Η καταστολή του τύπου στην Τουρκία

Επί χρόνια, σε καθημερινή βάση, καταγράφονται συλλήψεις δημοσιογράφων. Οι απολύσεις, οι επιθέσεις και οι εξοντωτικές καταδίκες συνιστούσαν ανέκαθεν την κανονικότητα της «ελευθερίας» του Τύπου στη γείτονα χώρα. Ωστόσο, μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου, το πογκρόμ που εξαπολύθηκε κατά του Τύπου πήρε πρωτόγνωρες διαστάσεις.

Τέλη Δεκεμβρίου του 2016, εκατό τούρκοι δημοσιογράφοι και εκπρόσωποι μέσων μαζικής ενημέρωσης συγκεντρώθηκαν προκειμένου να στείλουν τις ευχές για το νέο έτος και την αλληλεγγύη τους στους φυλακισμένους συναδέλφους τους. Οι συγκεντρωμένοι δημοσιογράφοι φωτογραφήθηκαν και ευχήθηκαν καλή λευτεριά στους εκατοντάδες φυλακισμένους συναδέλφους τους, που με ρυθμούς γεωμετρικής προόδου στοιβάζονται στις τουρκικές φυλακές  αντιμετωπίζοντας εξοντωτικές ποινές. Μεγάλη αποκοτιά και εξαιρετικά ριψοκίνδυνη ενέργεια. «Στο παρελθόν οι δημοσιογράφοι στην Τουρκία δολοφονούνταν. Αυτή η κυβέρνηση όμως δολοφονεί την ίδια τη δημοσιογραφία» επισήμανε γλαφυρά δημοσιογράφος στην οργάνωση Human Rights Watch.

Οι αλληλέγγυοι δημοσιογράφοι κοινοποίησαν τη φωτογραφία στο Twitter με το hashtag #2017deGazetecilereÖzgürlük (Ελευθερία για τους δημοσιογράφους το 2017). Λίγο μετά, ένας από τους συμμετέχοντες συνελήφθη από δικαστήριο της Κωνσταντινούπολης κατηγορούμενος για διασπορά τρομοκρατικής προπαγάνδας. Σε σχετική ψηφιακή πλατφόρμα φιγουράρουν τα ονόματα των συλληφθέντων δημοσιογράφων, όπως ο αριθμός τους προσδιορίστηκε έως τα τέλη του περασμένου έτους.1

Συνολικά 145 δημοσιογράφοι έχουν τεθεί υπό κράτηση αναμένοντας τις δίκες τους από τους οποίους οι 114 κατηγορήθηκαν μετά την απόπειρα πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου και 31 πριν από την ημερομηνία αυτή. Οι αριθμοί αυτοί είναι εν πολλοίς συμβολικοί, καθώς σε καθημερινή βάση καταγράφονται συλλήψεις ανθρώπων του Τύπου, ενώ και πριν από το αποτυχημένο πραξικόπημα οι συλλήψεις, οι απολύσεις, οι επιθέσεις και οι εξοντωτικές καταδίκες συνιστούσαν την κανονικότητα της «ελευθερίας» του Τύπου στη γείτονα χώρα.

Ωστόσο, μετά τη 15η Ιουλίου το πογκρόμ που εξαπολύθηκε κατά του Τύπου πήρε πρωτόγνωρες διαστάσεις. Η Επιτροπή για την Προστασία των Δημοσιογράφων (Committee to Protect Journalists, CPJ) επισημαίνει στην ετήσια έκθεσή της που δημοσιεύτηκε τον περασμένο μήνα ότι από το 1990 που συλλέγει στοιχεία για τις διώξεις δημοσιογράφων σε όλο τον κόσμο, δηλαδή εδώ και σχεδόν 30 χρόνια, ο μεγαλύτερος αριθμός συλληφθέντων δημοσιογράφων καταγράφεται το 2016, με την Τουρκία να σημειώνει επιπροσθέτως ρεκόρ διώξεων σε σχέση με κάθε άλλη χώρα και περισσότερο από ποτέ.

«Δίπλα στην Ευρώπη ένα πραγματικό κυνήγι μαγισσών έχει ρίξει στη φυλακή δεκάδες δημοσιογράφους και έχει καταστήσει την Τουρκία τη μεγαλύτερη φυλακή για το επάγγελμα. Σε έναν χρόνο το καθεστώς του τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει εξαφανίσει κάθε πλουραλισμό στα μέσα ενημέρωσης μπροστά σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση που αντιδρά πολύ μετριοπαθώς στο θέμα» υποστήριξε η οργάνωση Ρεπόρτερ Χωρίς Σύνορα.

Από την πλευρά του, ο πρώην αρχισυντάκτης της τουρκικής αντιπολιτευόμενης εφημερίδας Τζουμχουριέτ, ο Τζαν Ντουντάρ, ο οποίος κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε από τις τουρκικές αρχές για διαρροή κρατικών μυστικών επιτυγχάνοντας εντέλει τη διαφυγή του στη Γερμανία, κατήγγειλε σε συνέντευξη Τύπου στο Στρασβούργο ότι «η Τουρκία είναι η μεγαλύτερη φυλακή δημοσιογράφων». Μια απέραντη φυλακή δημοσιογράφων σε μια χώρα όπου οι μαζικές διώξεις έχουν προσλάβει τόσο μαζικό χαρακτήρα, που οι κανονικές φυλακές δεν επαρκούν και επιτάσσονται ακόμη και χώροι συναθροίσεων για τον σκοπό αυτό.

Πίσω από τον τοίχο, μπροστά από τον τοίχο της φυλακής

«Οι φίλοι μου, οι συνάδελφοί μου από την εφημερίδα βρίσκονται στη φυλακή. Τα εγγόνια μου με ρωτάνε: “θα συλλάβουν κι εσένα; Δεν φοβάσαι”;» σημειώνει στο Report βραβευμένη αρθρογράφος σε μεγάλης κυκλοφορίας καθημερινή εφημερίδα της γειτονικής χώρας. Ευλόγως ζητά να μην αποκαλυφθεί στη σύντομη συνομιλία μας ούτε το όνομά της, ούτε το όνομα της εφημερίδας στην οποία ακόμη αρθρογραφεί. «Κανείς δεν γνωρίζει πότε θα τελειώσει αυτός ο εφιάλτης» προσθέτει. Και απαριθμεί τον θλιβερό κατάλογο: «145 δημοσιογράφοι στη φυλακή με την κατηγορία της τρομοκρατίας, περισσότεροι από 780 δημοσιογράφοι των οποίων οι δημοσιογραφικές ταυτότητες έχουν κατασχεθεί όπως και τα διαβατήρια 56.000 και πλέον πολιτών. 177 μιντιακοί οργανισμοί έχουν κλείσει και συγκεκριμένα 45 εφημερίδες, 18 τηλεοπτικά κανάλια, 23 ραδιοφωνικοί σταθμοί, τρία ειδησεογραφικά πρακτορεία καθώς και 29 εκδοτικοί οίκοι. Επίσης 3.750 άτομα προσήχθησαν για τον τρόπο που κάνουν χρήση των κοινωνικών δικτύων, με τους 656 από αυτούς να βρίσκονται ήδη στη φυλακή». Η ίδια βιώνει το μαρτύριο της αναμονής της επικείμενης σύλληψής της.

Για τον Σεΐτ Αλντογκάν, ανταποκριτή στην Ελλάδα του Hayat TV (κανάλι στο οποίο επιβλήθηκε σιγή μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα) και της αριστερής εφημερίδας Evrensel, οι τουρκικές φυλακές είναι ένας γνώριμος τόπος. Ο ίδιος, σε ηλικία μόλις 20 ετών, συνελήφθη και πέρασε έξι χρόνια από τη ζωή του σε αυτές. «Η ιστορία της Αριστεράς στην Τουρκία γράφτηκε μέσα στις φυλακές.

Η Αριστερά στην Τουρκία γεννήθηκε μέσα στις φυλακές» σχολιάζει με πικρό χαμόγελο. «Για μένα η φυλακή υπήρξε το μεγαλύτερο πανεπιστήμιο• εκεί μέσα μορφώθηκα, εκεί έμαθα την αλληλεγγύη και τη συντροφικότητα, εκεί έμαθα να αγαπάω και να σέβομαι τον άνθρωπο» προσθέτει. Ο Σεΐτ υποβλήθηκε σε αποτρόπαια βασανιστήρια, βρέθηκε πολλές φορές στην απομόνωση, έκανε πολυήμερη απεργία πείνας και δεν έσπασε ποτέ.

«Στη νεότερη ιστορία της Τουρκίας κάθε δέκα χρόνια γίνεται ένα πραξικόπημα. Ο πρώτος στόχος είναι πάντα τα ΜΜΕ. Στην ιστορία της Τουρκίας ουδέποτε υπήρξε κουλτούρα δημοκρατίας, δεν υπάρχει δημοκρατική παράδοση. Πρέπει να γίνει κατανοητό αυτό. Η πλήρης φίμωση του Τύπου με παραπέμπει στο πρώτο διάταγμα περί δημοσίευσης που εκδόθηκε το 1864 στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Με αυτό απαγορευόταν οποιαδήποτε κρίση για το πρόσωπο του Σουλτάνου, της οικογένειάς του και των πράξεών τους. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από τις ενώσεις δημοσιογράφων στην Τουρκία, έως το 2011 και κατά τη χρονική περίοδο 103 ετών, 112 δημοσιογράφοι και συγγραφείς δολοφονήθηκαν. Εκατόν πενήντα τρία χρόνια μετά, τα πράγματα δεν έχουν βελτιωθεί, αντίθετα έχουν χειροτερέψει. Οι ποινές που επιβάλλονται στους δημοσιογράφους είναι εξοντωτικές… Περισσότεροι από

3.000 δημοσιογράφοι διώκονται για προσβολή του Ερντογάν, κατηγορία που συνεπάγεται βαρύτατες ποινές, ενώ οι σκιτσογράφοι διώκονται με την κατηγορία ότι “προκάλεσαν βαθύτατη θλίψη στον Ερτογάν και την οικογένειά του με τα σκίτσα τους”» λέει ο Σεΐτ για να καταλήξει: «Είναι πολύ περισσότεροι από 10.000 οι δημοσιογράφοι που έχουν χάσει τις δουλειές τους. Αν προσθέσουμε δε τα όμορα επαγγέλματα στον χώρο του Τύπου, ενδεχομένως ο αριθμός τους να προσεγγίζει τις 20.000. Σήμερα που μιλάμε άλλοι δύο δημοσιογράφοι καταδικάστηκαν σε φυλάκιση 51/2 χρόνων.  Είναι οι δημοσιογράφοι Ερσίν Τσακσού και Χαραίν Επλί της εφημερίδας Demokrasi».

Την περίοδο μεταξύ του 1990-94 καταγράφηκαν 18 δολοφονίες κούρδων δημοσιογράφων: «Γίναμε μια παράξενη, παρανοϊκή χώρα. Οι δημοσιογράφοι στη νοτιοανατολική Τουρκία συλλαμβάνονται σαν τρομοκράτες απλώς και μόνο για όσα γράφουν. Βρίσκονται σε πολύ χειρότερη κατάσταση από εμάς» είχε δηλώσει στο πλαίσιο μιας έρευνας που διεξήχθη από τη CPJ το 2011 ο γνωστός ερευνητής δημοσιογράφος Νεντίμ Σενέρ, που κατηγορήθηκε για συμμετοχή στην υπόθεση Ergenekon και φυλακίστηκε για περισσότερο από έναν χρόνο μαζί με τον Αχμέτ Σικ, βραβευμένο δημοσιογράφο. Πού να ήξερε ότι πλέον στην Τουρκία αν δεν δηλώσεις φιλοκυβερνητικός δημοσιογράφος θεωρείσαι αυτόματα τρομοκράτης…

Πριν από την απόπειρα πραξικοπήματος

Το 2012 η CPJ συντάσσει πόρισμα για τις εκτεταμένες ποινικές διώξεις και φυλακίσεις δημοσιογράφων στην Τουρκία επισημαίνοντας  ότι η ελευθερία του Τύπου στην Τουρκία πλήττεται σφοδρά. Όπως τόνιζε στο πόρισμά της η CPJ, «η κυβέρνηση του πρωθυπουργού (και νυν προέδρου) Ερντογάν έχει εξαπολύσει τη μεγαλύτερη καταστολή ελευθερίας του Τύπου στην πρόσφατη ιστορία. Οι Αρχές έχουν φυλακίσει δημοσιογράφους σε μαζική κλίμακα με κατηγορίες για τρομοκρατία και αντικυβερνητική στάση, έχουν δρομολογηθεί χιλιάδες άλλες ποινικές διώξεις με κατηγορίες όπως η δυσφήμηση της Τουρκίας ή η επιρροή δικαστικών λειτουργών και έχουν επιβάλει τακτικές πίεσης για να εδραιώσουν την αυτολογοκρισία. Ο Ερντογάν έχει αποδοκιμάσει δημοσίως δημοσιογράφους […] απέλυσε άλλους, ενώ κατέθεσε πολυάριθμες αγωγές για συκοφαντική δυσφήμηση […] Τον Αύγουστο του 2012 η επιτροπή εντόπισε 76 φυλακισμένους δημοσιογράφους με τη συνηθέστερη κατηγορία να αφορά συμμετοχή σε συνωμοσίες κατά της κυβέρνησης με στόχο την ανατροπή της μέσω στρατιωτικού πραξικοπήματος».

Οι διατάξεις του ποινικού κώδικα που χρησιμοποιούνται για την απόδοση των κατηγοριών είναι εξαιρετικά γενικόλογες και περιλαμβάνουν «τη διάπραξη εγκλημάτων για λογαριασμό μιας οργάνωσης», τη «διεξαγωγή προπαγάνδας για μια οργάνωση και τους στόχους της» κτλ. Οποιαδήποτε επιχείρηση δημοσιογραφικής έρευνας σκοντάφτει στις απαγορεύσεις του ποινικού κώδικα που αφορούν την «παραβίαση του απορρήτου μιας έρευνας» ή την «επιρροή μιας δίκαιης δίκης» ποινικοποιώντας εκ προοιμίου δημοσιογραφικά ρεπορτάζ ως προς τα πεπραγμένα των αστυνομικών και δικαστικών αρχών. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι, σύμφωνα με τις τουρκικές οργανώσεις Τύπου, έως το τέλος του 2011 εκκρεμούσαν σχεδόν 5.000 ποινικές υποθέσεις εναντίον δημοσιογράφων. Επίσης, τον Αύγουστο του 2012 περίπου το 70% των ατόμων που φυλακίστηκαν ήταν κούρδοι δημοσιογράφοι, οι οποίοι κατηγορήθηκαν για υποβοήθηση της τρομοκρατίας. Με βάση τον αντιτρομοκρατικό νόμο, που εισήχθη το 1991 με στόχο την καταστολή της κουρδικής εξέγερσης, βασικές δραστηριότητες του δημοσιογραφικού επαγγέλματος, όπως ανάθεση μιας συνέντευξης, μετάδοση πληροφοριών κτλ., χαρακτηρίζονται από τους εισαγγελείς «συμμετοχή σε τρομοκρατική επιχείρηση». «Ο αντιτρομοκρατικός νόμος έχει χρησιμοποιηθεί σαν ρόπαλο εναντίον κούρδων δημοσιογράφων, τόσο τα παλαιότερα χρόνια όσο και τα τελευταία δύο χρόνια με ιδιαίτερη συχνότητα, σύμφωνα με την έρευνα της CPJ» τονίζεται στο πόρισμα. «Τα άρθρα, η αλληλογραφία μου, οι συζητήσεις πάνω στους τίτλους των ειδήσεων και τα αιτήματα για νέα και οπτικό υλικό από τους ρεπόρτερ χαρακτηρίστηκαν “διαταγές” και “δραστηριότητα” εξ ονόματος μιας απαγορευμένης ομάδας» τόνιζε σε επιστολή του από τη φυλακή το 2012 ο Ταγίπ Τεμέλ, αρχισυντάκτης της Azadiya Welat, της μοναδικής καθημερινής κουρδόφωνης εφημερίδας στην Τουρκία. Όταν οι λέξεις είναι εμπόδιο καταργούμε ακόμη και τις λέξεις. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι το 2012 το Συμβούλιο της Επικρατείας απαγόρευσε τη χρήση της λέξης «αντάρτης» στην τηλεόραση σε σχέση με το PKK, καθώς, όπως υποστήριξε, η χρήση της θα νομιμοποιούσε τους τρομοκράτες και την τρομοκρατία…

Όπως επισημαίνουν αναλυτές κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας της, η κυβέρνηση του ΑΚP επεδίωξε ορισμένες νομικές μεταρρυθμίσεις με το βλέμμα στραμμένο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. «Ένα σημαντικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Τουρκική Δημοκρατία είναι ότι κάθε φορά που ένα πολιτικό κόμμα αποκτά εξουσία, καταστέλλει τον Τύπο και δεν δέχεται καμία κριτική. Η κυβέρνηση του AKP έχει διατηρήσει αυτή την αρνητική συνήθεια και αύξησε την πίεση στον Τύπο κατά τη διάρκεια της τρίτης θητείας της» δήλωσε χαρακτηριστικά η Γκιουλσούν Μπιλγκεχάν, βουλευτής του αντιπολιτευόμενου Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος.

Οι εισαγγελείς σε όλη τη χώρα εργάζονται  πυρετωδώς για την εκδίκαση υποθέσεων εναντίον δημοσιογράφων σε μια επιχείρηση κατάπνιξης κάθε ανταπόκρισης με υπόνοια έστω κριτικής έναντι της κυβέρνησης και του βαθέος κράτους.

Η καθημερινή Hürriyet καθώς και άλλα μέσα ενημέρωσης που ανήκουν στον όμιλο Dogan ξεκίνησαν να δημοσιεύουν ιστορίες το 2008 για μια γερμανική έρευνα σχετικά με μια φιλανθρωπική οργάνωση που εικαζόταν ότι διοχέτευε χρήματα σε στελέχη του AKP. Το γεγονός εξόργισε τον Ερντογάν ο οποίος προέτρεψε τους οπαδούς του: «Μην αγοράζετε εφημερίδες που λένε ψέματα». Την επόμενη χρονιά, η κυβέρνηση ερεύνησε μια υπόθεση φοροδιαφυγής και επέβαλε πρόστιμο στην εταιρεία ύψους 2,5 δισ. δολαρίων. Τα στελέχη του Ομίλου Dogan κατάφεραν να διαπραγματευτούν μια μείωση του προστίμου κατά 600 εκατ. δολάρια, έχοντας αντικαταστήσει τον συντάκτη της Hürriyet και πουλήσει διάφορα περιουσιακά στοιχεία του ομίλου συμπεριλαμβανομένης της καθημερινής Milliyet.

Αξίζει να σημειωθεί ότι μεγάλο μέρος των μέσων ενημέρωσης της Τουρκίας εντάσσεται σε ομίλους με ποικίλες μετοχές στον τομέα των κατασκευών, των τραπεζών, του τουρισμού και της οικονομίας, με αποτέλεσμα να καθίστανται εξαιρετικά ευάλωτες έναντι των πολιτικών πιέσεων, σύμφωνα με έρευνα που διεξήχθη το 2010 από το Ευρωπαϊκό Κέντρο Δημοσιογραφίας.

Το 2014-15 ο Ερντογάν σκληραίνει ακόμη περισσότερο τη στάση του έναντι του Τύπου. Στο στόχαστρο τίθενται άπαντες• από τους Κεμαλιστές, την Αριστερά, το κίνημα του Γκιουλέν, τους υποστηρικτές των Κούρδων. Σύμφωνα με τον ειδησεογραφικό  οργανισμό Bianet, κατά τη διάρκεια τριών μηνών, από τον Ιούλιο έως και τον Σεπτέμβριο του 2015, 178 ειδήσεις, 101 ιστοσελίδες, 40 λογαριασμοί του Twitter, 3 τηλεοπτικά κανάλια, 3 περιοδικά με γελοιογραφίες, 2 βιβλία και μία ταινία υπέστησαν λογοκρισία. Επίσης 40 δημοσιογράφοι και εργαζόμενοι στα ΜΜΕ τέθηκαν υπό κράτηση, ενώ 21 δημοσιογράφοι, τρεις οργανισμοί ΜΜΕ και ένα τυπογραφείο δέχθηκαν επιθέσεις. Από την εισαγγελία ζητήθηκε η καταδίκη 28 δημοσιογράφων σε κάθειρξη συνολικά 430 χρόνων και 6 μηνών, με βάση τον αντιτρομοκρατικό νόμο, ενώ άλλοι 60 δημοσιογράφοι διώχθηκαν βάσει του τουρκικού ποινικού κώδικα.

Η κυβέρνηση στο ενδιάμεσο συνταράσσεται από σοβαρές κατηγορίες περί διαφθοράς και ο Ερντογάν επιτίθεται λυσσωδώς στο «παράλληλο κράτος», όπως αποκαλεί το κίνημα του Γκιουλέν. Τον Οκτώβρη του 2015, λίγο πριν από τις εκλογές, η αστυνομία πραγματοποιεί έφοδο στα γραφεία του Ομίλου Μέσων Ενημέρωσης Ipek, διακόπτοντας τη μετάδοση δύο τηλεοπτικών καναλιών και την έκδοση δυο καθημερινών εντύπων.

Αρχικά οι δυνάμεις ασφαλείας διέλυσαν κάνοντας χρήση δακρυγόνων και αντλιών νερού τους συγκεντρωμένους εργαζόμενους που προσπάθησαν να υπερασπιστούν τα γραφεία τους και κρατούσαν πανό στα οποία έγραφαν «Το Bugun δεν θα σωπάσει». Στη συνέχεια η αστυνομία εισέβαλε στο κτίριο, σύμφωνα με τις εικόνες που μετέδωσε το Bugun TV στον ιστότοπό του. Αστυνομικοί και οι νέοι επίτροποι του ομίλου που διορίστηκαν από τη Δικαιοσύνη μπήκαν στην αίθουσα κεντρικού ελέγχου των δύο τηλεοπτικών δικτύων. «Αγαπητοί τηλεθεατές, μην εκπλαγείτε αν δείτε την αστυνομία στο στούντιό μας τα επόμενα λεπτά» είχε προειδοποιήσει ο αρχισυντάκτης Ταρίκ Τορός. Ακολούθως οι διοικήσεις του ομίλου αντικαταστάθηκαν και 71 δημοσιογράφοι απολύθηκαν. Σύμφωνα με την Αναφορά Ελευθερίας Τύπου της Ένωσης Εκδοτών Τουρκίας, στο διάστημα από τον Ιούνιο του 2014 έως τον Ιούνιο του 2015, ασκήθηκαν 392 διώξεις σε εκδότες και αρθρογράφους για προσβολή του Ερντογάν. Σε μια επίδειξη ιδιότυπου χιούμορ, πάντως, ο Ερντογάν υποστήριζε με σθένος ότι «πουθενά στον κόσμο δεν υπάρχει μεγαλύτερη ελευθερία του Τύπου», τεκμηριώνοντας την άποψή του αυτή στη συχνότητα των προσβολών που ο ίδιος και η οικογένειά του δέχονται. Ωστόσο, το χιούμορ τον εγκατέλειψε όταν λίγο μετά την εκλογή του ως προέδρου γελοιογραφία τον απεικόνιζε να φτάνει στο προεδρικό μέγαρο λέγοντας: «Τι ήπια γιορτή. Θα μπορούσαμε τουλάχιστον να έχουμε θυσιάσει έναν δημοσιογράφο». Στους δύο σκιτσογράφους επιβλήθηκε πρόστιμο 2.500 ευρώ.

Τον Νοέμβριο του 2015, δύο διευθυντικά στελέχη της εφημερίδας Cumhuriet, ο Τζαν Ντουντάρ και ο Ερντέμ Γκιουλ, συλλαμβάνονται για το αποκαλυπτικό δημοσίευμα της εφημερίδας τους όπου εμφανίζονταν φορτηγά της Εθνικής υπηρεσίας Πληροφοριών (MIT) να μεταφέρουν όπλα στη Συρία. «Οι δημοσιογράφοι θα το πληρώσουν άσχημα αυτό» δήλωσε ο τούρκος πρόεδρος σε ζωντανή εκπομπή. Ο Τ. Ντουντάρ καταδικάστηκε σε 5 χρόνια και 10 μήνες φυλάκιση για αποκάλυψη απόρρητων κρατικών πληροφοριών, επέζησε από απόπειρα δολοφονίας και στη συνέχεια διέφυγε στο εξωτερικό. Ο εισαγγελέας της Κωνσταντινούπολης στις 11 Ιανουαρίου του 2017 εισηγήθηκε ποινή 10 ετών κάθειρξης για τους δύο δημοσιογράφους για την «εν γνώσει τους στήριξη της ένοπλης τρομοκρατικής οργάνωσης χωρίς να είναι μέλη της».

Καφκικές δίκες

Τα κατηγορητήρια, σημείωνε στο παλαιότερο πόρισμά της (2011-12) η CPJ, «μοιάζουν να είναι βγαλμένα από μυθιστόρημα του Όργουελ. Ένας δημοσιογράφος κηρύσσεται ύποπτος και ένας άλλος κατηγορείται ότι επικοινωνούσε με τον πρώτο».

Χατίς Ντουμάν: εκδότρια του εβδομαδιαίου σοσιαλιστικού εντύπου Atιlιm, καταδικάστηκε το 2003 σε ισόβια κάθειρξη κατηγορούμενη ως μέλος του απαγορευμένου Μαρξιστικού Λενινιστικού Κομμουνιστικού Κόμματος και για «επιχείρηση ανατροπής του πολιτεύματος με τη βία». Στη συνέχεια κατηγορήθηκε για κατοχή οπλισμού και πλαστογραφία. Η ποινή της επικυρώθηκε από το Ανώτατο Εφετείο, ενώ οι δικηγόροι της προσέφυγαν στο Συνταγματικό Δικαστήριο, καθώς όλη η διαδικασία χαρακτηρίστηκε παράτυπη – από τη συλλογή των στοιχείων έως και την απόρριψη του αιτήματός της να εκπροσωπηθεί από δικούς της δικηγόρους. Το Συνταγματικό Δικαστήριο αποφάνθηκε υπέρ της για επανεκδίκαση της υπόθεσης.

Κενάν Καραβίλ: αρχισυντάκτης στο φιλοκουρδικό Radyo Dunya στα Άδανα, συνελήφθη το 2009 με την κατηγορία συμμετοχής ως μέλος στο Κομμουνιστικό Κόμμα του Κουρδιστάν, ενώ το 2013 τού επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 25 ετών.

Σεϊτάν Ακιούζ: Ανταποκρίτρια από τα Άδανα της κουρδόφωνης καθημερινής εφημερίδας Azadiya Welat (Homeland’s Freedom). Το 2009 συνελήφθη και το 2012 καταδικάστηκε σε κάθειρξη 12 ετών κατηγορούμενη για υποστήριξη του Κομμουνιστικού Κόμματος του Κουρδιστάν και του PKK. H δίκη της στα Άδανα πήρε δημοσιότητα, καθώς το δικαστήριο της αρνήθηκε να καταθέσει στη μητρική της γλώσσα, στα κουρδικά.

Τον Μάρτιο του 2016 δημοσιοποιήθηκε γράμμα της από τη φυλακή στο οποίο τόνιζε ότι στην πραγματικότητα ουδέποτε της επετράπη να καταθέσει. Το 2014 ο Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ) διαπίστωσε ότι το δικαστήριο παρακράτησε στοιχεία της υπόθεσης από τους δικηγόρους της για περισσότερο από ένα έτος Ερντάλ Σουσέμ: Επιμελητής έκδοσης αριστερού περιοδικού τέχνης, συνελήφθη το 2010 με την κατηγορία της υποστήριξης του απαγορευμένου Μαοϊκού Κομμουνιστικού Κόμματος. Οι Αρχές τον κατηγόρησαν για προπαγάνδα μέσω του εντύπου, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης 15 ετών. Ο ίδιος είχε συλληφθεί το 2000 με την κατηγορία της κλοπής όπλου από αστυνομικό, το οποίο στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε σε φόνο. Οι κατηγορίες περί κλοπής όπλου και του συνακόλουθου φόνου είχαν απορριφθεί δύο φορές από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ωστόσο, μετά τη νέα σύλληψή του το 2010 έγιναν αποδεκτές χωρίς να προσκομιστεί κανένα νέο στοιχείο. Ο Σουσέμ καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη. Ο ίδιος σε γράμμα του που δημοσιεύτηκε από τη φυλακή αναρωτιέται πώς ενώ ο ίδιος ήταν έγκλειστος το όπλο χρησιμοποιήθηκε σε σειρά εγκληματικών πράξεων. Το 2016 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αποφάνθηκε υπέρ του, επιβάλλοντας αποζημίωση υπέρ του δημοσιογράφου ύψους 8.000 λιρών. Οι τουρκικές αρχές ζήτησαν χρόνο να προετοιμάσουν την απάντησή τους προς το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.

Κατάσταση πολιορκίας

Στην Τουρκία η ελευθερία του Τύπου είχε ήδη από τις αρχές του 2016 τεθεί σε κατάσταση πολιορκίας με τις Αρχές να συλλαμβάνουν, να παρενοχλούν, να επιτίθενται σε δημοσιογράφους και εντέλει να προβαίνουν στο κλείσιμο μέσων μαζικής ενημέρωσης. «Μετά την απόπειρα πραξικοπήματος τον Ιούλιο του 2016, οι συλλήψεις εκτινάχθηκαν» αναφέρει η CPJ.

Στην αντιπολιτευόμενη εφημερίδα Cumhuriyet συνελήφθησαν 12 δημοσιογράφοι, κατηγορούμενοι για προπαγάνδα υπέρ δυο αντιτιθέμενων ομάδων: του PKK και του Γκιουλέν. Μέχρι και ο καφετζής της εφημερίδας συνελήφθη  για προσβολή του τούρκου προέδρου. Εντέλει, μετά την κινητοποίηση που σημειώθηκε, ο καφετζής αφέθηκε ελεύθερος. Η επικοινωνία και αλληλογραφία με τους συλληφθέντες έχουν απαγορευθεί, ενώ οι δικηγόροι των κατηγορουμένων έχουν ελάχιστη πρόσβαση στα ευρήματα των ερευνών.

Ο υπουργός Δικαιοσύνης της χώρας Μπεκίρ Μποζντάκ βεβαίως δεν έχει κανένα πρόβλημα να αποκαλέσει τους συλληφθέντες δημοσιογράφους «εγκληματίες», προκαλώντας την οργή του Διεθνούς Ινστιτούτου Τύπου (IPI) που χαρακτήρισε «ελεεινούς και άθλιους» αυτούς τους ισχυρισμούς. Τα περισσότερα ΜΜΕ ελέγχονται πλέον εξ ολοκλήρου από το καθεστώς Ερντογάν.

Κατά την επίσκεψή του στην Αθήνα το 2015, ο νομπελίστας  συγγραφέας Ορχάν Παμούκ σημείωσε με έμφαση: «Δεν υπάρχει ελευθερία του λόγου στην Τουρκία. Για συγγραφείς όπως εγώ η κατάσταση είναι καλύτερη, αρκεί βέβαια να μη μιλούν ανοιχτά για το σεξ. Όμως οι δημοσιογράφοι δέχονται ακραίες πιέσεις. Πρώτα τους πιέζουν με τη φορολογική νομοθεσία. Δεν ενδιαφέρονται για τα μικρότερα μέσα ενημέρωσης καθώς, όπως και στην Ιταλία με τον Μπερλουσκόνι, η κυβέρνηση ελέγχει τα περισσότερα κανάλια και τις εφημερίδες. Ελέγχει τη γραφειοκρατία και όποιος δεν συμμορφωθεί στις πιέσεις δέχεται συνεχείς κατηγορίες και μπορεί να καταλήξει στη φυλακή. Ένας από τους μεγαλύτερους αρθρογράφους της Τουρκίας, ο Αχμέτ Χακάν, ξυλοκοπήθηκε. Αυτά είναι τα πιο σημαντικά που θέλω να πω δυνατά. Αυτή είναι και η πιο σημαντική πολιτική δήλωση που έχω να κάνω».

Η Ευρωπαϊκή Ένωση δείχνει να αντιδρά με τακτ έναντι της ολοκληρωτικής κατάλυσης της δημοκρατίας στη γειτονική χώρα. Το καθεστώς Ερντογάν συνεχίζει απτόητο τις συλλήψεις. Στις 10 Ιανουαρίου μία ακόμη δημοσιογράφος συνελήφθη στο αεροδρόμιο της Κωνσταντινούπολης με την κατηγορία της προπαγάνδας της τρομοκρατίας. «Θέλω μόνο να πω σε όλους ότι η δημοσιογραφία δεν είναι έγκλημα» έγραψε στο Twitter. H διακεκριμένη συγγραφέας Ασλί Ερντογάν και η ακαδημαϊκός γλωσσολόγος Νετζμιγέ Αλπάι συνελήφθηκαν τον περασμένο Αύγουστο και παρέμειναν στη φυλακή για 4 και 4,5 μήνες αντίστοιχα, κατηγορούμενες για τρομοκρατία. «Είναι ασφαλείς. Υπήρξε τόσο τεράστια διεθνής υποστήριξη στα πρόσωπά τους που δεν θα τις αγγίξουν ξανά. Αυτό πιστεύουμε κι εγώ και αυτές, καθώς είμαι σε επαφή μαζί τους.

Αλλά πάλι ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να συμβεί σ’ αυτή τη χώρα» δηλώνει η αρθρογράφος της ημερήσιας τουρκικής εφημερίδας στο Report εν αναμονή της δίκης τους.

Την 1η Νοεμβρίου η Α. Ερντογάν έγραψε ένα γράμμα:

«Αγαπητοί φίλοι, συνάδελφοι, δημοσιογράφοι, Σας γράφω από τις φυλακές Μπακίρκιοϊ, μία ημέρα μετά την επιχείρηση της αστυνομίας στην εφημερίδα Cumhuriyet, μία από τις παλαιότερες στην Τουρκία και τη φωνή των σοσιαλδημοκρατών. Περισσότεροι από 12 αρθρογράφοι της κρατούνται προς το παρόν, ενώ τέσσερις ακόμα “καταζητούνται από την αστυνομία”, μεταξύ αυτών και ο Τζαν Ντουντάρ, ο διευθυντής της.

Ακόμα κι εγώ σοκαρίστηκα!

Αυτό είναι ένα σαφές σημάδι ότι η Τουρκία αποφάσισε να μην υπακούει σε κανέναν νόμο για τον σεβασμό των δικαιωμάτων.

Μέχρι τώρα, μέσα σε δυο μήνες, περισσότεροι από 130 δημοσιογράφοι βρίσκονται στη φυλακή – παγκόσμιο ρεκόρ. Επιπλέον, 170 εφημερίδες, περιοδικά, ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί έκλεισαν. Η κυβέρνηση θέλει να μονοπωλήσει την “πραγματικότητα” και την “αλήθεια”. Οποιαδήποτε άποψη διαφέρει έστω και λίγο από αυτήν των κυβερνώντων καταπιέζεται διά της βίας• μεταξύ άλλων τιμωριών, κάποιοι υποβάλλονται σε ξυλοδαρμούς από την αστυνομία και βρίσκονται υπό κράτηση έως 30 ημέρες.

Εμένα με συνέλαβαν στις 19 Αυγούστου μόνο και μόνο επειδή είμαι μεταξύ των συμβούλων της Ozgur Gundem, της “κουρδικής εφημερίδας”. Παρότι ο νόμος περί Τύπου σαφώς αναφέρει ότι οι σύμβουλοι δεν φέρουν νομική ευθύνη για την εφημερίδα, δεν έχω βρει ακόμα δικαστήριο που να ακούσει τη δική μου εκδοχή.

Μαζί με εμένα σε αυτή την καφκική δίκη είναι η Νετζμιγέ Αλπάι, μια 70χρονη γλωσσολόγος και μεταφράστρια, που επίσης συνελήφθη και κατηγορείται για σχέσεις με την τρομοκρατία.

Το γράμμα αυτό είναι μια επείγουσα έκκληση!

Η κατάσταση είναι τρομακτική και εξαιρετικά ανησυχητική. Πιστεύω πως ένα ολοκληρωτικό καθεστώς στην Τουρκία αναπόφευκτα θα ταρακουνήσει και ολόκληρη την Ευρώπη.

Η Ευρώπη, που προς το παρόν έχει στρέψει την προσοχή της στην “προσφυγική κρίση”, δείχνει να υποτιμά τους κινδύνους από την ολική απώλεια της Δημοκρατίας στην Τουρκία. Και τώρα εμείς –οι συγγραφείς, οι δημοσιογράφοι, οι Κούρδοι, οι Αλεβίτες και φυσικά οι γυναίκες– πληρώνουμε το βαρύ τίμημα της “δημοκρατικής κρίσης”.

Η Ευρώπη θα πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες της για τις αξίες που καθόρισε με αίμα διά μέσου των αιώνων, τις αξίες που κάνουν την “Ευρώπη” δημοκρατία με ανθρώπινα δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένης της ελευθερίας του λόγου και της σκέψης.

Χρειαζόμαστε την υποστήριξη και την αλληλεγγύη όλων. Πολλά ευχαριστώ για όσα έχετε κάνει μέχρι τώρα για μας Με τις ευχές μου

Ασλί Ερντογάν»

About REPORT (39 Articles)
Μηνιαίο περιοδικό έρευνας