικό κόσμο με καχυποψία αλλά και φόβο. Κυρίως η οικογένεια Βαρδινογιάννη, που διαισθάνεται ότι θα χάσει τα «κλειδιά» της χώρας, ξεκινά έναν αδυσώπητο πόλεμο στον Κοσκωτά. Με όχημα την Ελευθεροτυπία του Τεγόπουλου –που ψιθυριζόταν ότι έπαιρνε κρυφή χρηματοδότηση από τη Motor Oil– και σε συμμαχία με τον Λαμπράκη αρχίζει ένα μπαράζ αποκαλύψεων για φορολογικά αδικήματα, παράνομη εξαγωγή συναλλάγματος και παράνομες ενισχύσεις.

Υπό το βάρος των συνεχών αποκαλύψεων, ο εισαγγελέας εφετών Δημήτρης Τσεβάς, τον Ιούλιο του 1988, διατάζει έλεγχο στην Τράπεζα Κρήτης. Κι ενώ διατάχθηκε τοποθέτηση προσωρινού επιτρόπου και άρση τραπεζικού απορρήτου προκειμένου να διεξαχθεί η έρευνα, ο τότε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Δικαιοσύνης Μένιος Κουτσόγιωργας φέρνει νύχτα τροπολογία στη Βουλή, η οποία θωράκιζε τον υπό εξέταση επιχειρηματία Γιώργο Κοσκωτά. Ο αποκαλούμενος «Κουτσονόμος» (νόμος 1806/1988) στοίχισε στον Κοσκωτά μια κατάθεση 2 εκ. δολαρίων στο όνομα του Μένιου Κουτσόγιωργα σε ελβετική τράπεζα, όπως αποκαλύφθηκε αργότερα. Όμως η αρχή του τέλους πλησίαζε.

Τόσο ο Κοσκωτάς όσο και –κυρίως– η κυβέρνηση Α. Παπανδρέου δεν κατέθεσαν εύκολα τα όπλα. Με τη βοήθεια του «Κουτσονόμου», αλλά και με τις κωλυσιεργίες του τότε διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος και προσωπικού φίλου του Ανδρέα, Δημήτρη Χαλικιά, επιχειρείται να παγώσει η έρευνα, με τον κεντρικό τραπεζίτη να επικαλείται το τραπεζικό απόρρητο (διαχρονικό όπλο του τραπεζικού συστήματος).

Μάλιστα, στις 22 Ιουνίου 1988, το νομικό συμβούλιο της Τραπέζης της Ελλάδος γνωμοδοτεί ότι το απόρρητο των καταθέσεων του Κοσκωτά ισχύει και έναντι των ελεγκτικών αρχών της ΤτΕ! Φυσικά, ξεσπά σάλος. Διαισθανόμενος την πίεση, ο Ανδρέας Παπανδρέου αλλάζει γραμμή και στις 8 Ιουλίου 1988 ο Χαλικιάς στέλνει επιστολή στον υπουργό Οικονομικών Παναγιώτη Ρουμελιώτη, με την οποία ζητά άρση του απορρήτου των λογαριασμών της Τράπεζας Κρήτης και προσωπικά του Γ. Κοσκωτά.

Ο έλεγχος ξεκινά. Λίγο πριν από το πόρισμα, ο Γιώργος Παπανδρέου κραδαίνει σε εμπνευσμένη συνέντευξη Τύπου χαλκευμένο τραπεζικό έγγραφο που εμπλέκει τον ίδιο και άλλα τέσσερα κυβερνητικά στελέχη σε υπόθεση εκβιασμού και δωροδοκίας από τον Γιώργο Κοσκωτά. Το ΠΑΣΟΚ τον αδειάζει…

Ο έλεγχος της Τράπεζας της Ελλάδος αποκαλύπτει αρχικά πλαστογράφηση τραπεζικών extraits της Merrill Lynch που αφορούν τα συναλλαγματικά  διαθέσιμα της Τράπεζας Κρήτης και ακολουθούν αποκαλύψεις που αποδεικνύουν ότι ο Κοσκωτάς είχε υπεξαιρέσει από την τράπεζα 33,5 δισ. δραχμές, από την εποχή που ήταν ακόμη απλός υπάλληλός της. Η Τράπεζα Κρήτης καταρρέει. Ακολουθεί η πολιτική κρίση του 1989-1990 και τα ειδικά δικαστήρια.

Η Τράπεζα Κρήτης χωρίζεται σε «κακή» και «καλή». Όπως συμβαίνει πάντα, το υγιές κομμάτι της περνάει στα χέρια κάποιου επιχειρηματία (του Λάτση εν προκειμένω) και το χρεωμένο φορτώνεται στις πλάτες του ελληνικού λαού! Στο Ειδικό Δικαστήριο ο Ανδρέας δεν πατάει ποτέ ενώ οι υπουργοί Πέτσος και Τσοβόλας καταδικάζονται –εν μέσω αιτιάσεων για πολιτικές διώξεις– με αστείες ποινές είτε για «παράβαση καθήκοντος» είτε για «απιστία». Εξαγοράζουν τις ποινές και ξεμπλέκουν. Μετά την απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου, ο Κ. Μητσοτάκης, που στο μεταξύ έχει γίνει πρωθυπουργός πατώντας κυρίως πάνω στο συγκεκριμένο σκάνδαλο, αρκείται να δηλώσει: «Κανένα σχόλιο δεν κάνει η κυβέρνηση για τη δίκη. Η Δικαιοσύνη απεφάνθη, το θέμα έληξε»…

Όσο για τον Κοσκωτά; Με τη βοήθεια του Αργύρη Σαλιαρέλη δραπετεύει αρχικά στις ΗΠΑ, όπου και συλλαμβάνεται. Εκτίει τα 2/3 της ποινής του και τελικά αποφυλακίζεται το 2001. Σήμερα ζει μια άνετη και ήσυχη ζωή στην Ελλάδα.

r04_wxarala-trapezites-2

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΟΝΗΣ/EUROKINISSI « Ο Λαυρέντης Λαυρεντιάδης στη Γενική Συνέλευση Ελληνικών Τραπεζών, Ιούνιος 2010»

Η ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα: Λαυρέντης Λαυρεντιάδης

Είκοσι χρόνια αργότερα  το εγχώριο πολιτικοοικονομικό οικοδόμημα εξέθρεψε –και– το σκάνδαλο Λαυρεντιάδη. Ο Λαυρέντης Λαυρεντιάδης έδρασε σε μια πολύ διαφορετική εποχή απ’ αυτήν του Κοσκωτά. Το δικό του μυθιστόρημα γράφτηκε την εποχή του Μνημονίου και της κρίσης, με όρους που κάνουν τον προπάτορά  του να μοιάζει σχεδόν συντηρητικός…

Τα κολοσσιαία  ανοίγματα με τα επιχειρηματικά δάνεια της Proton Bank, μέσα από τα οποία προέκυψε και η κατηγορία για υπεξαίρεση 51 εκ. ευρώ, τα οποία κατευθύνθηκαν σε επιχειρήσεις συμφερόντων Λαυρεντιάδη, εξισορροπήθηκαν  με απευθείας ανακεφαλαιοποίηση από την Τράπεζα της Ελλάδος, που είχε την έγκριση του κεντρικού τραπεζίτη της χώρας Γιώργου Προβόπουλου, σε μια καθοριστική στιγμή για τη διαχείριση του δημοσίου χρήματος. Σε μια εποχή που πολιτικοί και κονδυλοφόροι  ζητούσαν από τον λαό να σφίξει το ζωνάρι, ένα πάρτι εκατομμυρίων στηνόταν στην Proton Bank. Όπως σημειώνουν κύκλοι της τραπεζικής αγοράς, «το σκάνδαλο Κοσκωτά ωχριά μπροστά σ’ αυτό του Λαυρεντιάδη».

Ο Λ. Λαυρεντιάδης συνελήφθη στις 13/12/2012, κατηγορούμενος για σύσταση και διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης, απάτη κατ’ εξακολούθηση και από κοινού, με την επιβαρυντική περίπτωση του Ν. 1608/50 περί καταχραστών του Δημοσίου και υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος κατ’ εξακολούθηση.

Μέχρι τη σύλληψή του, ο Λαυρεντιάδης είχε προλάβει να δημιουργήσει μια μικρή αυτοκρατορία, αξιοποιώντας πλήρως  την ανυπαρξία ουσιαστικού ελεγκτικού μηχανισμού, αλλά και τις διασυνδέσεις που είχε αποκτήσει με τα ισχυρά κέντρα εξουσίας. Ποια ήταν όμως η διαδρομή του;

Στις 17 Φεβρουαρίου του 1990 ο 18χρονος Λαυρέντης Λαυρεντιάδης, αναλαμβάνει τη διεύθυνση της οικογενειακής επιχείρησης πετροχημικών Νεοχημική, αντικαθιστώντας τον πατέρα του, ο οποίος έφυγε ξαφνικά από τη ζωή. Τον Μάρτιο του 2003, όταν η Νεοχημική μπαίνει στο Χρηματιστήριο, αποκτά κεφάλαια και εξαγοράζει εγκαταστάσεις παραγωγής και κέντρα logistics στην Ελλάδα, στη Γιουγκοσλαβία, στην Πολωνία και τη Βουλγαρία. Παράλληλα εμπλέκεται  στην παραγωγή απορρυπαντικών για λογαριασμό κάποιων από τις μεγαλύτερες εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον κλάδο.

Τον Μάιο του 2007 ιδρύει τη φαρμακευτική εταιρεία Alapis, ως σύμπραξη των μικρότερων Elpharma, Lamda Detergent, Veterin και EBIK. Η Alapis, αλλά και οι μικρότερες εταιρείες που είχε στην κατοχή του ήταν αυτές που χρησιμοποιήθηκαν για να πάρει στην πορεία αφειδώς δάνεια από την Proton Bank.

Την ίδια περίοδο απλώνει τα πλοκάμια του στον χώρο του Τύπου, καθώς σε συνεργασία με τον εκδότη Κυριακίδη στήνει μια μιντιακή βιομηχανία. Έχει στην ιδιοκτησία του την εφημερίδα Σφήνα, το 50% της Veto, το περιοδικό Free του ΔΟΛ, την Espresso, το 10% του ΣΚΑΪ (τηλεόραση και ραδιόφωνο), το 9,62% των μετοχών της Ελευθεροτυπίας που είχε αγοράσει  από το Χρηματιστήριο, το Κανάλι 10 και τις εφημερίδες Financial Box και Score Live (του Γ. Τράγκα), το 50% της Free Press του Γ. Κύρτσου, το 33% από το Ποντίκι, την ΑΔΕΛΕ (Ισοτιμία) καθώς και τη ΝΕΠ (περιοδικά L’Οfficiel, Olive, Parents, και αρκετά άλλα). Ταυτόχρονα έχει μπει και στην εταιρεία εκτυπώσεων IRIS, που κατείχαν από κοινού ΔΟΛ και όμιλος Μπόμπολα, ενώ έχει αγοράσει τον Flash από τον Κόκκαλη, καθώς και κάποια άλλα περιφερειακά κανάλια.

Τον Μάιο του 2008 πουλά την πλειοψηφία των μετοχών της Νεοχημικής στο αμερικανικό fund Carlyle αντί του τεράστιου ποσού των 700 εκ. ευρώ. Την εταιρεία θα την επαναγοράσει  δύο χρόνια αργότερα σε πολύ μικρότερη τιμή. Τον Δεκέμβριο του 2009, έχοντας εξασφαλίσει τα κεφάλαια  από την πώληση  της Νεοχημικής, εξαγοράζει  από την Τράπεζα Πειραιώς το 31,3% των μετοχών της επενδυτικής  τράπεζας Proton Bank, αντί του ποσού των 70,6 εκ. ευρώ.

Οι ελεγκτικοί μηχανισμοί της Τράπεζας της Ελλάδος εμφανίζονται αρκετά επιφυλακτικοί σε σχέση με την εξαγορά, αλλά η κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου, με την οποία ο Λαυρεντιάδης διατηρεί άριστες σχέσεις, ενθαρρύνει το επιχειρηματικό  άνοιγμα. Ο Γ. Προβόπουλος συναινεί τελικά, αφού ζητά μόνο να γίνει αύξηση μετοχικού κεφαλαίου κατά 150 εκ. ευρώ. Ο Λαυρεντιάδης προβαίνει σε αύξηση 120 εκ. ευρώ και μπαίνει στο τραπεζικό παιχνίδι. Εκτελεστικό πρόεδρο της Proton τοποθετεί τον κουμπάρο του Ντάνιελ Σπέκχαρντ, πρώην πρέσβη των ΗΠΑ στην Αθήνα, σε μια προσπάθεια να δείξει ότι έχει ερείσματα στην Ουάσινγκτον και πλάτες ισχυρών αμερικανικών ομίλων.

Από τους πρώτους μήνες που αναλαμβάνει το τιμόνι της Proton Bank, ο Λαυρεντιάδης στήνει ένα σύστημα δανειοδοτήσεων εταιρειών άμεσων ή έμμεσων συμφερόντων του, μέσω της Proton Bank, ύψους 700 εκ. ευρώ. Τα δάνεια δίνονται χωρίς τις απαιτούμενες διασφαλίσεις και εγγυήσεις και με εξαιρετικά υψηλό πιστωτικό κίνδυνο. Ως λογική συνέπεια όλων αυτών, η τράπεζα καταρρέει από τις ζημιές.

Μέχρι και τον Μάρτιο του 2011 τα επιχειρηματικά δάνεια της τράπεζας αυξήθηκαν κατά 70%: μέσα σε 16 μήνες η Proton Bank εκταμίευσε 701.220.000 ευρώ! Στις βασικές δανειοδοτούμενες εταιρείες περιλαμβάνονται η φαρμακευτική Alapis, ιδιοκτησίας του, στην οποία υπήρξε και αντιπρόεδρος το δεξί του χέρι, Πέτρος Κυριακίδης. Επίσης δάνεια έλαβαν οι θυγατρικές της Alapis: Provet AΕ, Μέντιμεκ ΑΕ, Alapis Medical & Diagnostics AΕ, Beautyworks AΕ, Γερολυμάτος Animal Health AΕ, οι οποίες ήταν νεοσύστατες και είχαν μετόχους πρώην στελέχη του ομίλου Λαυρεντιάδη ή συνεργάτες του επιχειρηματία! Τα δάνεια εγκρίνονταν με συνοπτικές διαδικασίες χωρίς εγγυήσεις και διασφαλίσεις.

Έπειτα από καταγγελίες, οι ελεγκτές της Τράπεζας της Ελλάδος αρχίζουν τον Ιανουάριο του 2011 να ερευνούν υποθέσεις με δάνεια της Proton Bank. Σύμφωνα με το πόρισμα, από τον Ιανουάριο 2010 έως τον Ιανουάριο 2011 ο Λ. Λαυρεντιάδης και συνεργάτες του χρησιμοποίησαν χρήματα της τράπεζας προκειμένου  να χορηγήσουν σε εταιρείες άμεσης ή έμμεσης ιδιοκτησίας του δάνεια συνολικού ποσού 701 εκ. ευρώ χωρίς εγγυήσεις.

Το καλοκαίρι  του 2011 η Αρχή Καταπολέμησης Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες διέταξε το πάγωμα  των λογαριασμών  του Λαυρεντιάδη και μιας σειράς στελεχών της Proton Bank, ενώ ακόμη εξέταζε ασυνήθιστες συναλλαγές ύψους 51 εκ. ευρώ που φέρεται να άλλαξαν χέρια ανάμεσα σε υψηλόβαθμα στελέχη της τράπεζας και εταιρειών του Λ. Λαυρεντιάδη. Ο επιχειρηματίας και τραπεζίτης επέστρεψε τα 51 εκ. ευρώ στην Proton, εισάγοντάς  τα μέσω εταιρείας του από τη Σιγκαπούρη.

Παρά τις κατηγορίες εναντίον του για απάτη και ενώ ήδη υπήρχε το καυτό πόρισμα της Τράπεζας της Ελλάδος, ο Λαυρεντιάδης –όπως και ο Κοσκωτάς– απολαμβάνει μέχρι την τελευταία στιγμή τη στήριξη της κυβέρνησης. Τον Ιούλιο του 2011, ο Ε. Βενιζέλος, ως υπουργός Οικονομικών, ενέκρινε κρατική χρηματοδότηση ύψους 130 εκ. δολαρίων στην Proton για να μην καταρρεύσει! Η χρηματοδότηση μάλιστα εγκρίθηκε από την Τράπεζα της Ελλάδος και τον κ. Προβόπουλο, παρότι γνώριζε, βάσει του πορίσματος των ελεγκτών του, το μέγεθος του σκανδάλου. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι η Τράπεζα της Ελλάδος και η κυβέρνηση αψήφησαν ακόμη και την απόφαση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, που χαρακτήριζε παράνομη την κρατική χρηματοδότηση.

Τέσσερις μήνες αργότερα, τον Νοέμβριο του 2011, η τράπεζα ζήτησε κεφαλαιακή ενίσχυση από την ελληνική κυβέρνηση και εντάχθηκε στο Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ). Ήταν η πρώτη κρατικοποίηση που προέκυψε κατά τη διάρκεια της κρίσης. Με την κεφαλαιοποίηση από το ΤΧΣ, η τράπεζα χωρίστηκε στην παλαιά Proton, η οποία κράτησε τις απαιτήσεις παλαιών μετόχων και τμήμα του ισολογισμού, και τη νέα Proton, στην οποία μεταφέρθηκαν οι καταθέσεις ιδιωτών, επιχειρήσεων, τραπεζών και Δημοσίου, το δίκτυο καταστημάτων, ενώ οι δραστηριότητες της παλαιάς Proton τέθηκαν σε εκκαθάριση. Στις 15/07/2013 η Eurobank κατέθεσε δεσμευτικές προσφορές προς το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας για την εξαγορά του 100% των μετοχών της νέας Proton. Η μεταβίβαση  του 100% των μετοχών έγινε στις 30 Αυγούστου 2013, αντί του συμβολικού ποσού του 1 ευρώ!

Το μάθημα, ωστόσο, που μπορεί να πάρει κανείς τόσο από την υπόθεση του Λαυρεντιάδη όσο κι από αυτή του Κοσκωτά για τον τρόπο λειτουργίας του ελληνικού κράτους είναι εξαιρετικά πολύτιμο. Με μια τράπεζα και τα κατάλληλα «στραβά μάτια» των πολιτικών γραφείων ένας επιχειρηματίας μπορεί να ιδιοποιηθεί δημόσιο χρήμα και γίνει μεγαλοκαρχαρίας.

r04_wxarala-trapezites-3

ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ/EUROKINISSI «Ο Βίκτωρας Ρέστης οδηγείται στον εισαγγελέα, Ιούλιος 2013»

Το σκάνδαλο της FBB και ο εφοπλιστής Ρέστης

Ένα ακόμη  τραπεζικό σκάνδαλο ήταν αυτό που αφορούσε την περίπτωση της First Business Bank. Βασικός μέτοχος της τράπεζας ήταν ο Βίκτωρας Ρέστης, εφοπλιστής εισηγμένος στη Wall Street, ιδιοκτήτης επιχειρήσεων στην ενέργεια και στο real estate, με μετοχές σε ΜΜΕ και συγκροτήματα του Τύπου (Μega, ΔΟΛ).

Ο Ρέστης συνελήφθη και προφυλακίστηκε κατηγορούμενος για τα αδικήματα  της υπεξαίρεσης, της άμεσης συνέργειας σε υπεξαίρεση και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομη δραστηριότητα για υπόθεση που αφορούσε τη χορήγηση δανείου από την FFB. Η υπόθεση Ρέστη έχει πολλά κοινά χαρακτηριστικά με το σκάνδαλο Λαυρεντιάδη, αφού η τράπεζα συμφερόντων του εφοπλιστή χορηγούσε δάνεια σε «ημέτερους», αλλά και σε επιχειρηματικές δραστηριότητες του ίδιου χωρίς κανέναν έλεγχο και με ανύπαρκτες εγγυήσεις.

Αφορμή για να αρχίσει η εισαγγελική έρευνα και να έρθει το σκάνδαλο στην επιφάνεια ήταν ένα δημοσίευμα στις αρχές του 2013, αλλά και οι καταγγελίες πολιτικών στελεχών σύμφωνα με τις οποίες ενόψει του διαχωρισμού της FBB σε «καλή» (που πέρασε στην Εθνική) και «κακή» τράπεζα (που τέθηκε σε εκκαθάριση) αποκαλύφθηκαν επισφαλείς δανειοδοτήσεις που δημιούργησαν τρύπα εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ στον ισολογισμό της τράπεζας. Σύμφωνα με το πόρισμα της αρχής για το ξέπλυμα μαύρου χρήματος, το ποσό αυτό ήταν 524 εκ. ευρώ και αντιστοιχούσε στο παθητικό της συγκεκριμένης τράπεζας.

Ο Βίκτωρ Ρέστης συνελήφθη αρχικά ως υπόλογος για δύο κακουργήματα που σχετίζονταν μόνο με ένα δάνειο ύψους 5,8 εκ. ευρώ, το οποίο χορηγήθηκε στις 13 Ιουνίου 2012 (όταν ο ίδιος ήταν μεγαλομέτοχος της τράπεζας) από την FBB στην offshore εταιρεία ΑΑΜ HOLDINGS SA. Η συγκεκριμένη εταιρεία ανήκε σε απροσδιόριστο μέτοχο και το δάνειο δόθηκε ως «κεφάλαιο κίνησης». Αναφέρεται πως η μόνη εγγύηση που δόθηκε γι’ αυτό ήταν μια υποσχετική επιστολή στην οποία αναφερόταν ότι σε εύλογο χρόνο θα προσημειωθεί ένα ακίνητο, κάτι που δεν έγινε ποτέ.

Τον ίδιο μήνα που δόθηκε  το δάνειο,  η Τράπεζα της Ελλάδος είχε στείλει στην FBB την πρώτη προειδοποίηση με επίσημη επιστολή για την πολιτική που ακολουθεί στη χορήγηση δανείων. Ακολούθησε δεύτερη επιστολή τον Ιούλιο, αλλά δεν υπήρξε καμία διορθωτική κίνηση από την πλευρά της διοίκησης της FBB. Τον Αύγουστο οι εποπτικές αρχές της ΤτΕ έστειλαν νέα επιστολή με την οποία υποχρέωναν τη διοίκηση της FBB να διακόψει κάθε δανειοδοτική τραπεζική δραστηριότητα. Συγκεκριμένα, στο έγγραφο με αρ. πρωτ. 2048 στις 28 Αυγούστου

2012, που απέστειλε η ΤτΕ προς τον Βίκτωρα Ρέστη, αναφερόταν:

«Κύριε πρόεδρε… δεδομένου ότι, όπως γνωρίζετε, οι κεφαλαιακές απαιτήσεις της τράπεζας έχουν αυξηθεί, λόγω της πιστωτικής επέκτασης, κυρίως σε εταιρείες συμφερόντων των μετόχων και της επιδείνωσης  της ποιότητας των υφισταμένων δανείων, σας γνωρίζουμε ότι μέχρι την ολοκλήρωση της κεφαλαιακής ενίσχυσης της Τράπεζάς σας και της πλήρους συμμόρφωσης με το θεσμικό πλαίσιο, θα πρέπει, στο πλαίσιο λήψης ισοδύναμων μέτρων, να μειώσετε τις κεφαλαιακές απαιτήσεις της Τράπεζάς σας και να μην χορηγήσετε κανένα νέο δάνειο».

Στην ουσία διέκοψαν την τραπεζική δραστηριότητά της, ενώ ταυτόχρονα απαίτησαν την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου. Η αύξηση δεν έγινε ποτέ, αφού ο Ρέστης δεν έβαλε το χέρι στην τσέπη. Τον Μάιο του 2013, η τράπεζα διαχωρίστηκε  στο πλαίσιο της ανασυγκρότησης του τραπεζικού συστήματος σε «καλή» και «κακή», με την πρώτη να εξαγοράζεται από την Εθνική Τράπεζα και τη δεύτερη να μπαίνει υπό εξέταση από τις εισαγγελικές αρχές.

Στελέχη της τραπεζικής αγοράς ωστόσο σημείωναν το «παράδοξο» ένας επιχειρηματίας με την οικονομική επιφάνεια του Ρέστη –η περιουσία του αποτιμάται σε 2,3 δισ. ευρώ– να βρεθεί κρατούμενος για μια υπόθεση δανείου ύψους λίγο πάνω από 5 εκ. ευρώ, που θεωρητικά θα μπορούσε να καλύψει με μεγάλη άνεση. Πρόσθεταν πάντως με έμφαση ότι η τρύπα της FBB από τα δάνεια ήταν 524 εκ. ευρώ, όσο δηλαδή και το παθητικό που εμφάνισε όταν τέθηκε υπό εκκαθάριση, το οποία φυσικά ο Ρέστης δεν θέλησε να επωμιστεί. Εξάλλου, στην πορεία αθωώθηκε για τη χορήγηση του δανείου των 5 εκ., ενώ ήδη είχε ξεφορτωθεί την τράπεζα, τη ζημιά της οποίας πλήρωσε το ελληνικό δημόσιο.

Η FΒΒ οδηγήθηκε  στην Εθνική πλήρως κεφαλοποιημένη, με το ΤΧΣ να βάζει στην τράπεζα 524,3 εκατ. ευρώ, τα οποία –για όσους δεν κατάλαβαν– μετατράπηκαν σε δημόσιο χρέος. Ίσως τελικά να ισχύει η κυνική ρήση του αμερικανού βιομήχανου Henry Ford: «Είναι πολύ καλό που ο λαός δεν καταλαβαίνει πώς λειτουργεί το τραπεζικό και το νομισματικό μας σύστημα, γιατί αν το καταλάβαινε, θα γινόταν επανάσταση αύριο το πρωί»…

About REPORT (39 Articles)
Μηνιαίο περιοδικό έρευνας