Οι πόλεμοι του ψέματος στην εποχή της μετά-αληθείας

Το τελευταίο διάστημα η έννοια της μετα-αλήθειας (post-truth) ήρθε στο προσκήνιο ως συνώνυμη με την προσπάθεια διασποράς ψευδών ειδήσεων από πολιτικές δυνάμεις ή χώρες που προσπαθούν να υπονομεύσουν την τρέχουσα ισορροπία δυνάμεων. Στην πραγματικότητα, η επιχείρηση συνειδητής διασποράς ψευδών ειδήσεων ως μέσου χειραγώγησης της ενημέρωσης αποτελεί κατεξοχήν δημιούργημα των δυνάμεων που υποτίθεται ότι αντιπαλεύουν τη μετα-αλήθεια

Kαθώς κλιμακώνεται η αντιπαράθεση εν όψει της αναγόρευσης  του Ντόναλντ Τραμπ ως 45ου προέδρου των ΗΠΑ, μία από τις συνηθέστερες κατηγορίες εναντίον του ρεπουμπλικάνου  επιχειρηματία και πολιτικού είναι ότι κατεξοχήν στηρίχτηκε σε μια αντίληψη μετα- αλήθειας. Για την αρθρογράφο της Washington Post Ρουθ Μάρκους, ο Τραμπ αντιπροσωπεύει την προεδρία της μετα-αλήθειας,  καθώς η προεκλογική  εκστρατεία του στηρίχτηκε σε ψέματα που στηρίζονταν σε ψέματα.

Πλήθος τα δημοσιεύματα στον αμερικανικό Τύπο που απαριθμούν τα ψέματα πάνω στα οποία στηρίχτηκε η άνοδος του Τραμπ στην εξουσία, από την αμφισβήτηση του φαινομένου της κλιματικής αλλαγής έως το εάν όντως ο απερχόμενος πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα γεννήθηκε στις ΗΠΑ. Σε αυτά προστίθενται διάφορες άλλες κατά καιρούς εμφανώς ψευδείς δηλώσεις οι οποίες περιλαμβάνουν την αναφορά ότι μουσουλμάνοι στο Νιου Τζέρσι είχαν πανηγυρίσει μετά την 11η Σεπτεμβρίου του 2001 ή τις δηλώσεις ότι η Χίλαρι Κλίντον ήταν αυτή που ξεκίνησε την υπόθεση με τον τόπο γέννησης του Μπαράκ Ομπάμα. Ούτως ή άλλως πρόκειται για έναν πολιτικό ιδιαίτερα ικανό να ψεύδεται, εάν αναλογιστούμε ότι έχει υποστηρίξει ανερυθρίαστα πως έφτιαξε την οικονομική του αυτοκρατορία με ένα μικρό δάνειο από τον πατέρα του, ενώ στην πραγματικότητα κληρονόμησε από αυτόν μια περιουσία 40 εκατ. δολαρίων.

Οι πόλεμοι των τρολ

Στο πλαίσιο της κυριαρχίας των λεγόμενων fake news εντάσσεται και η αντιπαράθεση γύρω από την υποτιθέμενη προσπάθεια των Ρώσων να επηρεάσουν το εκλογικό αποτέλεσμα στις ΗΠΑ μέσω της δράσης χάκερ που υπέκλεψαν δεδομένα από το Δημοκρατικό Κόμμα, αλλά και οι πιο πρόσφατες κατηγορίες των αμερικανικών υπηρεσιών ασφαλείας, βασισμένες σε έρευνα που έκανε ένας ιδιώτης, τέως πράκτορας της βρετανικής MI6, σχετική με το ότι οι ρωσικές αρχές έχουν στην κατοχή τους βίντεο που εκθέτουν τον Τραμπ και τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να τον εκθέσουν. «Fake news!» θα κραυγάσει στη συνέντευξή του ο Τραμπ, αν και μία από τις κατηγορίες που περιλαμβάνουν οι σχετικές εκθέσεις των αμερικανικών υπηρεσιών ασφαλείας περιλαμβάνουν στα ενοχοποιητικά στοιχεία για τον ρόλο της Ρωσίας και τη συμβολή ειδησεογραφικών οργανισμών όπως το Russia Today.

Άλλωστε, ειδικά το τελευταίο δίνει μια ιδιαίτερη διεθνή και γεωπολιτική διάσταση στο θέμα της μετα-αλήθειας.  Για αρκετά από τα δυτικά μέσα, η Ρωσία σήμερα κατεξοχήν επιδίδεται στην κατασκευή ειδήσεων ή γεγονότων και αυτό εξηγεί γιατί πρέπει να στοχοποιηθεί με νεοψυχροπολεμικό τρόπο. Πριν από τους ρώσους χάκερ, οι αμερικανικές εφημερίδες είχαν προλάβει να προειδοποιήσουν το κοινό τους ότι υπάρχει ένας ρωσικός «στρατός από τρολ» που αναλαμβάνουν να εξυπηρετήσουν τη ρωσική εξωτερική πολιτική, αλλά και να χτυπήσουν οποιαδήποτε αντιπολίτευση στον Πούτιν. Σύμφωνα με αυτά τα δημοσιεύματα, στρατιές από τρολ που εργάζονται σε «τρολ εργοστάσια» ή «τρολ φάρμες» διαχέουν πλαστές ειδήσεις στο Twitter, εξασφαλίζουν ότι πλήθος σχολίων κάτω από μια είδηση αποδίδουν κάθε λογής αρνητικές ευθύνες στους αντιπάλους του Πούτιν και φροντίζουν να αναπαράγεται η επίσημη ρωσική γραμμή σε σχέση με την κατάσταση στην Ουκρανία και τη Συρία. Σύμφωνα με αυτό το σχήμα, ο υπερτονισμός του ρόλου του νεοφασιστικού «Δεξιού Τομέα» κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων στην πλατεία Μαϊντάν στο Κίεβο ή η προβολή των βαρβαροτήτων της πλευράς των ισλαμιστών ανταρτών στη Συρία ήταν αποτέλεσμα της δράσης τρολ που εκπροσωπούσαν τα ρωσικά συμφέροντα.

Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι πρωτοπόροι σε αυτή την προσπάθεια αξιοποίησης των κοινωνικών δικτύων ως μέσων επηρεασμού της κοινής γνώμης ήταν οι ίδιοι οι Δυτικοί και οι δυτικές μυστικές υπηρεσίες, οι οποίες κατανόησαν πολύ νωρίς την τεράστια δύναμη ως προς τη διάδοση ψευδών ειδήσεων και τη διαμόρφωση κλίματος που έχουν τα κοινωνικά δίκτυα.

Τον Φεβρουάριο του 2014 αποκαλύφθηκε από τον δημοσιογράφο Γκλεν Γκρήνγουολντ μια παρουσίαση της βρετανικής GCHQ, της μυστικής υπηρεσίας που έχει ως ευθύνη τη συγκέντρωση και επεξεργασία δεδομένων από τις τηλεπικοινωνίες και το Διαδίκτυο (κατά τρόπο ανάλογο με αυτόν της αμερικανικής NSA), με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Η τέχνη της εξαπάτησης. Εκπαίδευση για μια νέα γενιά διαδικτυακών συγκαλυμμένων επιχειρήσεων» (The Art of Deception. Training for a New Generation of Online Covert Operations). Η παρουσίαση αυτή λίγο πολύ περιγράφει πώς οι δυτικές κυβερνήσεις εφαρμόζουν σήμερα πρακτικές διασποράς ψευδών ειδήσεων, πώς χρησιμοποιούν το Διαδίκτυο για να παγιδέψουν ανθρώπους και ότι προχωρούν σε διαδικτυακές επιχειρήσεις «πλαστής σημαίας» (false flag), δηλαδή ενέργειες που μετά αποδίδουν σε αντιπάλους τους για να τους εκθέσουν.

Τόσο ο πόλεμος στην Ουκρανία όσο –και κυρίως– και ο πόλεμος στη Συρία αποτέλεσαν αφορμές για έναν χωρίς προηγούμενο πόλεμο διαδικτυακής προπαγάνδας. Η ίδια η τροπή μιας αιματηρής και περίπλοκης σύγκρουσης στην οποία εμπλέκονται όχι μόνο οι εσωτερικές διαιρέσεις της Συρίας αλλά και το σύνολο των διεθνών παικτών είχε ως αποτέλεσμα, από τη μία, την ανάγκη της κυβερνητικής πλευράς και όσων ήταν στο πλευρό της (από τη Ρωσία μέχρι το Ιράν) μέσα από την ανάδειξη της βαρβαρότητας των ενόπλων τζιχαντιστών να αποσείσουν την κατηγορία ότι αφετηρία του πολέμου ήταν η καταστολή μιας δημοκρατικής εξέγερσης και, από την άλλη, την προσπάθεια των αντικυβερνητικών δυνάμεων να περιορίσουν τον αντίκτυπο γεγονότων όπως π.χ. ότι η Al-Nusra, νυν Jabhat Fateh al-Sham, η βασική ένοπλη οργάνωση που μάχεται το καθεστώς Άσαντ, είναι μια μετεξέλιξη της Al-Qaeda, μέσα από τη διαρκή προβολή εικόνων αμάχων και παιδιών από το πολιορκημένο Χαλέπι και όχι π.χ. των ενόπλων που βρίσκονταν στην πόλη. Η σύλληψη πέντε ατόμων από την αιγυπτιακή αστυνομία, τον περασμένο Δεκέμβρη, ενώ γύριζαν στο Πορτ Σάιντ βίντεο με ένα κοριτσάκι με αιματοβαμμένα ρούχα που υποτίθεται ότι μιλούσε για το δράμα στο Χαλέπι δείχνει ότι αρκετές από τις εικόνες που βλέπουμε μπορεί να είναι απλώς κατασκευασμένες.

Βεβαίως είναι ενδιαφέρον ότι στον δυτικό Τύπο αναφέρονται ως παραδείγματα μετα-αλήθειας και απόπειρες χειραγώγησης της πληροφόρησης από τη μεριά της Ρωσίας, ακόμη και τάσεις που μάλλον εξηγούνται με βάση την ίδια την πολιτική και κοινωνική κατάσταση και τις δυναμικές. Αυτό σε οριακές περιπτώσεις αγγίζει τα όρια της γελοιότητας, όπως για παράδειγμα με τις αναφορές στους New York Times ή το Newsweek ότι το Russia Today… επηρέασε με την προπαγάνδα του το αποτέλεσμα του βρετανικού δημοψηφίσματος υπέρ του Brexit! Όπως, αντίστοιχα μια πιο προσεκτική ματιά στα αποτελέσματα των αμερικανικών εκλογών, όπου η Χίλαρι Κλίντον κέρδισε, παρά τους… ρώσους χάκερ, τη λαϊκή ψήφο, αλλά έχασε σε εκλέκτορες εξαιτίας συγκεκριμένων εκλογικών μετακινήσεων σε Πολιτείες-κλειδιά δείχνει ότι το πρόβλημα δεν ήταν η επιβεβαίωση ενός γεγονότος ήδη γνωστού σε όποιον παρακολουθούσε τα βραδινά δελτία ειδήσεων, κοινώς της κοινότοπης αλήθειας ότι όντως η Κλίντον ήταν μια κυνική, φιλόδοξη και πολεμόχαρη πολιτική μηχανή πλήρως συντονισμένη με κρίσιμες μερίδες του αμερικανικού κεφαλαίου.

Δεν είναι τυχαίο πάντως  ότι η κατηγορία της μετα-αλήθειας κατεξοχήν εξακοντίζεται από την πλευρά  των φιλελεύθερων ελίτ ή τις διάφορες παραλλαγές του πολιτικού Κέντρου, δηλαδή των πολιτικών και ιδεολογικών ρευμάτων που είδαν το 2007-8 τις αγορές να μη συμπεριφέρονται ακριβώς ορθολογικά, που βλέπουν την παγκοσμιοποίηση να συναντά προσκόμματα, που συνειδητοποιούν ότι π.χ. η «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση» δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως κάτι το αυτονόητο από τις κοινωνίες. Συχνά η ρετσινιά της μετα-αλήθειας αποτυπώνει ακριβώς και ένα άγχος για την αμφισβήτηση των ιδεολογικών σταθερών που όρισαν την ηγεμονία τους το προηγούμενο διάστημα.

Το ψέμα σκοτώνει

Σε κάθε περίπτωση, καλό είναι να μην ξεχνάμε ότι η πιο μεγάλη πρόσφατη συνειδητή προσπάθεια παραπληροφόρησης δεν ήρθε από ρωσικά ή κινεζικά «εργοστάσια τρολ», αλλά έχει την υπογραφή των δυτικών κυβερνήσεων. Η εισβολή της «Συμμαχίας των Προθύμων» υπό την ηγεσία των ΗΠΑ στο Ιράκ το 2003, επιλογή που σημαίνει συνεχιζόμενη μέχρι σήμερα αιματοχυσία και αποσταθεροποίηση (συμπεριλαμβανομένης και της δημιουργίας των συνθηκών που αργότερα γέννησαν το ISIS), νομιμοποιήθηκε στη συνειδητή προβολή ενός κινδύνου από όπλα μαζικής καταστροφής που αποδείχτηκε ότι το Ιράκ δεν κατείχε, όπως παραδέχτηκαν ακόμη και οι Δυτικοί αργότερα. Η επίσημη έκθεση για τον πόλεμο του Ιράκ, που πραγματοποίησε επιτροπή υπό τον σερ Τζον Τσίλκοτ, ύστερα από παραγγελία της βρετανικής κυβέρνησης, κατέληξε το 2016 ότι δεν υπήρχαν επαρκείς ενδείξεις πριν από την εισβολή για την ύπαρξη όπλων μαζικής καταστροφής. Ωστόσο, τόσο ο βρετανός πρωθυπουργός Τόνι Μπλερ (που έκτοτε αναφέρεται συχνά με αναγραμματισμό ως Blair-Bliar) όσο και ο αμερικανός πρόεδρος Τζωρτζ Μπους ήταν τόσο αποφασισμένοι να προχωρήσουν με κάθε τρόπο στην εισβολή, να απαλλαγούν από έναν ενοχλητικό ηγέτη και να αποπειραθούν να εξάγουν ενόπλως «δημοκρατία και αγορά», που δεν δίστασαν να πουν χονδροειδή ψέματα.

Στις 29 Μαΐου 2003, δύο μήνες μετά την εισβολή, ο δημοσιογράφος του BBC Άντριου Γκίλιγκαν αποκάλυψε ότι η εκτίμηση για την ικανότητα του Ιράκ να μπορεί μέσα σε 45 λεπτά να εξαπολύσει στο πεδίο της μάχης επίθεση με χημικά και βιολογικά όπλα δεν προέκυπτε από τα στοιχεία των υπηρεσιών, αλλά ήταν μια προσθήκη που έγινε από τη μεριά της βρετανικής κυβέρνησης, με σκοπό η έκθεση να γίνει περισσότερο

«σέξι» (‘sexed-up’). Ο δημοσιογράφος στηρίχτηκε για την εκτίμηση αυτή σε πληροφόρηση που είχε από τον Ντέιβιντ Κέλυ, έναν από τους ειδικούς του βρετανικού υπουργείου Άμυνας στα όπλα μαζικής καταστροφής. Ο Κέλυ διαφωνούσε με την εκτίμηση περί της ύπαρξης όπλων μαζικής καταστροφής και όταν είδε τον Ιούνιο του 2003 στο Ιράκ τα υποτιθέμενα κινητά εργαστήρια βιολογικού πολέμου, δήλωσε off the record στον Observer ότι αυτά «δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για βιολογικό πόλεμο». Η ταυτότητά του ως πηγή της είδησης θα αποκαλυφθεί και θα κληθεί να καταθέσει ενώπιον της Επιτροπής Εξωτερικών υποθέσεων  του Βρετανικού Κοινοβουλίου στις 15 Ιουλίου 2003. Δύο ημέρες μετά θα βρεθεί νεκρός. Η επίσημη αυτοψία θα υποστηρίξει ότι ο Κέλυ αυτοκτόνησε κόβοντας με μαχαίρι τον αριστερό καρπό μέχρι την αρτηρία, ένα τραύμα που αρκετοί ειδικοί υποστήριξαν ότι πολύ δύσκολα  θα μπορούσε  να οδηγήσει σε θανατηφόρα αιμορραγία.

Στις ημέρες μας ο κίνδυνος από την κρατικά ενορχηστρωμένη μετα-αλήθεια δεν είναι απλώς η παραπλάνηση της κοινής γνώμης να αποδεχτεί πολεμικούς τυχοδιωκτισμούς στο όνομα «αυτοκρατορικών» σχεδίων. Η παραδοχή πως ό,τι προφέρεται ως αλήθεια είναι απλώς μια κοινωνική κατασκευή απειλεί να αποσυνδέσει την ίδια την πολιτική από την αλήθεια ως προς τις πραγματικές ανάγκες, δυνατότητες, προοπτικές. Αυτό βοηθά είτε την πλήρη παράδοση στην «αλήθεια των αγορών» (για να λειτουργούν «θα ξέρουν καλύτερα») και την υποκατάσταση της πολιτικής από το μάρκετινγκ, είτε την αντίληψη της αγανάκτησης και της διαμαρτυρίας ως επιλογής προτιμητέας μυθοπλασίας, στοιχείο που κατεξοχήν εκμεταλλεύονται  οι παραλλαγές της Ακροδεξιάς. Η επίγνωση  ότι απόλυτη αλήθεια δεν υπάρχει δεν πρέπει να μας κάνει να ξεχνάμε ότι η πολιτική με ορίζοντα τον πραγματικό εξορθολογισμό και τη χειραφέτηση της κοινωνίας δεν μπορεί παρά να είναι μια αξίωση αλήθειας.

About Παναγιώτης Σωτήρης (10 Articles)
O Παναγιώτης Σωτήρης εργάζεται ως δημοσιογράφος και μεταφραστής. Είναι διδάκτορας του Παντείου Πανεπιστημίου, έχει διδάξει πολιτική και κοινωνική φιλοσοφία σε ελληνικά πανεπιστήμια, και επιστημονικά άρθρα του έχουν δημοσιευτεί σε ελληνικά και διεθνή περιοδικά.