Ελευθερία υπό πολιορκία (για τις πολλαπλές επιθέσεις κατά της ελευθερίας του τύπου στην Ελλάδα)

Παρότι τυπικά ελεύθερος και εδώ και αρκετές δεκαετίες χωρίς το φόβητρο της προληπτικής λογοκρισίας, ο Τύπος στην Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στο στόχαστρο και η ελευθερία του να δέχεται επιθέσεις, ιδίως από τη στιγμή που το ισχύον θεσμικό πλαίσιο διευκολύνει κάτι τέτοιο.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: EUROKINISSI / ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ

Η ελευθερία του Τύπου στην Ελλάδα πέρασε –και περνάει ακόμη– τις περιπέτειές της. Πρόκειται όμως για ιδιότυπες περιπέτειες – του είδους που δεν μας επιτρέπει τη γενίκευση πως ο Τύπος στην Ελλάδα είναι ανελεύθερος. Ασφαλώς, από μια τέτοια διαπίστωση θα πρέπει να εξαιρέσουμε τις περιόδους της Κατοχής και των δικτατοριών, διότι το να μην το κάνουμε θα κατέληγε σε μια ταυτολογία: προφανώς σε περιόδους ολοκληρωτισμού ο Τύπος δεν ήταν ελεύθερος. Κι έπειτα, ήταν και η μετεμφυλιακή περίοδος των διώξεων και του παρακράτους – ακόμη κι εκεί, ωστόσο, όταν κανείς εύλογα θα περίμενε να ισχύει η πιο σκληρή λογοκρισία και καταστολή, τα πράγματα ήταν πιο σύνθετα: μπορεί ο περιπτεράς να σου έδινε την Αυγή ή Τα Νέα διπλωμένα, πάντως η Αυγή και Τα Νέα κυκλοφορούσαν και ασκούσαν κριτική στο πολιτικό σύστημα και τις κυβερνήσεις. Μετά τη Μεταπολίτευση, ειδικά, θα έπρεπε να πιστωθεί στις επιτυχίες της Ελληνικής Δημοκρατίας πως ο Τύπος της κατά κανόνα δεν καταστέλλεται.

Σημαίνουν όλα αυτά ότι τα ΜΜΕ στην Ελλάδα δεν υφίστανται επιθέσεις; Όχι, κάθε άλλο. Οι επιθέσεις, όμως, αυτές δεν είναι λογοκριτικές, έστω κι αν πολλές φορές στη σπουδή μας να υπερασπιστούμε την ελευθερία του Τύπου κραυγάζουμε: «Λογοκρισία!» Οι επιθέσεις κατά της ελευθερίας του Τύπου στην Ελλάδα θα μπορούσαν να ομαδοποιηθούν σε τρεις κατηγορίες: Πρώτον, εκείνες που προκύπτουν ως συνέπειες είτε πολύ ειδικών νομοθεσιών είτε πολύ ειδικής πολιτικής πίεσης. Δεύτερον, εκείνες που προκύπτουν λόγω των διατάξεων περί αστικής ευθύνης του Τύπου και της χρήσης τους από τα δημόσια πρόσωπα και τις δικαστικές αρχές. Τρίτον, εκείνες που προκύπτουν από τις επιλογές των ίδιων των ΜΜΕ.

Τέλος, ως επίθεση θα μπορούσε φυσικά να λογιστεί η πάγια προσπάθεια των πολιτικών εξουσιών να συνελέγχουν το τοπίο των ΜΜΕ μαζί με την οικονομική ολιγαρχία όπου συγκαταλέγονται οι ιδιοκτήτες τους, αλλά αυτό είναι ένα διαφορετικό, αυτοτελώς σημαντικό θέμα.

Στη φυλακή για τη «17 Νοέμβρη»

Η πιο πολύκροτη ίσως υπόθεση της πρώτης κατηγορίας, που σχετίζεται δηλαδή με ειδικές νομοθεσίες ή ειδική πολιτική πίεση, είναι αυτή της σύγκρουσης γύρω από τη δημοσίευση προκηρύξεων τρομοκρατικών οργανώσεων.

Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας ψήφισε το 1990 τον νόμο 1916 «για την προστασία της κοινωνίας από το οργανωμένο  έγκλημα». Είχε προηγηθεί ο φόνος του Παύλου Μπακογιάννη και ο νόμος ήταν ο δεύτερος μεταπολιτευτικά –είχε προηγηθεί ο νόμος Καραμανλή που τον είχε καταργήσει το ΠΑΣΟΚ– που ρύθμιζε με «εξαιρετικό» τρόπο τα περί «οργανωμένου εγκλήματος». Σήμερα, ούτε αυτός βρίσκεται σε ισχύ, αλλά ισχύει ο νόμος του 2001, που ψηφίστηκε επί κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ, και του 2004, που ψηφίστηκε επί κυβέρνησης Νέας Δημοκρατίας, περί «εγκληματικής οργάνωσης» και περί «τρομοκρατικού εγκλήματος» αντίστοιχα. Ένα στοιχείο, ωστόσο, που περιλάμβανε  ο νόμος ήταν η απαγόρευση δημοσίευσης των προκηρύξεων  τρομοκρατικών οργανώσεων στις εφημερίδες, με το σκεπτικό ότι με αυτό τον τρόπο θα περιοριζόταν η δυνατότητα των ένοπλων οργανώσεων να χρησιμοποιούν τον Τύπο ως μέσο για να προβάλουν  τις πολιτικές απόψεις τους. Το σκεπτικό εντάσσεται σε μια πάγια προσπάθεια της νομοθεσίας να αντιμετωπίσει ως ποινικά τα αδικήματα με ιδιαίτερα πολιτικά κίνητρα, κατέληγε όμως σε μια απαγόρευση που δεν είχε στόχο τις ένοπλες οργανώσεις αλλά τα μέσα ενημέρωσης.

Η απάντηση των δημοσιογραφικών ενώσεων και των ενώσεων ιδιοκτητών ΜΜΕ ήταν ότι αυτό αποτελούσε απαράδεκτο περιορισμό της ελευθερίας του Τύπου και ότι δεν μπορεί να στερείται το κοινό κρίσιμες πλευρές της ειδησεογραφίας.  Ως εκ τούτου, πολλοί εκδότες και διευθυντές ΜΜΕ αποφάσισαν ότι δεν θα συμμορφώνονταν με την απαγόρευση της δημοσίευσης προκηρύξεων και έτσι τον Δεκέμβριο του 1990 δημοσίευσαν προκηρύξεις της Ε.Ο. «17 Νοέμβρη». Τους ασκήθηκε δίωξη και παραπέμφθηκαν σε δίκη.

Τον Σεπτέμβριο του 1991 καταδικάστηκαν από πέντε ως δέκα μήνες φυλάκιση ο Σεραφείμ Φυντανίδης (Ελευθεροτυπία), ο Χρήστος Θεοχαράτος (Έθνος), ο Δημήτρης Μαρούδας (Νίκη), ο Κώστας Κοντοπάνος (Αυριανή), ο Κώστας Γερονικολός (Δημοκρατικός Λόγος), ο Σπύρος Καρατζαφέρης (48 Ώρες) και ο Κώστας Παπαϊωάννου (Ποντίκι). Οι καταδικασθέντες αρνήθηκαν να κάνουν έφεση για να αφεθούν ελεύθεροι και μετά από μια νύχτα στο Μεταγωγών οδηγήθηκαν στις Φυλακές Κορυδαλλού. Ιδιαίτερη αίσθηση είχε προκαλέσει η σύλληψη του Σεραφείμ Φυντανίδη στο σπίτι του, την ώρα που έδινε συνέντευξη στον ραδιοφωνικό σταθμό SKY.

Ο Σεραφείμ Φυντανίδης στον Κορυδαλλό

Η καταδίκη των εκδοτών και των διευθυντών εφημερίδων προκάλεσε τεράστια ταραχή στη δημοσιότητα και στο πλαίσιο του εξαιρετικά πολωμένου κλίματος των χρόνων εκείνων αναδείχτηκε σε αιχμή της πολιτικής αντιπαράθεσης. Διοργανώθηκε συγκέντρωση διαμαρτυρίας, τα συνδικάτα και οι φοιτητικοί σύλλογοι εξέδωσαν  ανακοινώσεις,  και στις 19 Σεπτεμβρίου, κάτω από τα συρματοπλέγματα του περίβολου των Φυλακών Κορυδαλλού, δόθηκε μια μεγάλη συναυλία συμπαράστασης με τη Μαρία Φαραντούρη, τον Γιώργο Νταλάρα, τον Θάνο Μικρούτσικο και τον Λουκιανό Κηλαηδόνη.

Οι δημοσιογράφοι αποφυλακίστηκαν μετά από δεκατρείς ημέρες, καθώς οι ποινές τους εξαγοράστηκαν από τις διοικήσεις τόσο της Ένωσης Συντακτών όσο και της Ένωσης Ιδιοκτητών Ημερησίου Τύπου Αθηνών Πειραιώς.

Τέτοια περιστατικά χρήσης του νομοθετικού πλαισίου και των διωκτικών αρχών σε συνθήκες πολιτικές πίεσης προκειμένου να ασκηθεί καταστολή σε δημοσιογράφους είναι σπάνια, ωστόσο δεν ανήκουν ολοκληρωτικά στο παρελθόν. Το φθινόπωρο του 2012, με την κρίση ολοένα να βαθαίνει και το πολιτικό κλίμα που συνοψίζεται στο σύνθημα «την κρίση να πληρώσουν οι πλούσιοι» να έχει εδραιωθεί σε ευρέα κοινωνικά στρώματα, ο δημοσιογράφος Κώστας Βαξεβάνης δημοσιεύει στο περιοδικό Hot Doc τη διάσημη έκτοτε Λίστα Λαγκάρντ, έναν από τους πολλούς καταλόγους με ονόματα καταθετών σε τράπεζες του εξωτερικού, που κατά καιρούς περιέρχονταν στα χέρια των ελληνικών κυβερνήσεων. Ο συγκεκριμένος κατάλογος περιλάμβανε ονόματα ελλήνων καταθετών στην ελβετική τράπεζα HSBC και είχε διαβιβαστεί μυστικά από τις γαλλικές αρχές, υπήρχε δε πιθανότητα να καταδεικνύει σε κάποιες περιπτώσεις την τέλεση αδικημάτων φοροδιαφυγής από έλληνες επιχειρηματίες και πολιτικούς.

Παρά το γεγονός ότι η δημοσίευση της Λίστας Λαγκάρντ ήταν ξεκάθαρα σύμφωνη με την έννοια του δημόσιου συμφέροντος, η Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών ασκεί δίωξη κατά του Κώστα Βαξεβάνη για παραβίαση του νόμου περί προσωπικών δεδομένων και δίνει εντολή να συλληφθεί με τη διαδικασία του αυτοφώρου. Η σύλληψή του προκαλεί τεράστιο σάλο – και όχι μόνο στην Ελλάδα: το περιστατικό καλύπτουν διάφορα μεγάλα ΜΜΕ του εξωτερικού, θεωρώντας το μεγάλη επίθεση στην ελευθερία  του Τύπου. Μεγάλες διαμαρτυρίες γίνονται από τις Ενώσεις του Τύπου αλλά και από τα κόμματα της αντιπολίτευσης.  Ο ΣΥΡΙΖΑ, μάλιστα, καθ’ οδόν τότε προς το απόγειο της αντιπολιτευτικής ανόδου του, εξαπολύει δριμεία επίθεση κατά της κυβέρνησης ΝΔ- ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ. Οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ βρίσκονται αμέσως στο πλευρό του δημοσιογράφου και φωτογραφίζονται μαζί του σε ένδειξη συμπαράστασης. Ο ίδιος ο Κώστας Βαξεβάνης δηλώνει ότι «υπόδικοι για παράβαση καθήκοντος και υπόθαλψη εγκληματία» θα έπρεπε να είναι ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και ο πρώην υπουργός Οικονομικών Γ. Παπακωνσταντίνου. Στη δίκη, παρά την πρόταση του εισαγγελέα να κριθεί ένοχος, ο δημοσιογράφος αθωώνεται.

Στο ίδιο πλαίσιο διώξεων κατά του Τύπου πρέπει να γίνει αντιληπτή και η πρόσφατη σύλληψη με τη διαδικασία του αυτοφώρου του εκδότη και του διευθυντή της εφημερίδας Παραπολιτικά, Γιάννη Κουρτάκη και Παναγιώτη Τζένου, μετά από μήνυση του Πάνου Καμμένου. Μόλο που σε αυτή την περίπτωση πρόκειται λιγότερο για συνέπεια της γενικότερης πολιτικής πίεσης και περισσότερο για μια «προσωπική» χρήση του νομικού πλαισίου από τον υπουργό Άμυνας. Η «προσωπική» αυτή χρήση καθίσταται δυνατή όχι μόνο διότι τα ήθη της εξουσίας επιτρέπουν σε έναν εκπρόσωπό της να χρησιμοποιεί τις διωκτικές αρχές λίγο πολύ καταπώς του κάνει όρεξη, αλλά και λόγω της ιδιότυπης συγκατοίκησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ στην κυβέρνηση. Έτσι, μια προσωπική βεντέτα ενός υπουργού με δημοσιογράφους –που θεωρεί πως τον θίγουν– παίρνει μεγάλες και βίαιες διαστάσεις εξαιτίας της δυνατότητάς του να εκβιάζει την κυβέρνηση. Εδώ, δηλαδή, βρισκόμαστε και πάλι αντιμέτωποι με την κυβερνητική καταστολή, στην ελάσσονα μορφή της όμως, όπως αυτή επιστρατεύεται στις πολιτικο-επικοινωνιακές  στρατηγικές ενός προσώπου και του κύκλου πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων που εκπροσωπεί. Στην πραγματικότητα, η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου θα έπρεπε να επαρκεί: η ανοχή των δημοσίων προσώπων σε κριτική, ακόμη και με την έννοια των σκληρών χαρακτηρισμών και της ακραίας σάτιρας, πρέπει να είναι απεριόριστη. Η επιστράτευση από εκπροσώπους της εξουσίας ακόμη και άσχετων κατηγοριών δίχως στοιχεία προκειμένου να υποβληθούν τα ΜΜΕ σε διώξεις θα έπρεπε να είναι απλώς απαράδεκτη. Ευτυχώς δεν συμβαίνει τόσο συχνά. Συμβαίνει όμως.

ΩΤΟΓΡΑΦΙ Α: EUROKINISSI / ΓΕΩΡΓΙ Α ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: EUROKINISSI / ΓΕΩΡΓΙΑ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ – O Kώστας Bαξεβάνης, στα δικαστήρια της Ευελπίδων για την υπόθεση της Λίστας Λαγκάρντ, με την τότε βουλευτίνα του ΣΥΡΙΖΑ και νυν Περιφεριάρχη Αττικής Ρένα Δούρου

Τυποκτόνοι νόμοι

Πολύ συχνότερη από την ευθεία κρατική καταστολή, είναι η χρήση των αστικών δικαστηρίων και των δυνατοτήτων που δίνουν οι λεγόμενοι «τυποκτόνοι νόμοι». Εδώ το υπόβαθρο είναι αρκετά αθώο: είναι η εύλογη πρόβλεψη της νομοθεσίας πως όποιος θίγεται από ένα ψευδές δημοσίευμα του Τύπου μπορεί να ζητήσει την αποκατάσταση της αλήθειας και να διεκδικήσει αποζημίωση για τη ζημιά που υπέστη. Πρόκειται δηλαδή για την αστική έκφραση των αδικημάτων γύρω από τη δυσφήμηση, όπως εξειδικεύεται στο πλαίσιο της ευρείας δημοσιότητας που απολαμβάνουν  τα δημοσιεύματα του Τύπου. Εδώ, ωστόσο, η αθωότητα τελειώνει: η μάχη δεν μαίνεται, κατά κανόνα, ανάμεσα σε ΜΜΕ και πολίτες που διεκδικούν την αποκατάσταση της τιμής και της υπόληψής τους, αλλά ανάμεσα σε ΜΜΕ και πολύ ισχυρά δημόσια πρόσωπα που χρησιμοποιούν τις ευνοϊκές γι’ αυτά διατάξεις των νόμων για να πλήξουν την αξιοπιστία δημοσιευμάτων που τα αφορούν και να εκφοβίσουν τους δημοσιογράφους.

Μέχρι σχετικά πρόσφατα βρίσκονταν σε ισχύ άρθρα «περί Τύπου» τόσο του βενιζελικού  νόμου 5060 του 1931 όσο και του μεταξικού νόμου 1092 του 1938. Ο νόμος που ισχύει σήμερα, με διάφορες όμως τροποποιήσεις, είναι ο 1178 του 1981, που ψηφίστηκε από το Κοινοβούλιο επί κυβέρνησης Ράλλη, λίγο πριν από τις εκλογές που έφεραν στην εξουσία το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου. Το ένα και μόνο άρθρο του νόμου περί «αστικής ευθύνης του Τύπου» ρυθμίζει σειρά ζητημάτων, από την υποχρέωση του ιδιοκτήτη ενός Μέσου να ορίζει εκδότη μέχρι την υποχρέωση αποζημίωσης σε περίπτωση περιουσιακής ζημίας ή ηθικής βλάβης.

Σημαντικές τροποποιήσεις στο νομικό πλαίσιο θα φέρουν οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ με τους νόμους 2243 του 1994 και 2328 του 1995. Με τον 2243 θα καταργηθούν οι διατάξεις των βενιζελικών και μεταξικών νόμων 5060 και 1092. Ο νόμος 2328, ωστόσο, θα έχει βαθύτερες συνέπειες: αφενός ρυθμίζει ζητήματα των «νέων μέσων» της εποχής και τα υπάγει στην αστική ευθύνη του Τύπου, επισπεύδοντας τις διαδικασίες εκδίκασης• αφετέρου, όμως, θεσπίζει θηριώδη ελάχιστα όρια αποζημιώσεων στις οποίες υποχρεώνεται ένα Μέσο ή ένας δημοσιογράφος αν χάσει μια δίκη αγωγής που έχει υποβληθεί εναντίον του. Είναι ο νόμος αυτός, γνωστός  και ως «νόμος Βενιζέλου» –του Ευάγγελου αυτή τη φορά, όχι του Ελευθερίου–, που κυρίως θα αποκληθεί «τυποκτόνος», λόγω των εξοντωτικών αποζημιώσεων που προβλέπει.

Το νομικό καθεστώς του νόμου 1178/81 και των τροποποιήσεών του πολλές φορές έχει χρησιμοποιηθεί για μια πραγματική βιομηχανία αγωγών κατά δημοσιογράφων. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι μια αγωγή δεν σημαίνει απλώς την οικονομική εξόντωση σε περίπτωση που γίνει δεκτή από το δικαστήριο, αλλά αποτελεί και μια μακρά και διαρκή όχληση για τους δημοσιογράφους και τα έντυπα ή τα ΜΜΕ γενικότερα, που οφείλουν να προετοιμάζονται συνεχώς για την παρουσία τους σε δίκες. Ακόμη και αν ένα Μέσο και ένας δημοσιογράφος είναι σίγουροι ότι θα δικαιωθούν για όσα έγραψαν –και ποτέ κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος σε μια δικαστική διαδικασία, ειδικά όταν αντίδικοί του είναι πανίσχυρα δημόσια πρόσωπα–, η ταλαιπωρία και η πίεση των συνεχών αγωγών είναι πιθανό να τους κάνουν να εγκαταλείψουν τη διερεύνηση ενός δημοσιογραφικού θέματος. Και αυτός ακριβώς είναι ο στόχος πολλών από τις αγωγές που υποβάλλονται.

Σε κάποιες περιπτώσεις, σε αφειδή χρήση των αγωγών προβαίνουν επιχειρηματικά συμφέροντα. Για παράδειγμα, επιχειρηματίες, όπως ο προσφάτως εκλιπών Ανδρέας Βγενόπουλος, συχνά έχουν προχωρήσει σε εξοντωτικές αγωγές. Σε μία από τις γνωστότερες, ο Α. Βγενόπουλος είχε απαντήσει με πλήθος εξοντωτικών αγωγών και μηνύσεων κατά του Κώστα Βαξεβάνη, εξαιτίας των αποκαλύψεων του δημοσιογράφου για τις επιχειρηματικές και δικαστικές υποθέσεις του επιχειρηματία, σε μια προσπάθεια να τον κάνει να σταματήσει τη δημοσιογραφική του έρευνα. Ο Δημήτρης Μελισσανίδης επίσης είναι παράδειγμα επιχειρηματία που αρέσκεται να προχωρά σε εξοντωτικές αγωγές οποτεδήποτε κάποιος δημοσιογράφος αναδεικνύει ορισμένες από τις πιο νεφελώδεις πλευρές των δραστηριοτήτων του.

Η χρήση των δυνατοτήτων των τυποκτόνων νόμων δεν περιορίζεται στους επιχειρηματίες – πολλοί  τις έχουν επιστρατεύσει με πολιτικά και ιδεολογικά κίνητρα. Σε μια από τις πιο γνωστές τέτοιες υποθέσεις, ξεκινώντας από τη δεκαετία του 1990, η εθνικιστική οργάνωση «Δίκτυο 21», που περιλάμβανε σε ηγετικές θέσεις τους στενούς συνεργάτες του Αντώνη Σαμαρά, Χρύσανθο Λαζαρίδη και Φαήλο Κρανιδιώτη, εξαπέλυσε σειρά αγωγών εναντίον του δημοσιογράφου  Μανώλη Βασιλάκη για άρθρα του στην εφημερίδα Εξουσία. Επρόκειτο για πλέον των είκοσι πανομοιότυπων αγωγών από μέλη της οργάνωσης, οι οποίες –καθότι δεν συνεκδικάζονταν– οδήγησαν τον εναγόμενο κοντά στην οικονομική αλλά και στη φυσική εξόντωση. Ο ίδιος υποχρεώθηκε τελικά σε μια μάλλον ταπεινωτική δημόσια απολογία και επανόρθωση, μολονότι τα δικαστήρια τον είχαν καταδικάσει επί της ουσίας για αξιολογικές κρίσεις, γεγονός για το οποίο –αν και σε ήσσονες πλευρές της υπόθεσης– δικαιώθηκε χρόνια αργότερα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Ο ίδιος δημοσιογράφος αργότερα, ως εκδότης πια της επιθεώρησης βιβλίου Athens Review of Books, έγινε στόχος αγωγής του μετέπειτα υπουργού Εξωτερικών Νίκου Κοτζιά, μαζί με τους συνεκδότες του και τον συγγραφέα του επίμαχου άρθρου Ανδρέα Παππά. Ενδιαφέρουσα πτυχή αποτελεί το γεγονός ότι το αρχικό δικόγραφο εμφάνιζε ως νομικό εκπρόσωπο του Ν. Κοτζιά τον Φαήλο Κρανιδιώτη, αν και τελικά ήταν ο Γιάννης Μαντζουράνης –στην επικαιρότητα και πρόσφατα ως σύμβουλος της Γ. Γ. Τύπου στην υπόθεση του διαγωνισμού για τις τηλεοπτικές άδειες– που υποστήριξε την αγωγή. Οι εναγόμενοι έχασαν τη δίκη, ίσως διότι πέραν των αξιολογικών χαρακτηρισμών στη συγκεκριμένη περίπτωση η υπόθεση αφορούσε και ψευδή γεγονότα.

Οι τρόποι, πάντως, με τους οποίους γίνεται χρήση των τυποκτόνων νόμων δεν εξαντλείται ούτε στο πολιτικο-ιδεολογικό  πεδίο. Ο δημοσιογράφος Παντελής Μπουκάλας, λόγου χάρη, άσκησε κριτική σε βιβλίο και επειδή ο κρινόμενος συγγραφέας θεώρησε ότι η κριτική ήταν «πέραν κάθε επιθετικής προσέγγισης», άσκησε αγωγή με αίτημα αποζημίωσης  85.000 ευρώ. Ο δημοσιογράφος αθωώθηκε. Ο σκιτσογράφος Στάθης Σταυρόπουλος άσκησε κριτική σε κείμενο διαφήμισης εταιρείας επίπλων και η εταιρεία κατέθεσε αγωγή ζητώντας αποζημίωση 300.000 ευρώ. Ο δημοσιογράφος καταδικάστηκε να καταβάλει 30.000 ευρώ, με το σκεπτικό ότι «ενώ η κριτική που άσκησε στο διαφημιστικό κείμενο ήταν σωστή, η εταιρεία ζημιώθηκε».

Πέραν της ευκολίας που οι τυποκτόνοι νόμοι παρέχουν στην υποβολή κάθε είδους αγωγής, ένα από τα βασικότερα προβλήματά τους ήταν τα ιλιγγιώδη ποσά που ήταν δυνατόν να ζητηθούν. Σε μια περίπτωση, για παράδειγμα, ο τότε πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ΕΡΤ Χρήστος Παναγόπουλος άσκησε αγωγή κατά της εφημερίδας Το Παρόν ζητώντας το ποσό των 2,5 εκατ. ευρώ.

Ένας από τους καθ’ υποτροπήν χρήστες των αγωγών κατά του Τύπου είναι –και πάλι– ο νυν υπουργός Άμυνας Πάνος Καμμένος. Το πιο πρόσφατο παράδειγμα αγωγής του είναι αυτό κατά του σκιτσογράφου Ανδρέα Πετρουλάκη για άρθρο γνώμης στην ιστοσελίδα protagon.gr. Σε μια ανάπτυξη σκεπτικού που συγκαταλέγεται στις πιο σπαρταριστές στιγμές του Π. Καμμένου, ένας από τους λόγους της αγωγής είναι ότι το άρθρο γράφτηκε,  υποτίθεται, για να εμποδίσει τη συμμετοχή των ΑΝΕΛ στην κυβέρνηση με τον ΣΥΡΙΖΑ και να υποχρεώσει τον ΣΥΡΙΖΑ να συνεργαστεί με το Ποτάμι του Σταύρου Θεοδωράκη, δημιουργό της εν λόγω ιστοσελίδας. Το γεγονός ότι ο Σταύρος Θεοδωράκης είχε πουλήσει τις μετοχές του συγκροτώντας το πολιτικό του κόμμα δεν στάθηκε ικανό να αποτρέψει τον ένστολο υπουργό. Το ποσό που αξίωσε από τον σκιτσογράφο; Δύο εκατομμύρια ευρώ. Ευτυχώς, την ημέρα της δίκης, στις 12 Ιανουαρίου, το τελικό υπό διεκδίκηση ποσό είχε μειωθεί. Και, σε κάθε περίπτωση, προκαλεί, αν μη τι άλλο, θυμηδία το γεγονός ότι ο ίδιος ο Πάνος Καμμένος έχει καταδικαστεί για συκοφαντική δυσφήμηση εξαιτίας των ανυπόστατων κατηγοριών του προς τον Αντρίκο Παπανδρέου για εμπλοκή σε αγοραπωλησίες CDS.

Αφήνοντας,  ωστόσο, κατά  μέρος  τη μάλλον ξεχωριστή προσωπικότητα του Πάνου Καμμένου, πρέπει να ειπωθεί ότι και οι δύο σημερινοί συγκυβερνώντες, τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και οι Ανεξάρτητοι Έλληνες, έχουν στο παρελθόν  πλειστάκις καταφερθεί εναντίον των τυποκτόνων νόμων. Χαρακτηριστικά, τον Ιούνιο του 2007, ο νυν αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και τότε βουλευτής Γιάννης Δραγασάκης, σε ερώτησή του προς τους υπουργούς Δικαιοσύνης και Επικρατείας στη Βουλή, επεσήμαινε, με αφορμή τις υποθέσεις Παναγόπουλου, Μπουκάλα και Σταυρόπουλου, «τον κίνδυνο που απορρέει από τη συγκεκριμένη διάταξη του ν. 1178/1981, που μπορεί να οδηγήσει στον περιορισμό, αν όχι την κατάργηση, της ελευθερίας της έκφρασης και της άσκησης κριτικής, που αποτελούν το περιεχόμενο της άσκησης του δημοσιογραφικού λειτουργήματος. Επί της ουσίας πρόκειται για μία αντιδημοκρατική πίεση ώστε να ασκείται προληπτική “αυτολογοκρισία” από τους λειτουργούς του Τύπου. Ασφαλώς υπάρχουν ή μπορεί να υπάρξουν και από την πλευρά του Τύπου ή και μεμονωμένων δημοσιογράφων συκοφαντικές ή άλλες προσβολές, οι οποίες βεβαίως θα πρέπει να αντιμετωπίζονται. Όμως, είναι φανερό ότι οι διατάξεις του εν λόγω νόμου, με τη μορφή που έχουν σήμερα, δεν υπηρετούν αυτό το σκοπό ή έχουν ξεφύγει του αρχικού τους σκοπού και λειτουργούν ως απειλή για την ίδια τη λειτουργία της ελευθερίας του Τύπου. Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΣΗΕΑ, κατ’ επανάληψη, έχει εκφράσει την ανησυχία του και έχει επισημάνει τον κίνδυνο από την εφαρμογή του ν. 1178/81 σχετικά με τη λεγόμενη αστική αποζημίωση με συνέπεια τη δημιουργία “βιομηχανίας” αγωγών. Για το λόγο αυτό, έχει ζητήσει την τροποποίηση της τυποκτόνου διάταξης του ν. 1178/81, όπως ισχύει σήμερα. Κατόπιν των ανωτέρω ερωτώνται οι κ.κ. υπουργοί αν σκοπεύουν, μετά από διάλογο με τους εμπλεκόμενους φορείς, να αναλάβουν πρωτοβουλία για την αναθεώρηση του υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου (ν. 1178/1981), την προστασία των δημοσιογράφων και κατ’ επέκταση την προστασία της ελευθεροτυπίας και της δημοκρατίας».

Επίσης χαρακτηριστικά, ο δημοσιογράφος, πρώην μέλος του Δ.Σ. της ΕΣΗΕΑ, στέλεχος των ΑΝΕΛ και νυν υπουργός, Τέρενς Κουίκ, έχει ταχθεί υπέρ της πλήρους κατάργησης κάθε ειδικού νόμου για τον Τύπο, σημειώνοντας στις 30 Οκτωβρίου 2012 στη Βουλή: «Απαιτείται άμεση κατάργηση όλων των “τυποκτόνων” νόμων που περιορίζουν τη Δημοκρατία μας και απαγορεύουν στον δημοσιογράφο  να ασκήσει ελεύθερα το λειτούργημά του. Έτσι κι αλλιώς, ο Ποινικός Κώδικας είναι πλουσιότατος και υπεπλήρης νόμων». Είχε μιλήσει μάλιστα για «νοσηρά φαινόμενα, όπως εκβιαστική φίμωση των δημοσιογράφων με πρώτιστη τη βιομηχανία των αγωγών».

Πράγματι, επί υπουργίας Νίκου Παρασκευόπουλου, σε μια από τις λίγες περιπτώσεις που ο ΣυΡΙΖΑ στάθηκε, έστω και ημιτελώς, στο ύψος των αρχών που είχε προτού έρθει στην εξουσία, σημειώθηκε μια ουσιαστική παρέμβαση  στον τυποκτόνο νόμο. Πρόκειται για το άρθρο 37 του νόμου 4356 για το σύμφωνο συμβίωσης. Η εισηγητική έκθεση αναφέρει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού «επιχειρούν να συγκεράσουν την ελευθερία  της έκφρασης και του τύπου με την προστασία της τιμής των πολιτών. Συγκεκριμένα, ενώ αφήνουν πλήρως αλώβητο τον τύπο από οποιονδήποτε προληπτικό ή λογοκριτικό έλεγχο, προβλέπουν διαδικασία διόρθωσης ή απλής αποζημίωσης σε περίπτωση δυσφημιστικών δημοσιευμάτων. Η διαδικασία αυτή, που έχει χαρακτηριστικά συμβιβασμού και συνεννόησης των πολιτών και υπακούει στην αρχή της αναλογικότητας». Στην πραγματικότητα, το ένα κύριο σημείο παρέμβασης είναι ότι καταργείται η προβλεπόμενη από τον ίδιο τον νόμο ελάχιστη υποχρεωτική χρηματική ικανοποίηση, που υποχρέωνε το δικαστήριο να επιβάλει τις τεράστιες χρηματικές αποζημιώσεις του νόμου 2328 του 1995. Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι τα δικαστήρια είχαν ήδη εν τοις πράγμασι την τάση να θεωρούν τις προβλέψεις του νόμου αυτού ενδεικτικές, τώρα όμως νομοθετήθηκε ρητά ότι το ύψος της χρηματικής αποζημίωσης θα καθορίζεται ελεύθερα από τον δικαστή με βάση την αρχή της αναλογικότητας και αφού ληφθούν υπόψη μια σειρά παράγοντες που απαριθμούνται στον νόμο. Το δεύτερο κύριο στοιχείο είναι ότι θεσπίστηκε μια διαδικασία εξωδικαστικής επανόρθωσης και αποκατάστασης της προσβολής του θιγόμενου και μάλιστα με την πρόβλεψη πως αν δεν τηρηθεί, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, ενώ αν υπάρξει εξωδικαστική αποκατάσταση με τη μορφή δημοσίευσης, δεν μπορεί να υπάρξει αστική αξίωση για αποζημίωση.

Τα πράγματα, βέβαια, δεν είναι τόσο απλά. Όπως έχει επισημάνει σε άρθρο του στο ιστολόγιό του, e-lawyer, ο δικηγόρος και νυν Συμπαραστάτης του Πολίτη και της Επιχείρησης της Περιφέρειας, Βασίλης Σωτηρόπουλος, «η προηγούμενη εμπειρία, όμως, από την υποχρεωτική απόπειρα εξωδικαστικής επίλυσης διαφοράς (προϊσχύον άρθρο 214Α ΚΠολΔ) σε υποθέσεις ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου έδειξε ότι γρήγορα μετατράπηκε  σε μια απλή τυπική διαδικασία που ξεπεράστηκε από την πράξη και, τελικά, καταργήθηκε και νομοθετικά. Στην προκειμένη περίπτωση, προφανώς πρόκειται μόνο για φραστική προσβολή (βλ. και διατύπωση) και όχι άλλες προσβολές,  όπως π.χ. η παράνομη διάδοση προσωπικών δεδομένων δια του Τύπου. Έπειτα, η δημοσίευση του προς δημοσίευση άρθρου “θεωρείται ότι επιφέρει” την αποκατάσταση του θιγόμενου, άρα από την διατύπωση και μόνο προκύπτει  ότι επιχειρεί να θεσπίσει ένα τεκμήριο, το οποίο βεβαίως και είναι μαχητό, γιατί η αποκατάσταση μπορεί να θεωρείται ότι επήλθε, αλλά στην πραγματικότητα να μην επήλθε καθόλου. Επομένως, ο θιγόμενος σε αυτή την περίπτωση θα μπορεί παρόλο που έχει δημοσιευθεί το κείμενό του να ζητήσει και περαιτέρω αστική αξίωση, γιατί η διαφορετική  απόλυτη ρύθμιση που ορίζει ότι “εάν λάβει χώρα η δημοσίευση […] δεν μπορεί να υπάρξει αστική αξίωση κατά την παράγραφο  2”,απλά αντίκειται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος. Διότι δεν μπορεί να έχουμε πολυσέλιδη προσβολή προσωπικότητας, ο νόμος να λέει ότι θεωρεί πλήρη αποκατάσταση το “σύντομο επεξηγηματικό κείμενο” και ταυτόχρονα να έχουμε ανάκληση σε “έκταση ανάλογη” (πώς θα γίνει αυτό; Με 20άρα γραμματοσειρά του “σύντομου επεξηγηματικού κειμένου”;) και ως αποτέλεσμα να αποκλείεται και πλήρως η δικαστική προστασία, αλλά και η κατάργηση της έννοιας της χρηματικής ικανοποίησης ηθικής βλάβης, αντίθετη στο Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Αυτό θα καταπέσει πολύ σύντομα στα Δικαστήρια, αν περάσει έτσι. Αφήστε τα δικαστήρια να κρίνουν αν είναι επαρκής ή όχι η αποκατάσταση: ο νομοθέτης δεν μπορεί να προβλέψει τις ιδιαιτερότητες της κάθε επιμέρους υπόθεσης!»

Οι προβλέψεις  της τελευταίας αυτής παρέμβασης  στους νόμους περί Τύπου μοιάζουν καλοπροαίρετες. Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι λιγότερο η νομοθεσία και περισσότερο η δικαστική αντιμετώπιση του Τύπου, η δικαστική «κουλτούρα» με άλλα λόγια, που θα αναγνώριζε στην ερμηνεία της την απεριόριστη δυνατότητα του Τύπου να ασκεί κριτική, αλλά θα προστάτευε από πραγματικά επιζήμιες καταχρήσεις της «τέταρτης εξουσίας».

Η σύντομη αυτή επισκόπηση αρκεί, ελπίζω, για να δείξει πως, παρά το γεγονός ότι ο ελληνικός Τύπος δέχεται επιθέσεις κυρίως μέσω της δικαστικής οδού, είναι ανακριβές να γίνεται λόγος για καθεστώς ανελευθερίας. Τουλάχιστον όσον αφορά μια λογοκριτική παρέμβαση του κράτους ή άλλων δημόσιων προσώπων. Από την άλλη –και εδώ γυρίζω στην αρχή και στην τρίτη κατηγορία επιθέσεων που δέχονται τα ΜΜΕ– ο μεγαλύτερος εχθρός του Τύπου έχει υπάρξει ο εαυτός του.

Ο Τύπος, ιδιαιτέρως κατά τα χρόνια της κρίσης, έχει επιδοθεί σε ένα είδος αυτοάνοσων επιθέσεων, με τα Μέσα να απεκδύονται καθετί που δεν συντασσόταν με τις επιταγές μιας πολιτικής «γραμμής», καθετί δηλαδή που τα καθιστούσε, εκτός από εργαλεία προπαγάνδας, κάτι που κανείς άξιζε να ξοδέψει τον χρόνο και τα χρήματά του για να διαβάσει ή να δει. Δεν ήταν πάντοτε έτσι. Ακόμη και ως αρκετά πρόσφατα, τόσο τα προοδευτικά όσο και τα συντηρητικά μέσα επαίρονταν για τον πλουραλισμό τους και για τα σύνθετα κριτήρια με τα οποία συγκροτούσαν την ύλη τους. Με την άφιξη της κρίσης και τις μεγάλες εκκαθαρίσεις του δημοσιογραφικού κλάδου, είναι σαν κάθε Μέσο να αποφάσισε ότι θα μιλά μόνο στους στενά νοούμενους οπαδούς του. Και, φυσικά, ακόμη και αυτοί κουράστηκαν: τα λεγόμενα κυρίαρχα ή «συστημικά» ΜΜΕ χάνουν αναγνώστες, τηλεθεατές και ακροατές με πρωτάκουστους ρυθμούς. Καμία μήνυση και καμία αγωγή δεν κόστισε τόσο στα ελληνικά ΜΜΕ όσο η επιλογή των ιδιοκτητών τους να περιορίσουν μόνοι τους την ελευθεροτυπία.

About Αυγουστίνος Ζενάκος (5 Articles)
Ο Αυγουστίνος Ζενάκος είναι δημοσιογράφος και Διευθυντής Σύνταξης του περιοδικού REPORT. Από το 2011 είναι, επίσης, Υπεύθυνος Σύνταξης του περιοδικού UNFOLLOW. Εργάστηκε στην εφημερίδα Το Βήμα από το 2000 ως το 2010. Ήταν ένας από τους συνιδρυτές της Μπιενάλε της Αθήνας και συνδιευθυντής της από το 2005 ως το 2010. Έχει συνεργαστεί με διάφορα περιοδικά στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.