Ελευθεροτυπία, χειραγώγηση και επιθέσεις κατά του τύπου στις «Δημοκρατίες»: Ευρώπη, ΗΠΑ, Ρωσία

Από την εμφάνιση του έντυπου λόγου στη δυτική νεωτερικότητα, η ένταση ανάμεσα στη δημοσίευση ως αποκάλυψη και τη δημοσίευση ως χειραγώγηση οριοθετεί το πραγματολογικό πλαίσιο εντός του οποίου το αίτημα για ελευθεροτυπία κινείται μεταξύ απελευθέρωσης και πειθάρχησης.

Όταν το 1455 ο Γουτεμβέργιος τύπωνε το πρώτο βιβλίο  σ τον δυτικό κόσμο, μάλλον δεν θα μπορούσε να φανταστεί πόσο ρηξικέλευθη  θα αποδεικνυόταν η εφεύρεσή του. Το χτύπημα των τυπογραφικών  στοιχείων, εμποτισμένων  στο μαύρο μελάνι, πάνω στο λευκό χαρτί: μια ανθρώπινη  επινόηση των Νέων Χρόνων που θα καθόριζε σε δραστικό βαθμό την ίδια την ουσία τους ως σημείο τομής με τις παλαιότερες  εποχές. Διότι η για πρώτη  φορά  δυνατότητα «μαζικής» παραγωγής κειμένων σε προσιτή από πλήθος κόσμου τιμή έθετε τις βάσεις για έναν εκδημοκρατισμό  του γραπτού λόγου που, καθιστώντας  τον τόσο προσβάσιμο,  έκανε και το κοινό να πηγαίνει προς αυτόν• η μείωση του αναλφαβητισμού είναι στενά συνδεδεμένη  με την αύξηση της προσφοράς κειμένων. Αντιστρέφοντας έτσι τη σχέση γραφής και προφορικού λόγου, η επανάσταση που ξεκινά με τον Γουτεμβέργιο καθιστά τη γραφή, σε βάθος χρόνου, την αδιαμεσολάβητη  ύλη με την οποία το υποκείμενο  που κατέρχεται στη δημοσιότητα εκτίθεται στο κοινό. Σήμερα, τον καιρό της ψηφιακής μορφής των κειμένων, αυτό αποτελεί μια πασίδηλη πραγματικότητα: ζούμε μέσα σε κείμενα.

Δεν θα περνούσε πολύς καιρός για να δοκιμάσει η νέα εφεύρεση την εμπράγματη δύναμή της. Το 1517 ένας νεαρός σχετικά διδάκτορας της Θεολογίας και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Βιτεμβέργης, μιας λασπωμένης μικρής γερμανικής πόλης που χωρίς αυτόν θα περνούσε στην ιστορική αφάνεια, τυπώνει και θυροκολλεί  στην πόρτα του καθεδρικού ναού της πόλης τις διαβόητες 95 θέσεις του.

Ο καθηγητής αυτός ήταν ο Μαρτίνος Λούθηρος. Και οι 95 Θέσεις, η εναντίωσή του στην Καθολική Εκκλησία. Με αιχμή  το εμπόριο συγχωροχαρτιών, που κυριαρχούσε εκείνη την περίοδο με εντολή της Ρώμης, ο Λούθηρος θα σημάνει την τομή του Προτεσταντισμού: η σχέση του πιστού με τον Θεό δεν χρειάζεται εξωτερικό μεσολαβητή. Αρκεί μόνο η ίδια η σχέση του πιστού με τον Θεό. Και η σχέση αυτή ελέγχεται και τεκμαίρεται μέσα από τη μελέτη της Γραφής.

Η μετάφραση της Βίβλου στα γερμανικά από τον Λούθηρο σε συνδυασμό με τη μαζική διακίνηση των Θέσεών του θέτουν για πρώτη φορά την τυπογραφία στην υπηρεσία ενός σκοπού που άπτεται της πολιτικής, της σύγκρουσης, δηλαδή, με έπαθλο  την ισχύ.

Σε αυτή την κομβική εκδήλωση  του έντυπου λόγου συνδυάζονται όλες οι εντάσεις, οι αντινομίες και οι συναρθρώσεις  που θα ακολουθήσουν εφεξής τη σχέση του με τη δημοσιότητα. Η επιθυμία της μαζικότητας, με το υποφώσκον αίτημα της διαφώτισης του πληθυσμού, από τη μία• η επιθυμία της προπαγάνδας,  της πειθούς και της καθοδήγησης του πληθυσμού, από την άλλη. Η διπλή ικανότητα του έντυπου λόγου να αποκαλύπτει, να καθιστά προσιτό, να εκθέτει τα «μαγειρέματα» στα κλειστά δωμάτια της εξουσίας, από τη μία• να καλύπτει, να παρασύρει, να διαστρέφει την προσοχή, να σπρώχνει προς την κατεύθυνση που αυτό που ελέγχει το γραπτό επιθυμεί, από την άλλη. Μια διπλή διαλεκτική απελευθέρωσης και πειθάρχησης από την οποία θα προκύψουν και οι μεταγενέστερες προσεγγίσεις του εντύπου –στη μαζικότερη έκφανσή του είναι αυτό που νοούμε σήμερα ως Τύπο– και που επικαθορίζονται από ιδεολογικές στάσεις μάλλον παρά από αντικειμενική πραγμάτευση. Τα φυλλάδια του Λούθηρου και των οπαδών του, όπως αργότερα και τα αντίστοιχα των Αναβαπτιστών –των επαναστατών μεταρρυθμιστών που έθεσαν τα κοινωνικά αιτήματα ισότητας πλάι στα θρησκευτικά– θα σημάνουν την πρώτη τέτοια σύζευξη τυπωμένου  χαρτιού και προπαγάνδας.

Γαλλική επανάσταση και η ανάδυση του δημοσιογράφου

Προϊόντος του χρόνου, το αίτημα της ελεύθερης  διακίνησης των ιδεών μέσα από την κυκλοφορία έντυπου λόγου, η ελευθεροτυπία, θα προσδεθεί  ως βασικό αίτημα της αστικής τάξης στην πορεία της προς την οριστική ηγεμονία. Ο αστικός μετασχηματισμός της κοινωνίας, συνοψισμένος στο «από τον κόσμο του περίπου στο σύμπαν της ακρίβειας» επιφυλάσσει στην ελευθεροτυπία  μια ειδική θέση. Αν η ενιαία αγορά και το ενιαίο νόμισμα αποτελούν την άρση των οικονομικών ανορθολογισμών επιτρέποντας την υπολογισιμότητα στις εμπορικές συναλλαγές, αν η απαίτηση συντάγματος συνοψίζει τη σύναψη εκείνου του κοινωνικού  συμβολαίου που ορθολογικοποιεί τον νόμο επιτρέποντας την υπολογισιμότητα κατά τις δοσοληψίες  με την κρατική μηχανή και γραφειοκρατία και αποτρέποντας τον ανορθολογισμό των εγωιστικών και απρόβλεπτων αποφάσεων ενός μονάρχη, η ελευθεροτυπία συγκροτεί τον ελεύθερο και προσβάσιμο σε όλους χώρο όπου η αναμέτρηση των ιδεών μπορεί να γίνει με ορθολογικό τρόπο: αποσκοπώντας στην πειθώ μέσα από τη χρήση υπολογισμένων μέσων. Και όχι λιγότερο σημαντικό: επιτρέποντας και την καταμέτρηση διά της κυκλοφορίας της απήχησης μιας εκάστης ιδέας. (Ενδιαφέρον το πώς αυτό επανήλθε στην Ελλάδα μέσα από το αίτημα για μια μέτρηση της κυκλοφορίας  των εφημερίδων  μέσω του barcode.)

Η κορύφωση των αστικών επιδιώξεων, όπως εκφράστηκε τη στιγμή της Γαλλικής Επανάστασης, είναι ένα καλό ιστορικό στιγμιότυπο του αιτήματος της ελευθεροτυπίας, αλλά και του πώς αυτή όχι απλώς παρέχεται από ένα σύστημα πολιτικής δύναμης, αλλά και το επηρεάζει  σημαντικά.

Η έκρηξη της επανάστασης θα φέρει στο προσκήνιο της δημοσιότητας τις επαναστατικές λέσχες. υβριδικούς χώρους όπου το πολιτικό και το ιδεολογικό  προχωρούν  σε ώσμωση και δημιουργούν μια ταυτόχρονη έκρηξη ιδεών αλλά και προγραμματικών θέσεων. Η ιδεοτυπική μορφή εδώ είναι ο Μαρά. Ο «ακροαριστερός» –για να μιλήσουμε με έναν σημερινό χαρακτηρισμό που μπορεί να χαρακτηριστεί αντιδάνειο– Μαρά εκδίδει τον καιρό της Επανάστασης τη Φωνή του Λαού. Γράφοντας ο ίδιος τα μακροσκελή πύρινα άρθρα της εφημερίδας, θα απευθύνει ένα δριμύ κατηγορώ προς το παλαιό καθεστώς. Το «κατηγορώ» αυτό, αποτέλεσμα της ειδικής δημοσιότητας που ο αέρας της Επανάστασης έχει επιβάλει, αποτελεί ταυτόχρονα και παράγωγό της. Πουθενά η επιτελεστικότητα του λόγου δεν θα βρει μεγαλύτερη κορύφωση από τη σφαγή των μοναρχικών από τα πλήθη του λαού τον Σεπτέμβρη του 1792. Ο πύρινος λόγος δημοσιολογεί και ταυτόχρονα κανοναρχεί συμπεριφορές.

Η ίδια η φιγούρα του Μαρά, αμφιλεγόμενη, μαχητική από τη μία, αποτρόπαιη από την άλλη, ιδεαλιστικά υψιπετής στα ιδανικά της και ταυτόχρονα υλικά χυδαία, έτοιμη να γευτεί το αίμα των εχθρών της, εξεικονίζει καλύτερα από κάθε μυθιστορηματικό ήρωα την ιδανική μορφή του Τύπου τη στιγμή της συγκρότησης του αστικού υποκειμένου-αναγνώστη εφημερίδας. Και θέτει με τη σειρά της τους μακρόχρονους όρους αναπαραγωγής αυτού του αναγνώστη ως ενεργητικού υποκειμένου του πολιτικού και ως παθητικού αποδέκτη του ιδεολογικού ταυτόχρονα. Μορφή που θα ακολουθήσει  το υποκείμενο αυτό στις μεταμορφώσεις του ως τις μέρες μας, περνώντας από το χαρτί στην ψηφιακή διαδραστική εποχή και στους σύγχρονους Μαρά.

Η μετάβαση από την οριακή στιγμή της Γαλλικής Επανάστασης στην κανονικότητα της Γαλλίας του 19ου αιώνα οριστικοποιεί τη σημασία του Τύπου στην κοινωνική δόμηση της ζωής του πολίτη. Η θεμελίωση των αστικών δικαιωμάτων, όπου αυτό της ελευθερίας  του Τύπου κατέχει περίοπτη θέση, δημιουργεί την εικόνα του ανθρώπου που διαβάζει στα καφέ και που όχι απλώς περνά την ώρα του, αλλά ταυτόχρονα επιβεβαιώνεται ως πολιτικό υποκείμενο, συζητώντας αυτά που διάβασε.

Ο ρόλος του Τύπου ως μέσου προπαγάνδας γίνεται εδώ όλο και πιο συνειδητός σε αυτούς που ασχολούνται με την παραγωγή των κειμένων: τους δημοσιογράφους και τους εκδότες. Από εδώ αρχίζει να δημιουργείται, δειλά ακόμα, η διαπλοκή δημοσιογραφίας, οικονομίας και πολιτικής. Η δημοσιογραφία πέρα από το ενδιαφέρον για τις ιδέες αναδεικνύεται και ως εργαλείο πλουτισμού.

Μην ξεχνάμε ότι αυτήν ακριβώς την περίοδο εμφανίζεται και η διαφήμιση ως εργαλείο. Η αύξηση των πωλήσεων καθιστά πλέον το έντυπο περισσότερο πρόσφορο γι’ αυτήν, άρα αυξάνει όχι μόνο τη συμβολική αλλά και την οικονομική του αξία. Ο συνδυασμός πωλήσεων σε συγκεκριμένα κοινά, λοιπόν, καθιστά τους εκδότες κατόχους αξιόλογου κεφαλαίου.

Αυτή η αναβάθμιση του κοινωνικού ρόλου του δημοσιογράφου προκαλεί και την εμφάνιση αντιδεοντολογικών πρακτικών. Ο αναγνώστης μπορεί να ανατρέξει στο μυθιστόρημα του Μπαλζάκ Χαμένες ψευδαισθήσεις για να δει λογοτεχνικά την αλλαγή δομής της δημοσιότητας που η καθιέρωση της δημοσιογραφίας επέφερε. Ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα είναι εδώ αρκετό:

«– Χρωστάς δηλαδή πολλά;

– Τ’ άντερά μου, είπε ο Λουστό. Χίλια σκούδα μού χρειάζονται. Θέλησα να συμμαζευτώ, να μην ξαναπαίξω, και για να τα βολέψω έκανα και λίγο κελάηδημα.

– Τι είναι κελάηδημα; είπε ο Λυσιέν που η λέξη αυτή του ήταν

άγνωστη.

– Το κελάηδημα είναι επινόηση του αγγλικού Τύπου και είναι πρόσφατης εισαγωγής στη Γαλλία. Οι κελαηδιστές είναι τύποι που είναι σε τέτοια θέση ώστε να μπορούν να διαχειρίζονται εφημερίδες. Διευθυντές εφημερίδας ή αρχισυντάκτες ποτέ δεν πρέπει να μπλεχτούν με κελάηδημα. υπάρχουν γι’ αυτό οι Ζιρουντό και οι Φιλίπ Μπριντό. Οι μάγκες αυτοί βρίσκουν κάποιον που, για διάφορους λόγους, δεν θέλει ν’ ασχολούνται μ’ αυτόν. Πολλοί άνθρωποι έχουν στη συνείδησή τους λιγότερο ή περισσότερο πρωτότυπα αμαρτηματάκια. Στο Παρίσι υπάρχουν πολλές περιουσίες ύποπτες, που έχουν αποκτηθεί από λιγότερο ή περισσότερο νόμιμους δρόμους, συχνά με εγκλήματα, και που θα ’βγαζαν ιστορίες απείρου κάλλους, όπως όταν η χωροφυλακή του Φουσέ κύκλωνε τους μπάτσους τού διοικητή της αστυνομίας που, μη όντας μπασμένοι στο μυστικό της κατασκευής πλαστών χαρτονομισμάτων της αγγλικής τράπεζας, είχαν πάει να συλλάβουν τους παράνομους εκτυπωτές που τους προστάτευε ο υπουργός. Έπειτα η ιστορία των διαμαντιών του πρίγκηπα Γκαλατιόν, η υπόθεση Μομπρεΐγ, η διαθήκη Πομπρετόν κλπ. Ο κελαηδιστής τσακώνει κάπου κάποιο κομμάτι, κάποιο σημαντικό ντοκουμέντο, κι ύστερα ζητά ένα ραντεβού απ’ τον άνθρωπο που έχει πλουτίσει. Αν ο λεγάμενος δεν δίνει κανένα ποσό, τότε ο κελαηδιστής τού δείχνει την εφημερίδα έτοιμη να τον παραλάβει,  να αποκαλύψει τα μυστικά του. Ο λεφτάς φοβάται και τ’ ακουμπά. Έγινε η δουλειά».1

Ο Καντ και η δημοσιότητα ως συνάντηση αλήθειας και εξουσίας

Εδώ ας κάνουμε ένα βήμα πίσω. Αν η αστική ολοκλήρωση σε επίπεδο δικαιωμάτων επέτρεψε στη γαλλική κοινωνία την ανάπτυξη των αντινομιών που προκύπτουν από την εφαρμογή της ελευθεροτυπίας, στην καθυστερημένη  Γερμανία τα πράγματα πήγαν πιο αργά. Αυτό ωστόσο επέτρεψε την εκεί πιο αναπτυγμένη θεωρητική πραγμάτευση της χρήσης της έκφρασης σε συνθήκες μη κηδεμόνευσης.

Κομβική είναι εδώ η θέση του Γερμανικού Ιδεαλισμού αρχής γενομένης φυσικά από τον Ιμάνουελ Καντ. Όταν ο Καντ δημοσιεύει στις αρχές της δεκαετίας του 1790 τη Θρησκεία εντός των ορίων του Λόγου και μόνο, θα λάβει την απάντηση της ίδιας της εξουσίας. Ο Βέλνερ, ο αρμόδιος της πρωσικής κυβέρνησης για αυτά τα θέματα θα απευθύνει  επιστολή στον φιλόσοφο της Καινιξβέργης όπου θα του γνωστοποιήσει τη λογοκρισία του έργου του. «Σας είχαμε θεωρήσει ως κάτι καλύτερο», θα γράψει κάπου εύγλωττα ο πρώσος αξιωματούχος, για να εκφράσει με γλαφυρό τρόπο το πώς η εξουσία αντιμετωπίζει την ελεύθερη σκέψη: ελεγκτικά, πειθαρχικά, πατρικά. Ο κακός υιός Καντ θα τιμωρηθεί.

Αυτή η στιγμή ωστόσο θα σταθεί το έναυσμα για να γραφτεί η Διένεξη των σχολών, μια συλλογή κειμένων που θέτουν εμφατικά στο προσκήνιο τη σχέση της φιλοσοφίας με τη θρησκεία και το κράτος. Αν και το έργο ενδιαφέρει  πρωτίστως για μια θεωρία του πανεπιστημίου ως ενός ελεύθερου χώρου σκέψης και δράσης, η θεωρία περί δημοσιότητας που αναπτύσσει δεν αφήνει αδιάφορο και τον μελετητή της ελευθερίας  του Τύπου.

Η ανάδειξη της δημοσιότητας, εκ μέρους του Καντ, ως του πεδίου εκείνου όπου συναντώνται η εξουσία και η αλήθεια αποτελεί μια ιστορική στιγμή στην αστική αυτοσυνείδηση. Ο λόγος είναι ότι εδώ γίνεται κατανοητή η σύζευξη των δύο περιοχών, η μεταξύ τους ένταση και εντέλει αυτό που με όρους νεορθόδοξης θεολογίας θα λέγαμε «αλληλοπεριχώρηση».

Βέβαια, στη μαχητική φιλοσοφία των Γερμανών Ιδεαλιστών, όπου η μάχη κατά του απολυταρχισμού είναι αυτή που προέχει, οι σκοτεινές συνέπειες της ελεύθερης δημοσιότητας δεν γίνονται τόσο ορατές. Εξ ου φυσικά και ο έκδηλος  ενθουσιασμός του Χέγκελ για την εφημερίδα ως καθημερινή πρακτική του έλλογου υποκειμένου.

«Η ανάγνωση της εφημερίδας», θα γράψει στις πρώιμες σημειώσεις του, «είναι η πρωινή προσευχή του ρεαλιστή».

Αυτό το αίτημα της ελευθερίας του Τύπου με ριζοσπαστικό πρόσημο θα το ξαναβρούμε φυσικά στις επεξεργασίες του νεαρού Μαρξ της Εφημερίδας του Ρήνου και στις εκεί αναπτύξεις του.

Από τη φιλελεύθερη στη μαζική δημοκρατία

Η ελευθερία του Τύπου ως κατάκτηση της αστικής κοινωνίας και της φιλελεύθερης δημοκρατίας επέκειτο σε μια θεμελιακή περιεχομενική περιχαράκωση:  αφορούσε πρωτίστως το περιορισμένο  κοινό των πολιτικών δικαιωμάτων. Η μετάβαση από τη φιλελεύθερη στη μαζική δημοκρατία, που συντελείται χονδρικά ως απάντηση στον εξ ανατολών κίνδυνο του κομμουνισμού, δεν αφήνει ανεπηρέαστη και τη λειτουργία του Τύπου, προσδίδοντας έτσι στην «ελευθεροτυπία» νέα περιεχόμενα και νέες απαιτήσεις.

Η ενσωμάτωση των κατώτερων τάξεων στην πολιτική ζωή και η ταυτόχρονη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου θέτουν στη λειτουργία του Τύπου στις καπιταλιστικές  μητροπόλεις  δύο αδελφά  αιτήματα: την ιδεολογική ενσωμάτωση και την αποικιοποίηση του νέου στοιχείου που εμφανίζεται και διεκδικεί την αυτονομία του, του ελεύθερου χρόνου. Το πρώτο αίτημα εν πολλοίς θα επιτευχθεί μάλλον με την πρόοδο της τεχνολογίας: αν η εφημερίδα δίνει σε ανταγωνιστικά πρότυπα τη δυνατότητα ενός αγώνα με ελπίδες (αριστερές εφημερίδες με μεγάλη κυκλοφορία, επί παραδείγματι), η εμφάνιση του ραδιοφώνου  και της τηλεόρασης αποδεικνύεται  καθοριστική.

Εδώ κάνει την εμφάνισή του στην κυκλοφορία  του λόγου και της έκφρασης αυτό που ονομάστηκε «θέαμα».  Δεν θα επαναλάβω τις πάμπολλες  και πλούσιες σε αναπτύξεις θεωρήσεις της «μαζικής κουλτούρας» και της «κοινωνίας του θεάματος». Θα αρκεστώ μόνο στην παρατήρηση ότι αυτές οι εξελίξεις επενεργούν τόσο στον τρόπο της παραγωγής της έκφρασης, αυτή που η ελευθεροτυπία προστατεύει, όσο και στον τρόπο διανομής της – από τον καιρό του Μπαλζάκ το κελάηδημα γίνεται πια αρτιότερο. Σε ό,τι αφορά τη διάκριση των ημερών σε εργάσιμες και ελεύθερες, η ίδια η δομή πλέον μιας εφημερίδας την ακολουθεί  με τα ένθετα και τα τμήματά της.

Πέρα από το γενικό αυτό σχήμα έχει ενδιαφέρον  ότι πλέον η ελευθεροτυπία  γίνεται όλο και περισσότερο μια αφηρημένη επίκληση που περιγράφει τη Δύση ως πραγματικότητα παρά διεκδικεί μια ριζοσπαστικοποίηση των κεκτημένων. Μια αλιευτική περιήγηση στον δυτικό 20ό αιώνα είναι αρκετή για να δείξει πώς ο κυρίαρχος, συστημικός Τύπος δεν έχανε ευκαιρία να μετατρέψει τη διακήρυξη της ελευθεροτυπίας σε πρακτική της προπαγάνδας.

Κατά την περίοδο του μακαρθισμού στις ΗΠΑ, ο αγώνας κατά του κομμουνισμού και η διαφύλαξη των δυτικών αξιών, ανάμεσα στις οποίες και η ελευθεροτυπία, οδήγησαν σε ένα συντονισμένο κυνήγι μαγισσών, όπου ο Τύπος δεν υστέρησε καθόλου στην παραγωγή και παραγωγή εγνωσμένα ψευδών ειδήσεων.

Αν και η κυρίαρχη γραμμή θέλει τον μακαρθισμό να αποτελεί μια ανορθολογική  στιγμή στην ιστορία ενός κράτους ελευθεριών και δικαιωμάτων,  τα πράγματα μοιάζουν να είναι πιο σύνθετα. Ειδικά μετά την απελευθέρωση της επικοινωνίας με την εικόνα, η χρήση της δημοσιογραφίας για προπαγανδιστικούς λόγους επιστρατεύεται όποτε η Δημοκρατία αποφασίζει να δώσει τις μεγάλες  μάχες της με τους κακούς. Το εμβληματικό παράδειγμα εδώ είναι ο Πόλεμος του Κόλπου, ο πρώτος σε απευθείας μετάδοση πόλεμος. Είναι γνωστό το ανέκδοτο με τον γάλλο φιλόσοφο Ζαν Μποντριγιάρ. Λίγο προτού ξεσπάσει ο πόλεμος αρθρογραφούσε κατά της πιθανότητας να συμβεί κάτι τέτοιο. Όταν τον ρωτούν μετά σχετικά με το λάθος στην πρόβλεψή του, αυτός θα απαντήσει: «Μα ποιο λάθος; Ο πόλεμος δεν έγινε».

Το παράδοξο εδώ έγκειται πώς στην τόση διαμεσολάβηση μεταξύ πραγματικότητας και αναπαράστασής της, που η συνεχής αναπαραγωγή της εικόνας επέφερε,  είναι αδύνατο να αποφανθεί κανείς για την αλήθεια που υποβαστάζει την εικόνα. Αξίζει να θυμηθούμε τη φωτογραφία ενός κορμοράνου της Βρετάνης, ο οποίος πνιγόταν στο πετρέλαιο που είχε ρίξει ο Σαντάμ Χουσεΐν στη θαλάσσια περιοχή του Περσικού Κόλπου. Η φωτογραφία έκανε τον γύρο του κόσμου, σε πρωτοσέλιδα και δελτία ειδήσεων, δίνοντας μια πολιτισμική νομιμοποίηση στον πόλεμο,  καθώς  παίζει με τα λεπτά αισθήματα του δυτικού πολίτη έναντι των δικαιωμάτων των ζώων. Η φωτογραφία αποδείχθηκε ότι τραβήχτηκε στην περιοχή ενός ναυαγίου στη Βόρεια Θάλασσα. Σε μια ανάλογη περίπτωση, τον Οκτώβριο του 1990, πολλοί δάκρυσαν  και αγανάκτησαν ακούγοντας τη Ναγίρα αλ-Σαμπάχ να περιγράφει πώς οι ιρακινοί στρατιώτες πλιατσικολογούσαν  θερμοκοιτίδες στο Κουβέιτ αφήνοντας  τα πρόωρα  νεογνά στο πάτωμα να πεθάνουν. Σύντομα θα αποκαλυφθεί ότι επρόκειτο για την κόρη του πρέσβη του Κουβέιτ και ότι η «μαρτυρία» ήταν ένα προπαγανδιστικό κατασκεύασμα για να νομιμοποιηθεί ο πρώτος Πόλεμος του Κόλπου.

Ο Πόλεμος του Κόλπου αποτέλεσε στην πραγματικότητα την πρώτη τόσο μεγάλης κλίμακας απόπειρα ελέγχου της ενημέρωσης. Εάν στον Πόλεμο του Βιετνάμ σε μεγάλο βαθμό ο Τύπος και η τηλεοπτική εικόνα συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας αρνητικής γνώμης, στον Πόλεμο του Κόλπου, πέραν των κατασκευασμένων εικόνων, είχαμε νέες μορφές χειραγώγησης, όπως για παράδειγμα τους δημοσιογράφους τους ενσωματωμένους (embedded) στις επίσημες αποστολές που ελάμβαναν μόνο την επίσημη ενημέρωση,  χωρίς άλλη δυνατότητα πρόσβασης στην εμπόλεμη ζώνη.

Μετά την πτώση των Δίδυμων Πύργων το φαινόμενο γιγαντώθηκε. Την επαύριο του χτυπήματος όχι μόνο άρχισε να ασκείται προληπτική λογοκρισία σε Μέσα που απέκτησαν τη στάμπα του ύποπτου λόγω πιθανών σχέσεων με τον αραβικό κόσμο, αλλά δημιουργήθηκε και ειδική υπηρεσία στο Πεντάγωνο, το Office of Strategic Influence, με στόχο «να εφοδιάζει ξένες επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης με ειδήσεις, ακόμα και εσφαλμένες, οι οποίες όμως θα αποτελούν τμήμα μιας στρατηγικής που σκοπό θα έχει να επηρεάσει την κοινή γνώμη και τους πολιτικούς διαμορφωτές της σε φιλικά αλλά και εχθρικά προς τις ΗΠΑ κράτη».2 Η κατακραυγή έκανε το Πεντάγωνο να διαψεύσει αρχικά και να τα μαζέψει στη συνέχεια. Λίγο αργότερα, μια παρόμοια υπηρεσία πήρε τη θέση της πρώτης. Η είσοδος σε μια περίοδο όπου η ασφάλεια ανακηρύσσεται σε πρωταρχικό δικαίωμα που δύναται να αναστείλει όλα τα άλλα μόλις είχε ανατείλει. Για άλλη μία φορά. Την ίδια στιγμή, όμως, η δυσπιστία απέναντι στην επίσημη ενημέρωση και τα συστημικά ΜΜΕ θα δώσει εκ νέου ώθηση στις θεωρίες  συνωμοσίας που με τη δύναμη του Διαδικτύου θα αποκτήσουν ιδιαίτερη διάδοση.

Τι γίνεται, όμως, στις περιπτώσεις όπου η ελευθεροτυπία και η ελευθερία πληροφόρησης ξεφεύγουν από αυτό το μοντέλο; Η περίπτωση Σνόουντεν είναι διαφωτιστική. Ο Έντουαρντ Σνόουντεν, τεχνικός που εργαζόταν στην αμερικανική Εθνική υπηρεσία Ασφάλειας (NSA) και στη CIA, διοχέτευσε στον Τύπο, το 2013, στοιχεία που αποδεικνύουν την ύπαρξη προγραμμάτων μυστικής παρακολούθησης που εφαρμόζουν οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ και της Βρετανίας. Χωρίς να έχει προηγούμενη πολιτική ή κοινωνική δράση, θα ξαναπιάσει το νήμα της παράδοσης των whistleblowers.

Το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ ανταποκρίθηκε σε αυτή την εμπράγματη έκφραση του δικαιώματος στην πληροφόρηση  απευθύνοντας στον Σνόουντεν κατηγορίες για κατασκοπεία. Να που η κληρονομιά του μακαρθισμού είναι ακόμα ζωντανή και απειλεί. Και ενώ  ο Σνόουντεν κρύβεται κάπου στη Ρωσία,διαφεύγοντας τη σύλληψη, έχει ήδη καταφέρει να γίνει ταινία.

Βέβαια, εάν ο Σνόουντεν πλήρωσε  τις αποκαλύψεις  του με την υποχρεωτική του υπερορία, η Τσέλσι Μάνινγκ (η οποία προηγουμένως ήταν γνωστή ως ο στρατιώτης Μπράντλεϊ Έντουαρντ Μάνινγκ), που αποκάλυψε  πλήθος ντοκουμέντων για την αμερικανική βαρβαρότητα στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, σήμερα είναι καταδικασμένη σε φυλάκιση 35 ετών σε μια φυλακή υψίστης ασφαλείας του αμερικανικού στρατού.

Στη Γηραιά  Ήπειρο το καλύτερο ίσως παράδειγμα  της χειραγωγητικής λογικής του συστημικού Τύπου είναι η Γερμανία του ’60. Εν μέσω της φοιτητικής ριζοσπαστικοποίησης που ανέδειξε τις αντιφάσεις της μεταπολεμικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, ανάμεσα στην πρόσδεση  στη Δύση και τον «εξ ανατολών κίνδυνο», αυτός που ανέλαβε να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά με στόχο τη χειραγώγηση της κοινής γνώμης υπήρξε ο μεγαλοεκδότης Άξελ Σπρίνγκερ. Με ναυαρχίδα τη σκανδαλοθηρική  εφημερίδα Bild ο Σπρίνγκερ κατασυκοφάντησε το φοιτητικό κίνημα, οδηγώντας εν πολλοίς  στη διαμόρφωση  του κλίματος που οδήγησε στην απόπειρα δολοφονίας  κατά του Ρούντι Ντούτσκε, ηγετικής μορφής των αριστεριστών. Παρόμοια θα είναι η λειτουργία της εφημερίδας και στη δημιουργία κλίματος κατά της οργάνωσης  «Φράξια Κόκκινος Στρατός» της Ούλρικε Μάινχοφ και του Αντρέας Μπάαντερ. Η πολιτική χρησιμότητα μιας κίτρινης εφημερίδας θα γίνει έκτοτε κοινός τόπος της ομαλής δημοκρατικής λειτουργίας του πολιτεύματος. Στα καθ’ ημάς αρκεί το παράδειγμα της Αυριανής.

Η ρωσία ως δυτική χώρα

Από τα καλύτερα  παραδείγματα της ειδικά δυτικής σχέσης μεταξύ ελευθερίας του Τύπου, χειραγώγησης και αφηρημένων αξιών είναι η μετακομμουνιστική Ρωσία. Η πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού χαιρετίστηκε ως η μετάβαση της Ρωσίας από τον ολοκληρωτισμό στη δημοκρατία. Η φιλελεύθερη ουτοπία του Τέλους της Ιστορίας είδε στην επικράτηση των δυνάμεων της αγοράς μια συνολική αναβάπτιση της κραταιής δύναμης των δύο ηπείρων σε φιλελεύθερη δημοκρατία.

Τριάντα σχεδόν χρόνια μετά, και με το δεδομένο  της εξέλιξης της Κίνας, είναι να απορεί κανείς για το πώς και το πόσο μπορεί να θεωρηθεί η Ρωσία κανονική δυτική χώρα. Και το ερώτημα είναι διπλής απεύθυνσης. Με έναν καλπάζοντα καπιταλισμό, που έχει ενσωματώσει πλήρως της παλαιές ελίτ του σοβιετικού καθεστώτος και μια κοινωνία των πολιτών σε χειμερία νάρκη, η Ρωσία από τη μια μοιάζει να βρίσκεται στον αντίποδα αυτού που γνωρίζουμε ως Δυτικό. Από την άλλη όμως μοιάζει να ενσαρκώνει  το κατεξοχήν δυτικό όνειρο: μια καθεστωτική επικράτηση των οικονομικών σχέσεων που έχουν κάνει το εποικοδόμημα  ανενεργό στην ανάδρασή του. Όπως συχνά λέγεται, αν θεωρούμε  ότι ο γάμος καπιταλισμού και δημοκρατίας είναι καμωμένος από έρωτα, παραδείγματα όπως της Ρωσίας ή της Κίνας αποδεικνύουν πως είναι ένα δύσκολα στην εκτέλεση συνοικέσιο.

Σε σχέση με την ελευθερία του Τύπου, αυτό αποδεικνύεται με τη φωτεινότητα πρωτοσέλιδου ταμπλόιντ. Σε μια χώρα όπου ουσιαστικά ο Πούτιν έχει αναγορευθεί σε ισόβιο κυρίαρχο, εκμεταλλευόμενος πλήρως ένα άβουλο πολιτικό σύστημα, η άσκηση της δημοσιογραφικής πρακτικής που δεν υπακούει  στις χειραγωγικές επιταγές της εξουσίας καθίσταται ένα άκρως επικίνδυνα extreme sport. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Άννας Πολιτκόφσκαγια. Η διάσημη δημοσιογράφος της Novaya Gazeta πυροβολήθηκε θανάσιμα στο ασανσέρ της πολυκατοικίας όπου έμενε στη Μόσχα τον Οκτώβριο του 2006, σε ηλικία 48 ετών. Ο λόγος; Τα επικριτικά κείμενά της για την πολιτική του Κρεμλίνου στην Τσετσενία και η συνεχής υπόμνηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Την ημέρα δε της δολοφονίας της θα παρέδιδε άρθρο σχετικά με τις μεθόδους  βασανισμού της φιλορωσικής τσετσενικής κυβέρνησης.

Η Πολιτκόφσκαγια δεν  είναι  η μόνη.  Η Committee to Protect Journalists έχει καταγράψει πάνω από 20 δολοφονίες δημοσιογράφων στη Ρωσία, ενώ πολλαπλάσιες είναι οι βίαιες επιθετικές ενέργειες. Σε ένα τέτοιο κλίμα, από ένα σημείο και μετά δρα η αυτολογοκρισία. Ο φόβος του κλεισίματος συντάσσει τα περισσότερα Μέσα στην κεντρική γραμμή.

Καταλαβαίνει κανείς ότι όλα αυτά προβληματοποιούν είτε το πώς μπορεί να τοποθετήσει κανείς τη μετακομμουνιστική Ρωσία στις δυτικές δημοκρατίες ή το πώς οι δυτικές δημοκρατίες λειτουργούν αν δεν θέλουν επ’ ουδενί να είναι κομμουνιστικές. Όπως εξάλλου στις δυτικές δημοκρατίες, έτσι και στη Ρωσία του Πούτιν η δικαιολόγηση των αποκλίσεων από τα αφηρημένα ιδανικά του Διαφωτισμού εδράζεται στην επίκληση της ίδιας εξωτερικής απειλής: είτε αυτή ονομάζεται κομμουνισμός στην περίπτωση τόσο του μακαρθισμού όσο και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, είτε στυγνή δικτατορία στην περίπτωση του Σαντάμ Χουσεΐν, είτε τρομοκρατία στην περίπτωση της Αμερικής μετά την 11η Σεπτεμβρίου ή του Πούτιν, σωτήρα της Ρωσίας από τους Τσετσένους.

Διαμαρτυρία υπέρ της Τσέλσι μάνινγκ

Ελευθερία του Τύπου, ένα ωραίο στόρι

Μέσα από όλες αυτές τις περιπτώσεις, που καλύπτουν μια ελάχιστη επιφάνεια της επικράτειας των αντινομιών της ελευθεροτυπίας, αποδεικνύεται πόσο ωραίο δημοσιογραφικό στόρι είναι εντέλει το αίτημα της ελευθερίας του Τύπου. Οι δυτικές δημοκρατίες φωνάζουν με κάθε τρόπο πόσο συστατική της ιδιοσυγκρασίας τους είναι αυτή η ελευθερία. Είδαμε ότι αυτή η απαίτηση αυτοπροσδιορισμού είναι αρκετά έωλη, στον βαθμό που η ελευθερία αυτή όχι μόνο δεν είναι απροϋπόθετη, αλλά έχει και συγκεκριμένες  απαιτήσεις πειθάρχησης σε περιεχόμενα που έχουν σχέση με την άσκηση της εξουσίας, πολιτικής και οικονομικής.

Όμως και η ίδια η σχέση των δυτικών δημοκρατιών με την ελευθερία του Τύπου σε άλλες περιοχές του πλανήτη δείχνει μια παρόμοια αμφιθυμία. Όχι πολύ μακριά στον χρόνο, μόλις πέρυσι, οι ευρωπαίοι ηγέτες πόζαραν με φωτογένεια παρέα με τον Αχμέτ Νταβούτογλου. Την ίδια στιγμή, αστυνομικοί εισέβαλλαν  σε όσες τουρκικές εφημερίδες δεν ήταν αρεστές στο καθεστώς. Οι λεπτές γεωπολιτικές ισορροπίες, οξυμένες μπροστά στο φλέγον Προσφυγικό, έθεταν ταυτοτικά, υποτίθεται,  ζητήματα για τη Δύση, όπως η ελευθερία, σε δεύτερη μοίρα.

Την ίδια περίοδο, όπως μας θυμίζει ο Άρης Χατζηστεφάνου, ο Μοχάμεντ μπιν Ναγέφ, διάδοχος πρίγκιπας της Σαουδικής Αραβίας, ο οποίος θεωρείται από τους μεγαλύτερους  εχθρούς της δημοκρατίας και της ελευθεροτυπίας στο Βασίλειο των Σαούντ, παίρνει το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής στη Γαλλία. Η απονομή έχει μια σαφή εξήγηση: «ο Μοχάμεντ μπιν Ναγέφ είναι μεταξύ άλλων ο ενορχηστρωτής της εισβολής στην Υεμένη, η οποία εκτόξευσε τις πολεμικές δαπάνες του σαουδαραβικού βασιλείου και επέτρεψε στην πολεμική βιομηχανία της Γαλλίας να πουλήσει όπλα αξίας 12 δισεκατομμυρίων δολαρίων».3

Να που και το οικονομικό προηγείται του αξιακού. Διερευνώντας κανείς ανάλογες περιπτώσεις θα δει μια ενδιαφέρουσα εργαλειακή χρήση της ελευθερίας του Τύπου, κατά το πρότυπο και των άλλων αφηρημένων δυτικών ελευθεριών. Καθεστώτα που προσφέρουν υπηρεσίες  χρήσιμες στη Δύση έχουν μια αντιμετώπιση πιο χαλαρή, ενώ καθεστώτα που δεν αποδεικνύονται  το ίδιο συνεργάσιμα όχι απλώς απαξιώνονται, αλλά τους κρούουν και τον κώδωνα του κινδύνου. Έτσι, μεταξύ του να αποτελεί αξιακό και ρυθμιστικό αίτημα, η ελευθερία του Τύπου συνιστά και ένα βολικό ιδεολόγημα που χρησιμοποιείται και πολεμικά. Για να πλήξει έναν αντίπαλο όταν αυτό  είναι  θεμιτό.  Και που, σαν κάθε καλό τσεκούρι του πολέμου, θάβεται μετά βαΐων και κλάδων για να καπνίσουν οι ενδιαφερόμενοι την πίπα της ειρήνης.

Ακροβατώντας ανάμεσα στην ελευθερία  και τη χειραγώγηση, ο Τύπος στη Δύση ξέρει ότι δεν θα έχει κανένα πρόβλημα στην κυρίαρχη μορφή του όσο επιτελεί τις αποδιδόμενες σε αυτόν από το σύστημα λειτουργίες. Στις παρυφές του συστήματος, υπάρχουν και αυτοί που παλεύουν  καθώς θεωρούν  ότι πρέπει να τους «έχουν θεωρήσει καλύτερους απ’ ό,τι είναι»…

___

  1. Ονορέ ντε Μπαλζάκ, Χαμένες ψευδαισθήσεις, μτφ. Μπ. Λυκούδης, Εξάντας, Αθήνα, σ. 484
  2. Ιος, «Ο πόλεμος του ψέματος», Ελευθεροτυπία, 22/03/03, http://bit.ly/2jm3Q8l
  3. Άρης Χατζηστεφάνου, «Ελευθερία του Τύπου: αυτή η μάστιγα», Εφημερίδα των Συντακτών, 11/3/2016, http://bit.ly/2irkxzC
About Χρήστος Νάτσης (8 Articles)
Ο Χρήστος Νάτσης είναι υποψήφιος διδάκτορας στο τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Από τον Οκτώβριο 2015 είναι Υπεύθυνος Πολιτιστικών του περιοδικού UNFOLLOW, όπου επίσης γράφει πολιτικά άρθρα.