Η πολιτιστική αντεπανάσταση – λογοκρισία και καταστολή στην Κίνα

Η δημοσιογραφία στην πολυπληθέστερη χώρα του κόσμου ακολουθεί τις κινήσεις του πολιτεύματός της. Κάθε σπασμωδική απόπειρα «χαλάρωσης» του κρατικού ελέγχου ακολουθείται από μία περίοδο σύσφιξης με έντονη δυσανεξία απέναντι στην κριτική του καθεστώτος.

Είμαι διατεθειμένος να ομολογήσω και να επανορθώσω.  Είμαι διατεθειμένος να απολογηθώ ειλικρινά για τη ζημιά που προκάλεσα στη Zoomlion, το κύρος του Τύπου και την οικογένειά μου. Επίσης για τους μετόχους που είδαν τις μετοχές τους να καταρρέουν λόγω των ρεπορτάζ μου. […] Έπραξα κατ’ αυτό τον τρόπο επειδή διψούσα για δόξα και χρήμα». Είναι 2013 και ο 27χρονος οικονομικός ρεπόρτερ Τσεν Γιονγκ Ζου, φορώντας χειροπέδες και το πράσινο γιλέκο των κινεζικών κρατητηρίων, απολογείται ανέκφραστος μπροστά στους άντρες των Αρχών για τη διασπορά ψευδών ειδήσεων. Έγκλημά του η διερεύνηση μιας υπόθεσης διαφθοράς στην κρατικά ελεγχόμενη εταιρεία κατασκευών Zoomlion, οι μετοχές της οποίας θα κάνουν βουτιά 9 ολόκληρων μονάδων στον Δείκτη Σενζέν μετά τη δημοσιοποίηση του σχετικού ρεπορτάζ. Παρότι οι καταγγελίες έχουν ήδη σκιαγραφηθεί από άλλα κινεζικά μέσα λίγους μήνες πριν, η έρευνα του Γιονγκ Ζου είναι αυτή που θα φέρει το θέμα στο επίκεντρο της δημοσιότητας και θα προκαλέσει κρίση στον εντυπωσιακό κύκλο εργασιών της εταιρείας που ανέρχεται σε 9,4 δισ. δολάρια ετησίως.

Θα φανταζόταν κανείς ότι πρόκειται για μια κανονική απολογία, αλλά ο Τσεν δεν απευθύνεται σε κάποιο δικαστικό σώμα. Το κρατικό κανάλι εθνικής εμβέλειας CCTV έχει στήσει τις κάμερές του στον χώρο και ο νεαρός δημοσιογράφος καλείται να απολογηθεί ενώπιον των κινέζων πολιτών, ισχυριζόμενος ότι όσα διάβασαν για τη Zoomlion ήταν προϊόν δωροδοκίας, τα χρήματα της οποίας –μισό εκατομμύριο γουάν– συνοδεύτηκαν και από πλαστογραφημένα ντοκουμέντα. Την απολογία του Γιονγκ Ζου ήρθε να συμπληρώσει η ξαφνική επανόρθωση από την πλευρά της εφημερίδας New Express, η οποία είχε δημοσιεύσει τις αποκαλύψεις του δημοσιογράφου. Δύο ημέρες πριν από την επανόρθωση, το πρωτοσέλιδό της κοσμούσε έκκληση για την απελευθέρωση του Γιονγκ Ζου με μύδρους κατά της καταστολής των δημοσιογράφων και άγνωστο παραμένει το τι προκάλεσε αυτή την ξαφνική στροφή του συντάκτη και του Μέσου. Όποια και αν ήταν η αιτία, ακόμα και οι οικονομικοί αναλυτές του διεθνούς Τύπου, που φάνηκαν πρόθυμοι να δεχθούν ότι ο Γιονγκ Ζου έδρασε κακόβουλα με κίνητρο το κέρδος, θεώρησαν ότι η δίωξη και η φυλάκισή του περισσότερο έβλαψαν παρά ωφέλησαν και την εταιρεία, που ήθελε να ορθοποδήσει, και την κυβέρνηση, που επιθυμούσε να διασφαλίσει τη νομιμοποίησή της.

Ο Γιονγκ Ζου δεν ήταν ο μοναδικός δημοσιογράφος που διώχθηκε απ’ τις κινεζικές αρχές• δεν ήταν καν ο μόνος από τη New Express. Λίγες μόλις εβδομάδες πριν, ο συνάδελφός του, Λιου Χου, είχε συλληφθεί με την κατηγορία ότι κατασκεύασε και διέσπειρε φήμες, όταν δημοσίευσε κατηγορίες για παράβαση καθήκοντος ενάντια σε στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος. Το αποτέλεσμα ήταν να φυλακιστεί σχεδόν για έναν χρόνο. Παρότι θα περίμενε κανείς το γκρέμισμα της τιμής της μετοχής της Zoomlion να βαραίνει περισσότερο ως κατηγορία από κάτι τέτοιο, ο Χου, εν αντιθέσει με τον Γιονγκ Ζου, είχε την ατυχία να αγγίξει μία ευαίσθητη χορδή του κινεζικού καθεστώτος: δημοσιοποίησε τις κατηγορίες του στο Διαδίκτυο, τον νέο μεγάλο πονοκέφαλο που αντιμετωπίζει το Κομμουνιστικό Κόμμα τα τελευταία χρόνια στην προσπάθειά του να κρατηθεί στο μέτρο του δυνατού ακλόνητο στην εξουσία – προσπάθεια συνομήλικη με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας.

42-24860803

Κάποια λουλούδια ανθίζουν

Σχεδόν 1,4 δισεκατομμύρια κάτοικοι σε σχεδόν 10 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα γης. Αυτή είναι η σημερινή Κίνα. Η γεωγραφική έκταση έχει συσταλεί και διασταλεί πολλάκις, αλλά η δημογραφική  έκρηξη ακολούθησε γραμμική πορεία, υπερδιπλασιάζοντας τον πληθυσμό της χώρας τα τελευταία 60 χρόνια. Όταν ο Μάο Τσε Τουνγκ διακήρυσσε, τη δεκαετία του 1960, την αρχή της Πολιτιστικής Επανάστασης, έδινε μία λύση σ’ ένα εγγενές πρόβλημα διακυβέρνησης της Κίνας, το οποίο κληρονομούν οι εκάστοτε κυβερνώντες μέχρι σήμερα. Το διαχρονικό μείζον πολιτικό ερώτημα της χώρας αφορούσε και αφορά τη δυνατότητα μεταβίβασης της «γραμμής» χωρίς προβλήματα από την ηγεσία του Πεκίνου στα πολυάριθμα τοπικά όργανα, τα οποία ωστόσο θα έπρεπε να μπορούν να δρουν και με σχετική αυτονομία, αντιμετωπίζοντας τις ιδιαιτερότητες των περιφερειών τους και οτιδήποτε θα απειλούσε τη νομιμοποίηση του κόμματος. Παρότι θα αποτελούσε αναμφίβολα ιστορική παραχάραξη να περιοριστεί η Πολιτιστική Επανάσταση σε έναν απλό κυβερνητικό τακτικισμό, είναι σίγουρο ότι ο τρόπος με τον οποίο εκτόνωσε τις πολιτικές εντάσεις, που με τη φυγή των εθνικιστών του Τσιανγκ Κάι Σεκ στην Ταϊβάν πραγματοποιούνταν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους στο εσωτερικό του Κομμουνιστικού Κόμματος, έδωσε τον βηματισμό για όσα θα ακολουθούσαν.

Στην πραγματικότητα, η Πολιτιστική Επανάσταση δεν άνοιξε, αντιθέτως έκλεισε έναν κύκλο. Οδηγούσε το σλόγκαν «αφήστε όλα τα λουλούδια να ανθίσουν» στη «μεγάλη αναταραχή, ωραία κατάσταση». Με το Κίνημα των Εκατό Λουλουδιών μία δεκαετία νωρίτερα, όπου κάλεσε τον κινεζικό λαό να πάρει ανοιχτά θέση για τα τρέχοντα ζητήματα της χώρας, ο Μάο άνοιξε το κουτί της Πανδώρας. Οι κατηγορίες για τη διαφθορά του κρατικού και κομματικού μηχανισμού και η ανάδειξη των προβλημάτων που μάστιζαν ιδιαίτερα άνισα τον αγροτικό πληθυσμό άρχισαν να φτάνουν ανά τόνους στο Πεκίνο. Τότε αναδείχθηκε για πρώτη φορά η εφημερίδα τοίχου που φιλοξενούσε αντικαθεστωτικά συνθήματα ή κατακεραύνωνε διεφθαρμένα στελέχη του κόμματος. Η γενική αντίδραση του κόσμου απείχε ριζικά από τον πληθοπορισμό των ιδεών που θα βελτίωνε την εικόνα του καθεστώτος, αποκαλύπτοντας μία ευρεία δυσαρέσκεια με την κατάσταση της οικονομίας και τις κοινωνικές ανισότητες. Ως εκ τούτου, απαντήθηκε αφενός με την «αντιδεξιά» καμπάνια του 1957, που οδήγησε σε συλλήψεις εκατοντάδων χιλιάδων διαφωνούντων, αλλά και με το Μεγάλο Άλμα Μπροστά, που σκοπό είχε να εκσυγχρονίσει άτσαλα τον δυσαρεστημένο αγροτικό πληθυσμό με αμφίβολα αποτελέσματα.

Όπως ήταν αναμενόμενο, τόσο η απάντηση στις αρνητικές κριτικές με τη βίαιη καταστολή όσο και τα πολύνεκρα και καταστροφικά αποτελέσματα του Μεγάλου Άλματος οδήγησαν τη δημοτικότητα του Μάο στα τάρταρα μεταξύ των κινέζων πολιτών και εντός του κόμματος, σε τέτοιο βαθμό που από το 1962 μέχρι το 1966, εξαφανίστηκε από το προσκήνιο, παραδίδοντας τα ηνία στους πιο «κεντρώους» διαχειριστές. Η επιστροφή του με την Πολιτιστική Επανάσταση έμοιαζε με επανάληψη του Κινήματος των Εκατό Λουλουδιών και της αντιδεξιάς καμπάνιας, με τις διχογνωμίες για τα στελέχη του κόμματος να καλούνται να έρθουν στο φως. Η εφημερίδα τοίχου γνωρίζει νέα έκρηξη ενός φαινομενικού εκδημοκρατισμού, τυπώνεται και τοιχοκολλείται σε χιλιάδες παραλλαγές πολλών διαφορετικών απόψεων. Η διαφορά με την προηγούμενη απόπειρα είναι ότι η ελευθερία αυτή τη φορά έχει δοθεί με δίχτυ ασφαλείας. Ο σκοπός τώρα είναι η εκκαθάριση των διαφωνούντων του καθεστώτος –που εν προκειμένω σημαίνει τους ανταγωνιστές του Μάο μέσα στο Κόμμα– με τη διαφορά ότι αυτή δεν επαφίεται πλέον στην κρατική καταστολή, αλλά στην αναβάθμιση του ιδεολογικού ρόλου του στρατού και τη δράση της νεολαίας που στρέφεται κατά των «αντιδραστικών» και αναλαμβάνει την υπονόμευσή τους κρατώντας τη Λαϊκή Ημερησία, την επίσημη εφημερίδα του Κόμματος, στα χέρια. Την Πολιτιστική Επανάσταση ακολούθησε ένας κύκλος νέων κρατικών διώξεων των διαφωνούντων, που μετά την αυτόνομη εκστρατεία εναντίον τους γνώρισε ελάχιστες ενστάσεις.

Στην Πολιτιστική Επανάσταση παγιώθηκε η αντίληψη ότι η αναπαραγωγή της κυριαρχίας του Κομμουνιστικού Κόμματος γίνεται πολύ πιο αποδοτικά αν σμιλέψει κανείς ιδεολογικά τις προνομιούχες τάξεις της κινεζικής πυραμίδας και τους παραδώσει μια κάποια αυτονομία, η οποία τιθασεύεται μόνο όταν παρεκτραπεί. Η επιτυχία της εκστρατείας ήταν τόσο μεγάλη που η «Διπλωματία του Πινγκ-Πονγκ» με τις ΗΠΑ, η οποία άνοιξε τη διπλωματική οδό προς τις Ηνωμένες Πολιτείες –προς μεγάλη δυσαρέσκεια των Σοβιετικών–, δεν έγινε αντιληπτή ως προδοσία του ισχυρού αντι-αμερικανισμού που χαρακτήριζε την ιδεολογία του ΚΚΚ από την ίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, αλλά ως μία σοφή απόφαση του προέδρου Μάο, αν και στην πραγματικότητα προέκυπτε περισσότερο από τις δράσεις της «Συμμορίας των Τεσσάρων» που είχε αναλάβει την πολιτική ηγεσία όταν η υγεία του Μάο είχε αρχίσει να κλονίζεται. Η σινο-αμερικάνικη διπλωματία έμεινε, ωστόσο, ως η τελευταία πράξη του Μεγάλου Τιμονιέρη, ο οποίος έφυγε από τη ζωή το 1976, έχοντας αφήσει ως ύστατη παρακαταθήκη για τη χώρα του μια συνδρομή στο δόγμα της détente που πρέσβευε ο Χένρι Κίσιντζερ και μια τυπική φιλελευθεροποίηση ενός εκκαθαρισμένου δημόσιου λόγου, διανθισμένη με τα εργαλεία που ήταν απαραίτητα για να χαλιναγωγείται.

Δεν είναι έτσι παράδοξη η έκρηξη των μέσων ενημέρωσης στα χρόνια του Τενγκ Ξιαοπίνγκ. Τον θάνατο του Μάο ακολούθησε η παγίωση των δεξιών στελεχών στα οποία ηγούνταν ο Τενγκ Ξιαοπίνγκ. Στα χρόνια του Τενγκ, εφημερίδες, περιοδικά και τηλεοπτικά κανάλια θα αυξηθούν εντυπωσιακά, με το Κόμμα να ενθαρρύνει τις τοπικές του διοικήσεις να τα προωθήσουν. Φυσικά, το ολοκληρωτικό ξερίζωμα της «Συμμορίας των Τεσσάρων» από την ομάδα του Τενγκ σήμαινε ταυτόχρονα ότι αυτές οι τοπικές διοικήσεις ήταν πιο καθαρές ιδεολογικά και θα μπορούσαν να αναλάβουν την εποπτεία αυτής της ελευθεροτυπίας για μεγάλες παρεκκλίσεις που θα έβλαπταν την εικόνα του Κόμματος.

Αυτή η πρόβλεψη όμως διαψεύστηκε οικτρά. Τα νέα μέσα άρχισαν γρήγορα να κριτικάρουν τον μεταρρυθμιστικό οίστρο της κυβέρνησης, ενώ ο αριθμός τους ανέβαινε σε ανεξέλεγκτα επίπεδα. Χαρακτηριστικό είναι ότι οι εφημερίδες πενταπλασιάστηκαν από το 1980 έως το 1985 και συνολικά ως το τέλος της δεκαετίας οκταπλασιάστηκαν. Από το 1983 δε, ένα συνολικό πλάνο επέκτασης της τηλεόρασης τέθηκε σε ισχύ, προβλέποντας το άνοιγμα τοπικών καναλιών με τη δέσμευση ότι θα αναμεταδίδουν μαζί με το δικό τους πρόγραμμα και εκπομπές του κρατικού/ κομματικού CCTV, το οποίο εκείνη τη στιγμή μετρούσε ήδη 25 χρόνια ζωής. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’80, η Κίνα είχε πια 509 εθνικά, περιφερειακά και τοπικά κανάλια. Το σκεπτικό πίσω από τη φιλελευθεροποίηση των Μέσων δεν ήταν αθώο. Έχοντας εμπνευστεί τη μεταρρυθμιστική της πολιτική από τις νεοφιλελεύθερες τομές που συνέβαιναν στις δυτικές χώρες, η ηγεσία του Πεκίνου ήλπιζε ότι αυτή η έκρηξη θα τόνωνε το ανανεωτικό της προφίλ, ενώ θα έπνιγε τη δυσαρέσκεια για τη διαφθορά των κομματικών γραφειοκρατών που είχε αρχίσει να διογκώνεται. Την αίσθηση ασφάλειας γι’ αυτή την κίνηση έδιναν στον Τενγκ τα δυτικά μέσα: όπως οι δημοσιογράφοι αυτών αυτολογοκρίνονται απέναντι στα συμφέροντα των εργοδοτών τους, έτσι και η κρατική ιδιοκτησία ή η χρηματοδότηση των ΜΜΕ της Κίνας ήταν αυτή που θα μπορούσε να ασκεί έλεγχο στο περιεχόμενο, χωρίς να είναι απαραίτητες οι ελεγκτικές επιτροπές που θα τα επανέφεραν στη «γραμμή».

Αντίθετα με αυτό που περίμενε ο Τενγκ, η αυτολογοκρισία δεν φάνηκε να πιάνει. Τα μακροοικονομικά αποτελέσματα των μεταρρυθμίσεων που βάραιναν στην κινεζική κοινωνία και οι ολοένα και πιο επιδεικτικές περιπτώσεις διαφθοράς διαδίδονταν πλέον αφιλτράριστα σε κοινά που επ’ ουδενί μπορούσαν να τα αγγίξουν τα παραδοσιακά μέσα προπαγάνδας. Οι πρώτες αντικυβερνητικές διαδηλώσεις τη δεκαετία του 1980 αποτελούσαν πια ειδήσεις, οι οποίες δημιουργούσαν μια κοινότητα δυσαρεστημένων που έφτανε απ’ άκρη σ’ άκρη της μεγάλης ασιατικής χώρας. Ακολουθώντας πιστά το παράδειγμα του Κινήματος των Εκατό Λουλουδιών και της Πολιτιστικής Επανάστασης, η κυβέρνηση Τενγκ αποφάσισε να επιχειρήσει να τραβήξει διερευνητικά το χαλινάρι. Το 1987, το Κεντρικό υπουργείο Προπαγάνδας και η Κρατική Διεύθυνση Τύπου και Εκδόσεων ξεκίνησαν από κοινού εκστρατεία αξιολόγησης της λειτουργίας των νέων μέσων με σκοπό να παύσουν τη λειτουργία όσων είχαν «αμφίβολο» περιεχόμενο το οποίο δεν ανταποκρινόταν στα στάνταρ που έθετε η κρατική και κομματική ηγεσία. Κατά τον συνήθη τρόπο της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, η κυβέρνηση Τενγκ, αφού έκλεισε μερικές εκατοντάδες από τα πιο «ενοχλητικά» μέσα, ενθάρρυνε την αυτονομία αυτών που παρέμειναν ακόμα και με καθαρά οικονομικούς όρους: αποσπώντας τα πλήρως από την κρατική χρηματοδότηση και αφήνοντάς τα να πλεύσουν στα νερά της ελεύθερης αγοράς, ζώντας από τα διαφημιστικά τους έσοδα και με μετριασμένες τις τάσεις λογοκρισίας. Για λίγο τουλάχιστον.

Η Νέα Κίνα

Μπορεί το σινοσοβιετικό σχίσμα να είχε διαρρήξει τις σχέσεις των δύο μεγάλων κομμουνιστικών δυνάμεων σχετικά νωρίς, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι τις ανάγκασε να ζουν σε διαφορετικούς πλανήτες. Τη δεκαετία του 1980, με τον Ψυχρό Πόλεμο να οδεύει στο τέλος του, η ΕΣΣΔ και η Κίνα άρχισαν ταυτόχρονα να μεταρρυθμίζονται προς την κατεύθυνση της ελεύθερης αγοράς, με την πρώτη να καταλήγει σε μία γεωπολιτικά ανίσχυρη δύναμη με υπερσυσσώρευση του πλούτου στα χέρια της παλιάς γραφειοκρατίας και τη δεύτερη να μετατρέπεται σε ένα τερατώδες υβρίδιο που συνδυάζει τις οδύνες του σκληρού καπιταλισμού με την παντελή απουσία των δημοκρατικών δικαιωμάτων. Την αρχή της πτώσης της σοβιετικής εκδοχής του υπαρκτού σοσιαλισμού σηματοδότησε η αποδόμηση του Τείχους του Βερολίνου. Για την Κίνα, η μετάβαση υπήρξε πιο αιματηρή.

Το 1989 ένα μεγάλο κίνημα ξέσπασε στην Κίνα, απαιτώντας πια τον ριζικό εκδημοκρατισμό της. Από τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούνιο και με έδρα την Πλατεία Τιενανμέν στο Πεκίνο, εκατομμύρια φοιτητές και εργάτες διαδήλωναν ανά τη χώρα κατά της κυβέρνησης Τενγκ, ενάντια στα προνόμια των νέων κινέζων ολιγαρχών, που με την εύνοια της γραφειοκρατίας είχαν πλουτίσει από τις φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις της δεκαετίας του 1980, ενάντια στη διαφθορά και την ευνοιοκρατία, ενάντια στη φίμωση της ελευθερίας του λόγου και του Τύπου και ενάντια στην καταστροφή του κοινωνικού κράτους που είχε επιφέρει ο Τενγκ, πλήττοντας έντονα τα φτωχότερα στρώματα του κινεζικού λαού. Η αντιμετώπισή τους έμεινε γνωστή ως «η σφαγή της Τιενανμέν». Μετά από σειρά προειδοποιήσεων του κράτους κατά των «αντιδραστικών ταραχοποιών» που γέμισαν τις σελίδες και τον τηλεοπτικό χρόνο των κρατικών μέσων, η κυβέρνηση κήρυξε στρατιωτικό νόμο στις αρχές του Ιουνίου. Αποτυγχάνοντας να εκφοβίσει και να διαλύσει τους διαδηλωτές, στις 4 Ιουνίου διέταξε τις στρατιωτικές δυνάμεις να ανοίξουν πυρ στην Τιενανμέν, μήτρα των διαδηλώσεων, σκοτώνοντας χιλιάδες και διαλύοντας βίαια τις κινητοποιήσεις.

Την επομένη της σφαγής, ένα δόγμα «μηδενικής ανοχής» τέθηκε σε ισχύ κατά των μέσων ενημέρωσης, η πλειονότητα των οποίων κάλυπτε τις διαδηλώσεις και μετέδιδε τη συσσωρευμένη δυσαρέσκεια. Η κάθαρση ξεκίνησε από τα ίδια τα κομματικά μέσα, τα οποία παραβίαζαν τη συστηματική προσπάθεια της κυβέρνησης να θεωρηθούν οι διαδηλωτές «υποκινούμενοι» και «αντιδραστικοί», δικαιολογώντας έτσι κάθε δράση εναντίον τους. Ακόμα και η Λαϊκή Ημερησία και το CCTV κράτησαν κριτική στάση ενάντια στη σφαγή, με δύο χαρακτηριστικές απολύσεις παρουσιαστών ενημερωτικής εκπομπής του κρατικού καναλιού, οι οποίοι κατηγορήθηκαν ότι φάνηκαν να λυπούνται όταν ανακοίνωναν στους τηλεθεατές τους θανάτους των διαδηλωτών από τα τανκς και τις σφαίρες του στρατού. Αν ο Τενγκ δυσκολευόταν ήδη να κερδίσει έστω την ελάχιστη απαραίτητη λαϊκή αποδοχή οδηγώντας την Κίνα στη σφαίρα του αυταρχικού καπιταλισμού, η σφαγή της Τιενανμέν στένεψε ακόμα περισσότερο τα περιθώρια. Μοναδική λύση ήταν η επέκταση της καταστολής σε όλα τα επίπεδα. Για τα κομματικά μέσα, αυτό οδήγησε στο ξήλωμα του μεγαλύτερου μέρους των διοικήσεών τους, παρότι μέχρι τη σφαγή δεν είχαν παραβεί ούτε στο ελάχιστο την προσπάθεια της ηγεσίας του Πεκίνου να απονομιμοποιήσει τους διαδηλωτές στο κινεζικό κοινό.

Τα υπόλοιπα μέσα ήταν πια τόσο πολυπληθή που κατέστη αναγκαία μια πιο συνολική στρατηγική για την αντιμετώπισή τους. Αυτή ήταν όμως αδύνατο να τη χαράξει ο Τενγκ. Η Τιενανμέν είχε δώσει το τελειωτικό χτύπημα στο κύρος του. Το 1992 αποσύρθηκε από τη διακυβέρνηση της χώρας παραδίδοντας τα κλειδιά στον Τζιανγκ Ζεμίν και έγινε «πρέσβης καλής θέλησης» για την επιδιόρθωση των μέσων ενημέρωσης, πάντα στις γραμμές της πρότερης ιδέας του. Με ακλόνητη την πίστη στη δυνατότητα της αυτολογοκρισίας να ρυθμίσει το περιεχόμενο των Μέσων, παρά τις ενδείξεις περί του αντιθέτου, ο Τενγκ ξεκίνησε περιοδεία στη Νότια Κίνα όπου προπαγάνδισε την περαιτέρω φιλελευθεροποίηση της κινεζικής οικονομίας. Μέρος αυτής υπήρξε και η ενθάρρυνση για τη δημιουργία «ανεξάρτητων» μέσων, δίνοντας έμφαση στις επιχειρηματικές αρετές τους αυτή τη φορά. υπόρρητη πεποίθηση του Τενγκ φαινόταν να είναι ότι για να ανταποκριθούν στις ανάγκες της αγοράς και του σκληρού ανταγωνισμού, τα μέσα ενημέρωσης θα αναγκάζονταν να παράγουν πιο φιλικό περιεχόμενο προς το κοινό, αλλάζοντας δηλαδή τα ρεπορτάζ και την έρευνα με ψυχαγωγία και lifestyle. Με κωμικοτραγικά αποτελέσματα, αυτή ήταν και η έκκληση που απηύθυνε από το Πεκίνο ο Τζιανγκ στα κρατικά ΜΜΕ, δηλαδή να ντύσουν με ψυχαγωγικό χαρακτήρα την κομματική και κρατική προπαγάνδα.

Φυσικά δεν θα έμεναν ανεπιτήρητα. Κατά τη νέα προσέγγιση, τα κερδοφόρα και «σωστά» μέσα θα έχαιραν προνομίων, ενώ τα «ανεπιθύμητα» θα εξοντώνονταν ποικιλοτρόπως χωρίς ιδιαίτερο πρόβλημα, καθώς το κράτος είχε ξεκινήσει τον συνασπισμό τους σε ομίλους. Το κλείσιμο ενός Μέσου, δηλαδή, δεν επέφερε κανένα πλήγμα στους εργαζόμενους αφού διοχετεύονταν αυτομάτως σε άλλα του ομίλου. Τα δε ανώτερα στελέχη έγιναν μια ξεχωριστή κάστα γραφειοκρατών, που διορίζονταν μόνο με την έγκριση του υπουργείου Προπαγάνδας και απολάμβαναν υπέρογκους μισθούς, οι οποίοι έφταναν στο υπερδεκαπλάσιο των κατώτατων αμοιβών. Οι δημοσιογράφοι δεν έχουν την ίδια τύχη. Ο ανταγωνισμός της αγοράς, η απουσία κάθε πλαισίου προστασίας των εργαζομένων και η αφόρητη κρατική πίεση οδήγησαν στη θέσπιση ενός point system που κυριαρχεί μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με αυτό, το αποτέλεσμα της δουλειάς των δημοσιογράφων ποσοτικοποιείται σε κάθε βήμα και βασίζεται στη θετική ή αρνητική αντίδραση του κοινού, που καλείται να αξιολογεί πόσο του άρεσε το περιεχόμενο. Η αμοιβή των δημοσιογράφων δεν βασίζεται στον μισθό, αλλά στη μετάφραση της δημοτικότητάς τους σε μπόνους. Ως εκ τούτου, όσοι δεν απασχολούνται σε Μέσα με αυστηρά δημοσιογραφικό προσανατολισμό, ο οποίος έρχεται με οικονομικό τίμημα, αποφεύγουν τα «εμπρηστικά» θέματα που θα μπορούσαν να μεταφραστούν σε αρνητικές κριτικές, προτιμώντας τα πιο πρόσχαρα και ευχάριστα. Η ιδέα του Τενγκ αποδείχθηκε σωστή: με τις κατάλληλες κινήσεις από την πλευρά του κράτους, η ελεύθερη αγορά αποδείχθηκε ο καλύτερος λογοκριτής – τουλάχιστον μέχρι μία μεγάλη τεχνολογική εξέλιξη να έρθει να χαλάσει τη δουλειά.

r5_gop_3

Ο πόλεμος του Διαδικτύου

Πολύ πριν η σύνδεση στο Ίντερνετ γίνει κοινό αγαθό, το κινεζικό κράτος είχε υποψιαστεί ότι θα χρειαζόταν ένας κάποιος έλεγχος επί του νέου αυτού Μέσου, ακόμα κι αν δεν είχε εκτιμήσει σωστά το μέγεθός του. Ήδη από το 1997 η πρώτη  σχετική νομοθεσία προέβλεπε ότι η παροχή Ίντερνετ θα γινόταν αποκλειστικά από κινεζικές εταιρείες, στα στοιχεία των οποίων θα μπορούσε να έχει πρόσβαση. Ταυτόχρονα, το «Σινικό Firewall» απέκλεισε τους πρώτους ιστότοπους που θα μπορούσαν να αποδειχθούν επιβλαβείς προς τους κυβερνώντες. Ήταν το πρώτο μέρος της πολιτικής για το Διαδίκτυο που σκοπό είχε να προστατέψει το Κομμουνιστικό Κόμμα από ένα φύσει νομαδικό μέσο επικοινωνίας, η πληροφορία του οποίου δεν περνούσε από διευθυντές, εκδότες, αρχισυντάκτες και επιτροπές, ούτε από διαφημιστικά έσοδα τα οποία θα μπορούσαν να ελεγχθούν. Η απολίτικη ομερτά του κινεζικού Διαδικτύου αποδείχθηκε γρήγορα εύθραυστη, κάτι που φάνηκε εγκαίρως στις εργατικές κινητοποιήσεις του 2002 οι οποίες βρήκαν χώρο να αναδειχθούν στο ψηφιακό περιβάλλον, έχοντας αποκλειστεί απ’ όλα τα παραδοσιακά μέσα. Φάνηκε ακόμα περισσότερο, προσλαμβάνοντας διαστάσεις διεθνούς σκανδάλου κατά την επιδημία του SARS έναν χρόνο αργότερα,  όταν το Ίντερνετ ήταν η μοναδική δυνατότητα των λίγων πολιτικοποιημένων δημοσιογράφων να σπάσουν  το τείχος της σιωπής του κινεζικού κράτους γύρω από το ζήτημα, βρίσκοντας σε ξένους ιστότοπους τα στοιχεία που χρειάζονταν.

Το σκάνδαλο της ανεπάρκειας της κινεζικής κυβέρνησης στη διαχείριση του SARS έθεσε νέα στάνταρ για την καταστολή της δημοσιογραφίας.

Πέρα από τις διώξεις ρεπόρτερ από το κράτος, τέθηκε σε εφαρμογή η επιχείρηση «Χρυσή Ασπίδα» του υπουργείου Δημόσιας Τάξης, που συγκρότησε όργανα παρακολούθησης των διαδικτυακών δραστηριοτήτων με εξοπλισμό που παρείχαν οι ΗΠΑ. Τόσο μέσω αλγορίθμων, που εντόπιζαν ύποπτες λέξεις-κλειδιά στις αναζητήσεις των χρηστών, όσο και με την ιντερνετική αστυνομία, που υπολογίζεται πως αριθμεί 2 εκατομμύρια αξιωματικούς σήμερα, άρχισε να χτίζεται ένα πιο ολοκληρωμένο σύστημα χειραγώγησης του Διαδικτύου, το οποίο επεκτάθηκε μέχρι και στα Ίντερνετ καφέ και συγκεκριμένα στα βιντεοπαιχνίδια που έφερναν σε επαφή τους παίκτες με ανθρώπους από άλλες χώρες. Διεθνείς διαδικτυακοί κολοσσοί που έχουν την άδεια να λειτουργούν στην Κίνα, όπως η Yahoo! και το Skype, παρέχουν κατάλληλα κουτσουρεμένες εκδοχές των υπηρεσιών τους προς αποφυγή κάθε άβολου συμβάντος.

Ακόμα κι ένα τόσο προηγμένο σύστημα, ωστόσο, που μειώνει συνεχώς τις προσπελάσιμες τοποθεσίες από τους κινέζους χρήστες και έχει ως αποτέλεσμα εκατοντάδες συλλήψεις την τελευταία δεκαπενταετία, έχει αποτύχει να επιτρέψει στους κυβερνώντες μεγάλους βαθμούς κυριαρχίας, σαν αυτούς που χαρακτηρίζουν την επιρροή στα παραδοσιακά Μέσα. Ο πόλεμος έχει πια μεταφερθεί στο Deep Web που αναμένεται να αποτελέσει τον νέο μεγάλο πονοκέφαλο των υπηρεσιών ασφαλείας όχι μόνο στην Κίνα, αλλά και παγκοσμίως. Μέχρι τότε, συνεχίζει ακάθεκτη η διελκυστίνδα μεταξύ των λογοκριτών που επιχειρούν να εντοπίσουν τους ψηφιακούς παραβάτες και των κινέζων χρηστών που επιστρατεύουν κάθε πρόσφορη τακτική για να καταστούν αόρατοι στον «Μεγάλο Αδελφό», ενόσω η Κίνα παραμένει στις χαμηλότερες θέσεις των δεικτών ελευθερίας της έκφρασης παγκοσμίως.

Σαράντα εννέα δημοσιογράφοι βρίσκονται αυτήν τη στιγμή στις κινεζικές φυλακές. Τα μέσα ενημέρωσης συνεχίζουν να λειτουργούν υπό τις πιέσεις που επέβαλε  η μεταρρύθμιση του Τενγκ. Κάθε υπαινιγμός ενάντια στη γραφειοκρατία  τιμωρείται με σκληρή καταστολή που περιλαμβάνει και συχνές «απολογίες»-διαπομπεύσεις σαν αυτή του Τσεν Γιονγκ Ζου. Κοινωνικά δίκτυα όπως το Facebook και το Twitter είναι μπλοκαρισμένα, με μοναδική εξαίρεση την πλατφόρμα Sina Weibo, η επιτήρηση της οποίας απασχολεί μεγάλο αριθμό αστυνομικών του Διαδικτύου, ενώ «έμμεσες» χρήσεις της αντιμετωπίζονται με παρεμβάσεις στο ίδιο της το περιβάλλον, όπως συνέβη το 2013: στις 4 Ιουνίου, οι χρήστες αναρτούσαν στους λογαριασμούς τους ένα εικονίδιο κεριού εις μνήμην των 120 εργατών που είχαν σκοτωθεί σε πυρκαγιά σε εργοστάσιο την προηγούμενη μέρα. Όταν το Weibo, ύστερα από απαίτηση της κυβέρνησης, εξαφάνισε το εικονίδιο με το κερί, οι χρήστες θύμισαν ότι εκείνη την ημέρα ήταν η επέτειος της σφαγής της Τιενανμέν και μετέτρεψαν αυτό το εξαφανισμένο κερί σε σύμβολο του πένθους για τους νεκρούς φοιτητές, τους νεκρούς εργάτες, την ελευθερία του Τύπου και τη δημοκρατία στην Κίνα.

About Γιάννης - Ορέστης Παπαδημητρίου (9 Articles)
Ο Γιάννης - Ορέστης Παπαδημητρίου έχει συνεργαστεί με εφημερίδες και διαδικτυακά μέσα και αποτελεί μέλος των συντακτικών ομάδων του περιοδικού UNFOLLOW και της αγγλόφωνης διαδικτυακής πλατφόρμας Athens Live.