Ο έλεγχος των ΜΜΕ από Την πολιτική εξουσία: ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ

«Ο ελεύθερος Τύπος μπορεί να είναι είτε καλός είτε κακός, αλλά χωρίς ελευθερία είναι απoλύτως βέβαιο ότι δεν μπορεί να είναι οτιδήποτε άλλο από κακός», είχε πει ο γάλλος συγγραφέας Αλμπέρ Καμύ. Συμπληρώνοντας τη φράση του Καμύ, θα λέγαμε ότι ο ελεγχόμενος τύπος είναι εξ ορισμού «κακός Τύπος».

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙ Α: EUROKINISSI

Οι απόπειρες ελέγχου των ΜΜΕ από τις εκάστοτε πολιτικές εξουσίες αποτελούν παγκόσμιο και διαχρονικό φαινόμενο. Από αυτό τον κανόνα δεν θα μπορούσε να εξαιρεθεί και η Ελλάδα. Η απόλυτη υποταγή του έντυπου και ηλεκτρονικού Τύπου στην εξουσία επιδιώχθηκε, όπως και στα περισσότερα κράτη του πλανήτη, με δύο μεθόδους: είτε με τις διώξεις που άσκησαν απολυταρχικά και αντιδημοκρατικά πολιτεύματα, είτε με τη δημιουργία δεσμών αίματος ανάμεσα σε πολιτικούς και ιδιοκτήτες ΜΜΕ.

Αυτές οι συνθήκες εδραιώθηκαν από την εμφάνιση του Τύπου στην Ελλάδα. Κυβερνήσεις δημοκρατικά εκλεγμένες αλλά και δικτατορίες επιχείρησαν με όλους τους τρόπους να φιμώσουν τα ΜΜΕ. Μετά την πτώση της χούντας των συνταγματαρχών, όπου κάθε έννοια ελευθερίας του Τύπου είχε χαθεί, η περίοδος της Μεταπολίτευσης ξεκίνησε με υποσχέσεις περί σεβασμού της ελευθεροτυπίας από όλες τις κομματικές και ιδεολογικές πτέρυγες.

Πολύ σύντομα, όμως, φάνηκε –και αποδείχτηκε ποικιλοτρόπως εκ των υσ τέρων–  ότι μια  από τις βασικές  επιδιώξεις  των «γαλοζοπράσινων» κυβερνήσεων, από το 1974 και εντεύθεν, ήταν ο έλεγχος των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Τις τακτικές αυτές φαίνεται ότι γρήγορα ενστερνίστηκε και η «πρώτη φορά Αριστερά», παρά τις βαρύγδουπες προεκλογικές δεσμεύσεις της.

Ασφαλώς οι εκπρόσωποι της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας δεν έκλειναν τυπογραφεία, ούτε εξόριζαν δημοσιογράφους για να επιβάλουν τη «γραμμή» τους. Αυτό όμως δεν τους εμπόδισε να αξιοποιήσουν άλλες δυνατότητες που τους πρόσφερε το ίδιο το σύστημα, προκειμένου να πετύχουν τόσο τη χειραγώγηση του Τύπου όσο και των μιντιακών μέσων στο σύνολό τους. Από την εποχή του «εθνάρχη» Καραμανλή μέχρι τις μέρες του ΣΥΡΙΖΑ, η μόνιμη ανάγκη των κυβερνήσεων να ελέγξουν τον Τύπο άλλοτε γεννούσε σκάνδαλα, άλλοτε διώξεις σε βάρος δημοσιογράφων και άλλοτε μια «αρμονική συνύπαρξη» (με το αζημίωτο για την κάθε πλευρά), που μάθαμε να την αποκαλούμε με μια λέξη: διαπλοκή.

Τύπος κι εξουσία, μια πολύ στενή σχέση

Η σχέση της πολιτικής εξουσίας και της «τέταρτης εξουσίας» ήταν πάντοτε πολυτάραχη. Δεν ήταν φυσικά μόνο οι πολιτικοί που επιχείρησαν να ελέγξουν τα ΜΜΕ. Οι ιδιοκτήτες συγκροτημάτων του Τύπου –τμήμα του εγχώριου κατεστημένου που στην πορεία ισχυροποιήθηκε αποκτώντας έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα– επεδίωξαν και πέτυχαν την υποταγή κομμάτων και πολιτικών στα επιχειρηματικά τους σχέδια. Είτε μέσω εκβιασμών απέναντι σε πολιτικά πρόσωπα, είτε μέσω σκληρής πολεμικής, είτε με την παροχή απόλυτης στήριξης σε κυβερνήσεις, οι ιδιοκτήτες ΜΜΕ έγιναν βασικοί «παίκτες» στην εφαρμογή βασικών πολιτικών, προωθώντας παράλληλα τα δικά τους συμφέροντα.

Σύμφωνα με τη φιλελεύθερη  αντίληψη, τα ΜΜΕ πρέπει να δρουν ελεγκτικά  απέναντι στο κράτος και να παρακολουθούν την άσκηση των τριών εξουσιών (εκτελεστική, νομοθετική, δικαστική) αποκαλύπτοντας τυχόν καταχρήσεις και εξασφαλίζοντας τη διαφάνεια. Ωστόσο, ιδιοκτήτες και δημοσιογράφοι γίνονται τμήμα του κατεστημένου που υποτίθεται ότι καλούνται να ελέγξουν.  Φυσικά, η συγκεκριμένη εξέλιξη δεν είναι σημερινό φαινόμενο, ούτε απότοκο της κυριαρχίας του νεοφιλελευθερισμού. Επί των ημερών του, όμως, έχει αποκτήσει καθεστωτικά χαρακτηριστικά.

Η δεκαετία που άλλαξε τον Τύπο

Μέχρι τη δεκαετία του 1970 τα εκδοτικά συγκροτήματα παίζουν κυρίως πολιτικό ρόλο. Ρίχνουν και ανεβάζουν κυβερνήσεις, παρεμβαίνουν εκκωφαντικά στα πολιτικά δρώμενα. Το Βήμα του Λαμπράκη και η Καθημερινή της Βλάχου έπαιζαν και έστηναν πολιτικά παιχνίδια. Οι εκδότες εκείνης της εποχής έχουν σχέσεις με την πολιτική εξουσία. Ενώ γίνονται προσπάθειες ελέγχου τους από τις εκάστοτε κυβερνήσεις, οι ίδιοι δεν έχουν διευρυμένες επιχειρηματικές δραστηριότητες, ασχέτως αν λειτουργούν προς όφελος συγκεκριμένων οικονομικών συμφερόντων ή πολιτικών κέντρων μέσα και έξω από τη χώρα. Η Δεξιά και ο πρώτος πρωθυπουργός της Μεταπολίτευσης Κωνσταντίνος Καραμανλής, εκφραστές της παράταξης των νικητών του Εμφυλίου, ελέγχουν σε μεγάλο βαθμό τον Τύπο, ενώ αξιοποιώντας μια σειρά από «χουντονόμους», που έχουν ξεμείνει στο νομικό οπλοστάσιο της χώρας, ασκούν αυστηρή λογοκρισία στα έντυπα που σιγά-σιγά ξεπηδούν.

Το μοντέλο του εκδότη-επιχειρηματία,  πάνω στο οποίο θα χτιστεί όλο το οικοδόμημα της εγχώριας διαπλοκής,  αρχίζει να ανθίζει τη δεκαετία του 1980. Η είσοδος του ΠΑΣΟΚ στο πολιτικό σκηνικό έφερε ανακατατάξεις και στον χώρο του Τύπου. Ο Ανδρέας Παπανδρέου, που γνώριζε όσο λίγοι πολιτικοί την αξία του ελέγχου των ΜΜΕ, φρόντισε από την πρώτη στιγμή να αναγάγει σε προτεραιότητα τη δημιουργία φίλιων μέσων που θα στήριζαν τη βέβαιη άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία. Χωρίς υπερβολή, ο Ανδρέας Παπανδρέου πετυχαίνει να δημιουργήσει «κομματικό Τύπο», ο οποίος Τύπος μάλιστα δεν χρειάζεται να το δηλώνει επαναλαμβάνοντας σε όλους τους τόνους ότι είναι «ανεξάρτητος» και προασπίζει την «ελευθεροτυπία». Αυτό συνέβαινε φυσικά μόνο στα χαρτιά και στις στομφώδεις δηλώσεις διότι –επί της ουσίας– το Καστρί και η Χαριλάου Τρικούπη κινούσαν παρασκηνιακά τα νήματα και έλεγχαν τα ΜΜΕ.

Πρώτος σε αυτή τη λίστα εντάσσεται ο Γιώργος Μπόμπολας. Ανοίγει, παραμονές των εκλογών του ’81, την εφημερίδα Έθνος με «προοδευτικό» στίγμα και υποδηλώνει σαφέστατα την «προτίμησή» του στο κόμμα του Ανδρέα Παπανδρέου. Ταυτόχρονα, κλείνει το μάτι στο ΚΚΕ, είναι η εποχή των «δημοκρατικών δυνάμεων». Έναν χρόνο νωρίτερα, είχε προηγηθεί η έκδοση της Αυριανής των αδελφών Κουρή, η οποία με τον επιθετικό κιτρινισμό της αναλαμβάνει να χτυπήσει τα στελέχη και τους υπουργούς της ΝΔ, παρουσιάζοντάς τους άλλες φορές ως γερμανοτσολιάδες, άλλες ως συνεργάτες της χούντας και σχεδόν πάντοτε ως προδότες. Θα αποτελέσει και την αιχμή του δόρατος, μετά το 1985, σε μια χωρίς όρια χυδαιότητας επίθεση στην Αριστερά.

Τα δυο πρώτα «μαγαζιά» είχαν στηθεί και ήταν απόλυτα ελεγχόμενα από τον Ανδρέα Παπανδρέου. Βέβαια για τα πάντα υπάρχει ένα τίμημα. Ο Μπόμπολας, δειλά στην αρχή και εξόφθαλμα στην πορεία, μετατράπηκε σε «εθνικό εργολάβο». Όσο για τον Κουρή, εξασφάλισε μια άνευ προηγουμένου ευνοϊκή μεταχείριση, η οποία φυσικά του απέδωσε και οικονομικούς καρπούς, αφού ήταν από τους πρώτους που πήραν άδεια τηλεοπτικού σταθμού. Η πρώτη τετραετία της απόλυτης κυριαρχίας του Ανδρέα Παπανδρέου οδήγησε και άλλους ισχυρούς εκδότες στην αυλή του. Η Ελευθεροτυπία του Κίτσου Τεγόπουλου, παρότι συνεχίζει να πουλάει… ανεξαρτησία, αλλά και τα Μέσα του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη (Βήμα, Νέα) προσφέρουν απλόχερη στήριξη στο ΠΑΣΟΚ. Είναι χαρακτηριστικό ότι Λαμπράκης και Ψυχάρης μπαινοβγαίνουν στο Μαξίμου και στα υπουργικά γραφεία της εποχής. Μέχρι το 1985 ο Ανδρέας Παπανδρέου έχει καταφέρει το μέγιστο: ελέγχει τα ισχυρότερα συγκροτήματα του Τύπου, έχοντας απέναντί του μόνο τον παραδοσιακό δεξιό τύπο και τα έντυπα (Αυγή, Ριζοσπάστης) της Αριστεράς.

Ωστόσο, για να μη βγαίνουν λανθασμένα συμπεράσματα, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε το εξής: Ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν μεν πανίσχυρος πολιτικά, αλλά δεν μάγεψε τα ΜΜΕ. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι με τον έναν ή τον άλλον τρόπο οι εκδότες είναι συνοδοιπόροι  της εκάστοτε εξουσίας. Στηρίζουν τις κυβερνήσεις, αφού με τον τρόπο αυτό βάζουν πλάτη για τη διαιώνιση του συστήματος που «ταΐζει» του ίδιους ή έστω τα έμμεσα αφεντικά τους. Η ανεξάρτητη δημοσιογραφία τις περισσότερες φορές είναι ένας μύθος, καθώς κινείται στα όρια που καθορίζει η εκάστοτε πολιτική ηγεσία μαζί με τα οικονομικά συμφέροντα.

Ακριβώς πάνω σε αυτή τη λογική στήθηκε και το φαινόμενο Κοσκωτά που γέννησε το μεγαλύτερο σκάνδαλο των μεταπολιτευτικών χρόνων και κατέληξε στην περιβόητη δίκη με κατηγορούμενους τον πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου και μεταξύ άλλων σημαντικούς υπουργούς του (Κουτσόγιωργα, Τσοβόλα, Πέτσο και Ρουμελιώτη). Το σκάνδαλο αυτό σηματοδοτεί την έναρξη της εποχής της σύγχρονης διαπλοκής. Ο  Παπανδρέου επιδιώκει να δημιουργήσει έναν εκδότη-τραπεζίτη-επιχειρηματία που, αποκτώντας τον έλεγχο εντύπων, τραπεζών και κάθε λογής επιχειρήσεων, θα αποτελούσε τον πολιορκητικό κριό για να ανατραπεί το παλιό επιχειρηματικό κατεστημένο και να έρθουν τα νέα τζάκια. Θέλει τον απόλυτο έλεγχο των ΜΜΕ αλλά και μεγάλου τμήματος της οικονομίας (μέσω μιας ακόμα ισχυρής τράπεζας που τροφοδοτείται με το ρευστό των ΔΕΚΟ), όχι φυσικά στο όνομα του «σοσιαλισμού» που πλέον δεν επικαλείται ούτε λεκτικά, αλλά για τη δημιουργία επιχειρηματικών κέντρων, συμμάχων στην προσπάθεια  διατήρησης της εξουσίας. Και μπορεί το σκάνδαλο που ξέσπασε, φανερώνοντας και χρηματισμό στελεχών και υπουργών του ΠΑΣΟΚ, να τερμάτισε προσωρινά τις πολιτικές φιλοδοξίες του Παπανδρέου, έβαλε όμως τις βάσεις για τη νέα εποχή, της οποίας η δυναμική φτάνει μέχρι τις μέρες μας.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: EUROKINISSI / ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ - Ο Νίκος Παππάς στην ορκομωσία του νέου ΕΣΡ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: EUROKINISSI / ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ – Ο Νίκος Παππάς στην ορκομωσία του νέου ΕΣΡ

Το «βρώμικο 1989»

Ακολουθεί το «βρώμικο 1989», όπου δίνεται πραγματική μάχη για τον έλεγχο των ΜΜΕ. Με τον Παπανδρέου να κουβαλά στην πλάτη του το σκάνδαλο Κοσκωτά και τον Μητσοτάκη να καταγγέλλει τα διαπλεκόμενα συμφέροντα, η συντριπτική πλειονότητα των ΜΜΕ αναλαμβάνει να παίξει τον προπαγανδιστή της «κάθαρσης», που ζητά άμεσα αποτελέσματα στο όνομα του λαού… Η πλάστιγγα τελικά γέρνει υπέρ του Μητσοτάκη που μετά από διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις –εξαιτίας του εκλογικού νόμου που δεν δίνει εύκολα αυτοδυναμία– έρχεται το 1990 στην εξουσία. Όμως, η άνοδος Μητσοτάκη στην εξουσία έχει ένα σημαντικό ορόσημο που φέρει την υπογραφή όλων των πολιτικών δυνάμεων του τόπου – ακόμα και της επίσημης Αριστεράς. Στη διάρκεια των αλλεπάλληλων εκλογικών αναμετρήσεων συγκροτείται η αλήστου μνήμης κυβέρνηση Τζαννετάκη (με τη στήριξη ΝΔ και ενιαίου τότε Συνασπισμού) και στη συνέχεια η εξίσου αλήστου μνήμης οικουμενική κυβέρνηση Ζολώτα (και με τη στήριξη του ΠΑΣΟΚ!). Η κυβέρνηση Τζαννετάκη μοιράζει δωρεάν τις πρώτες  άδειες για τη δημιουργία ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών. Το μοίρασμα της πίτας δεν έγινε με στόχο την τηλεοπτική πολυφωνία, αλλά με σαφή στόχο να διατηρηθεί ο έλεγχος των κυβερνώντων απέναντι στους ιδιοκτήτες. Μια σχέση που στην πορεία, ανεξαρτήτως χρώματος κυβερνητικής παράταξης, έγινε αμφίδρομη και τελικά σύμφυτη.

Στο νέο τοπίο που διαμορφωνόταν, η ΝΔ επεδίωξε να έχει τον πρώτο λόγο. Ήδη από το 1985 η Νέα Δημοκρατία, έβαλε στο πρόγραμμα του κόμματος τη δημιουργία  ιδιωτικής τηλεόρασης.  Το ΠΑΣΟΚ, από την πλευρά του, ξεσήκωσε τους υπαλλήλους της ΕΡΤ, που φοβήθηκαν ότι η ΝΔ ήθελε να ιδιωτικοποιήσει τα κρατικά κανάλια και επιπλέον ότι θα απολυθούν. Το 1985 η πρόταση της ΝΔ γίνεται με την αρωγή πολλών επιχειρηματιών, οι οποίοι επιδιώκουν να σπάσει το κρατικό τηλεοπτικό μονοπώλιο, δηλαδή ο κρατικός έλεγχος  της  τηλεοπτικής ενημέρωσης που εκείνη τη στιγμή ήταν στα χέρια του Ανδρέα. Η ΝΔ μάλιστα οργάνωσε ακόμα και διαδηλώσεις υπέρ της ιδιωτικής τηλεόρασης. Σε μία από αυτές, αξίζει να σημειωθεί, εντοπίστηκε έγκαιρα βόμβα, που αν είχε εκραγεί θα είχε τινάξει στον αέρα τον Μητσοτάκη αλλά  και πολλούς πολίτες. Για την ιστορία, την ευθύνη για την βόμβα δεν την ανέλαβε ποτέ κανείς…

Τελικά, η ιδιωτική τηλεόραση, με τις ευλογίες και της επίσημης Αριστεράς (Συνασπισμός), κάνει πρεμιέρα τον Νοέμβριο του 1989, με το Mega να γίνεται το πρώτο ιδιωτικό κανάλι της χώρας. Το άρθρο 4 του νόμου 1866/89 έδινε τη δυνατότητα δημιουργίας μη κρατικής τηλεόρασης σε όσους είχαν εμπειρία και παράδοση στα ΜΜΕ. Με αυτά τα δεδομένα, το «Μεγάλο Κανάλι» γίνεται ο σταθμός των εκδοτών. Την προσωρινή άδεια υπογράφουν οι υπουργοί της κυβέρνησης Τζαννετάκη: Αθανάσιος Κανελλόπουλος, Αντώνης Σαμαράς, Νίκος Κωνσταντόπουλος και Νίκος Γκελεστάθης. Η άδεια δίνεται βάσει μιας ευρωπαϊκής σύμβασης για τα ανθρώπινα δικαιώματα και ενός χουντικού νόμου του 1972, σχετικού με τη λειτουργία πειραματικών σταθμών με σκοπό την πρόοδο της επιστήμης. Αρχικοί μέτοχοι είναι οι Χρήστος Λαμπράκης, Βαρδής Βαρδινογιάννης, Γιώργος Μπόμπολας, Κίτσος Τεγόπουλος και Αριστείδης Αλαφούζος.

Το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου αντιδρά στη δημιουργία της ιδιωτικής τηλεόρασης, όχι όμως για ιδεολογικούς λόγους. Στους στόχους του Ανδρέα Παπανδρέου, όπως λένε τότε στενοί του συνεργάτες, ήταν και η δημιουργία ιδιωτικών καναλιών, με την προϋπόθεση όμως ότι ο ίδιος θα αναλάμβανε να μοιράσει την πίτα. Το 1989 έβλεπε ότι τα κανάλια περνούσαν στα χέρια εκείνων που συνασπίστηκαν για να τον ρίξουν από την εξουσία, ενώ η ΝΔ δημιουργούσε ένα φιλικό τηλεοπτικό τοπίο.

Στην πορεία δημιουργήθηκαν και οι άλλοι τηλεοπτικοί σταθμοί, ιδιοκτήτες των οποίων ήταν επιχειρηματίες και εκδότες, οι περισσότεροι από τους οποίους βρίσκονταν απέναντι από το ΠΑΣΟΚ. Αρχικά ο Ant1, σε συνεργασία του Μίνωα Κυριακού με εκδότες και εφοπλιστές (Βουδούρης, Πουρνάρας, Καλογρίτσας, Γουρδομιχάλης, Ηλιάδης, Ξανθόπουλος, Παπαδόπουλος). Ακολούθησαν το Star του Βαρδή Βαρδινογιάννη με τη συμμετοχή δύο δεξιών εφημερίδων, του Ελεύθερου Τύπου (Άρης Βουδούρης) και της Απογευματινής (Πάνος Καραγιάννης) και ο Sky του Γιάννη Αλαφούζου.

Αν και φαινομενικά η ΝΔ δημιουργούσε ένα απόλυτα ελεγχόμενο τηλεοπτικό σκηνικό, δεν άργησε να φανεί ότι τα κανάλια  θα λειτουργούσαν με γνώμονα την εδραίωση της εκάστοτε εξουσίας και θα συμβάδιζαν με αυτήν, εφόσον βέβαια εξυπηρετούσε τα συμφέροντά τους. Η πτώση  της ΝΔ οφείλεται σε μεγάλο βαθμό και στον ρόλο των ΜΜΕ που πρόβαλαν και στήριξαν, για τους δικούς τους λόγους, την οργισμένη  αντίδραση της κοινωνίας σ τις νεοφιλελεύθερες  μεταρρυθμίσεις της κυβέρνησης,  με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την υπόθεση ιδιωτικοποίησης των λεωφορείων της ΕΑΣ. Εξάλλου, ο ίδιος ο Μητσοτάκης ήταν αυτός που κατήγγειλε τον Sky του Αλαφούζου ως υποκινητή της

«αποστασίας» Σαμαρά, η οποία οδήγησε στην πτώση της κυβέρνησής  του. Η επάνοδος του Ανδρέα Παπανδρέου στην εξουσία δεν άργησε να αναδείξει αυτή την πτυχή. Το Mega στήριξε με συνοπτικές διαδικασίες τη νέα κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και έπαιξε καθοριστικό ρόλο μαζί με τα έντυπα του ΔΟΛ αλλά και το Έθνος του Μπόμπολα, προκειμένου να επιβληθεί στη θέση του νέου προέδρου του ο Κώστας Σημίτης. Η κυβέρνηση Σημίτη γίνεται συνώνυμο της διαπλοκής. Το αφήγημα του «εκσυγχρονισμού» αγκαλιάζεται από το σύνολο των συστημικών ΜΜΕ, ενώ με μπροστάρη το Mega και τα έντυπα του ΔΟΛ η νέα κυβέρνηση απολαμβάνει πρωτοφανή στήριξη. Σε τέτοιο βαθμό που φαίνεται να ελέγχει απόλυτα κάθε είδηση που κυκλοφορεί…

Η περίοδος Σημίτη, ο παράδεισος της διαπλοκής

Δυστυχώς, επί των ημερών των κυβερνήσεων Σημίτη, η διαπλοκή ήταν το μόνο πράγμα που εκσυγχρονίστηκε στη χώρα. Μέσα από πλήθος νόμων, οι ιδιοκτήτες των ΜΜΕ και παράλληλα επιχειρηματίες απόλαυσαν πρωτόγνωρη νομική ασυλία, κλείνοντας τη μια δουλειά μετά την άλλη χωρίς τίποτα να εμποδίζει την παράλληλη ιδιότητά τους. Αυτή η απόλυτη αυθαιρεσία δημιούργησε και μια σειρά σκανδάλων. Από το σκάνδαλο του Χρηματιστηρίου μέχρι αυτά των εξοπλιστικών, της Siemens και της υπερκοστολόγησης των μεγάλων έργων, όποια πέτρα κι αν σήκωνες από κάτω υπήρχε πάντοτε ένα εκδότης-επιχειρηματίας που είχε άμεση ή έμμεση εμπλοκή.

Ο «εθνικός κατασκευαστής» Μπόμπολας αποκόμισε δισ. Ευρώ από τα μεγάλα έργα, την ίδια ώρα που μέσα από τα έντυπά του και το «Μεγάλο Κανάλι» πρόσφερε απλόχερα τη στήριξή του στην κυβέρνηση Σημίτη. Ύμνοι επί ύμνων για υπουργούς, κολακευτικές αναφορές για την κυβέρνηση και κυρίως κάλυψη των σκανδάλων, όπως αυτό των εξοπλιστικών, με τις ευθύνες  να στρέφονται συνήθως σε κάποιον αποδιοπομπαίο τράγο, όπως ο Άκης Τσοχατζόπουλος, αφού οι έμποροι όπλων μέσω διάφορων δρόμων τάιζαν τα ΜΜΕ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο επιχειρηματίας Θωμάς Λιακουνάκος, που επενδύει στην εφημερίδα Κέρδος, αφού οι εργολαβίες εκείνης της εποχής είχαν μεγάλα κονδύλια και εξοπλιστικά προγράμματα.

Η περίοδος Σημίτη συνδέθηκε και με το γιγάντιο σκάνδαλο του Χρηματιστηρίου. Εκεί φάνηκε πώς μπορεί μια κυβέρνηση να επικρατήσει απόλυτα στον πόλεμο για τον έλεγχο των ΜΜΕ. Τα «σομόν έντυπα» (οι οικονομικές εφημερίδες) αναλαμβάνουν να παίξουν το παιχνίδι της κυβέρνησης Σημίτη για την ανάπτυξη της χώρας μέσα από τον ναό της Σοφοκλέους. Ο Ανδρουλιδάκης με τον Επενδυτή, οι αδελφοί Νιάκα με την εφημερίδα Χρηματιστήριο, ο Πάνος Μπουσμπουρέλης –με τη διακριτική στήριξη μελών της οικογένειας Βαρδινογιάννη– με την Ισοτιμία, ο Αντώνης Πίκουλας με την Αξία, ο Κώστας Κοντογεώργος με τον Μέτοχο, ο Γιάννης Φωτόπουλος με την Οικονομία και άλλοι πολλοί παίζουν καθοριστικό ρόλο στη χειραγώγηση του ελληνικού λαού. Από κοντά και τα ιδιωτικά κανάλια, που στήνουν αφιερώματα για το θαύμα των μετοχών, με αποτέλεσμα δισ. ευρώ να αλλάξουν χέρια μέσα σε λίγους μήνες. Τελικά, όταν η «φούσκα» σκάει, μεγάλο μέρος από τις καταθέσεις του ελληνικού λαού καταληστεύεται, αλλά το καθεστώς Σημίτη διατηρεί τον έλεγχο των ΜΜΕ και εξακολουθεί να απολαμβάνει τη στήριξή τους.

Η κυβέρνηση Σημίτη κατάφερε να ελέγξει πλήρως τον χώρο των ΜΜΕ και για έναν επιπλέον λόγο: Δεν ζήτησε ποτέ ευρώ από τους ιδιοκτήτες τους, ούτε άνοιξε ποτέ την πόρτα για να μπουν νέοι μεγάλοι παίκτες στον χώρο. Με τον τρόπο αυτό διατήρησε αλώβητο το μιντιακό κατεστημένο, γεγονός που κατά κάποιον τρόπο ήταν και το μεγαλύτερο δώρο που μπορούσε να τους κάνει. Νομιμοποιούσε, μάλιστα, αυτή την πολιτική μέσα από εικονικούς διαγωνισμούς που φρόντιζε να μην πραγματοποιούνται. Έτσι, το 1997 με υπουργό Τύπου τον Δημήτρη Ρέππα, προκήρυξε διαγωνισμό για τη χορήγηση 117 αδειών τηλεοπτικών σταθμών: έξι εθνικής εμβέλειας, 53 περιφερειακής και 58 τοπικής. Κατατέθηκαν 160 υποψηφιότητες. Πέρασαν όμως πέντε χρόνια και δόθηκαν δύο παρατάσεις. Ο διαγωνισμός δεν έγινε ποτέ. Το 2002, ο τότε υπουργός  Τύπου Χρήστος Πρωτόπαππας κήρυξε τον διαγωνισμό άγονο και προκήρυξε νέο. Σε αυτόν  κατατέθηκαν 15 υποψηφιότητες, αλλά επίσης δεν έγινε ποτέ! Το 2004 ο Σημίτης εγκατέλειψε την εξουσία αφήνοντας πίσω του ένα πανίσχυρο μιντιακό τοπίο που στην κυριολεξία έλεγχε τον τόπο. Και δυστυχώς ούτε αυτό ήταν… μακέτο.

Ο Καραμανλής και η κάθαρση που δεν έγινε

Ήταν τόσο εμφανής η «σαπίλα»  του συστήματος, που ο Κώστας Καραμανλής με μια ανώνυμη καταγγελία (περί «νταβατζήδων»), μια επώνυμη (κατηγορώντας τον Σημίτη ως «αρχιερέα της διαπλοκής») και με μια μάλλον αόριστη υπόσχεση περί κάθαρσης, ανέλαβε πανηγυρικά την εξουσία. Με τον νόμο 3310/2005, γνωστό ως του «βασικού μετόχου», η κυβέρνηση Καραμανλή επιχείρησε να αλλάξει το τηλεοπτικό τοπίο. Όχι φυσικά με γνώμονα το χτύπημα της διαπλοκής, αλλά την επιβολή ενός νέου μιντιακού κατεστημένου, στο οποίο θα είχε τον έλεγχο. Το ποσοστό του βασικού μετόχου, δηλαδή αυτού που θα είχε ένας επιχειρηματίας μέσα σε κάποιο κανάλι, ορίστηκε στο 1% και το ασυμβίβαστο επεκτάθηκε σε όλα τα συγγενικά του πρόσωπα και ιδρύματα που σχετίζονται μαζί του. Ο νόμος δεν ψηφίστηκε ποτέ. Ο Ρουσόπουλος έφτιαξε νέο νόμο το 2007, χωρίς τις αυστηρές προβλέψεις του πρώτου, έλαβε και τη στήριξη του ΣΥΝ του Ν. Κωνσταντόπουλου, και ψηφίστηκε στη Βουλή. Τελικά, ο νόμος Ρουσόπουλου (3592/2007), που, μεταξύ άλλων, προέβλεπε και τη διαδικασία «αδειοδότησης των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών με την έκδοση υπουργικής απόφασης για τον αριθμό των αδειών, την εμβέλειά τους και το είδος προγράμματος», έμεινε στα χαρτιά.  Ο Καραμανλής ποτέ δεν κατάφερε να πάρει τον έλεγχο των καναλιών και συμβιβάστηκε με μια ήπια αντιπολιτευτική τακτική που ακολούθησαν εκείνα απέναντί του.

Παπανδρέου, Σαμαράς και Βενιζέλος: μνημόνια και Τύπος

Τον έλεγχο των ΜΜΕ επεδίωξε και αρχικά πέτυχε και η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου προκειμένου να έρθει στην εξουσία. Μετά την εσωκομματική επικράτηση απέναντι στον Ευάγγελο Βενιζέλο, απόλαυσε  τη στήριξή των ΜΜΕ. Τα «πορτρέτα» έδιναν κι έπαιρναν. Εκεί όμως που φάνηκε ξεκάθαρα η δύναμή τους ήταν όταν στήριξαν την επιλογή Γιώργου Παπανδρέου για την είσοδο της χώρας στο μνημόνιο. Η ομολογία του Γιάννη Πρετεντέρη στο βιβλίο του με τίτλο Ο Ψυχρός Εμφύλιος – Τα πρόσωπα & τα γεγονότα που διέλυσαν μια χώρα (εκδόσεις Πατάκη), όπου ο δημοσιογράφος σημειώνει ότι σχεδόν όλοι γνώριζαν από την πρώτη στιγμή πως το χρέος δεν είναι βιώσιμο, αλλά επέλεξαν  να το κρύψουν από τον ελληνικό λαό, προκειμένου να αποδεχτεί την πολιτική των μνημονίων, αποτελεί μια περίτρανη απόδειξη για τον έλεγχο των εξουσιών στα ΜΜΕ. Περίτρανη απόδειξη και για τα συμφέροντα που τα διάφορα ΜΜΕ προάσπιζαν μέσω της απόκρυψης ή διαστρέβλωσης της πραγματικότητας.

Η πεπατημένη, λοιπόν, εφαρμόστηκε και από την κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου, η οποία, προκειμένου  να έχει τη στήριξη των Μέσων αλλά και τον έλεγχο της πληροφόρησης, εκτός από τη συνέχιση της παραχώρησης των έργων (αυτοκινητόδρομοι), χάρισε για 17 εκατομμύρια ευρώ το ψηφιακό σήμα στους ιδιώτες καναλάρχες. Μεσολάβησε για να σβηστούν χρέη επιχειρηματιών-ιδιοκτητών ΜΜΕ και πίεσε τους τραπεζίτες να δώσουν δάνεια σε χρεοκοπημένα ΜΜΕ, όπως αυτά του ομίλου του ΔΟΛ. «Παίρναμε δάνεια χωρίς εγγυήσεις» ομολόγησε πρόσφατα ο Φ. Μπόμπολας στην εξεταστική επιτροπή της Βουλής.

Πρώτη φορά Αριστερά, όπως κάθε φορά έλεγχος του Τύπου

Όταν η σκυτάλη πέρασε στα χέρια των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ οι πομπώδεις αναφορές περί θέσπισης «κανόνων στο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο» και η «πάταξη της διαπλοκής» έγιναν σημαίες. Ωστόσο, με την υπογραφή του 3ου Μνημονίου τον Αύγουστο του 2015, άρχισε να γίνεται σαφές ότι οι στόχοι είχαν πλέον αναπροσαρμοστεί. Με το που τελείωσαν οι εκλογές της 20ής Σεπτεμβρίου, η νέα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ γνώριζε πολύ καλά τι είδους μέτρα θα κληθεί να νομοθετήσει. Ήξερε επίσης ότι η επικοινωνιακή διαχείριση των κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών θα ήταν πλέον ύψιστης σημασίας για την παραμονή της στην εξουσία. Το πολιτικό προϊόν της δεν ήταν πλέον συμβατό με τις κοινωνικές ανάγκες. Και ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο χρειαζόταν τον κατάλληλο μηχανισμό «μάρκετινγκ»• στην προκείμενη περίπτωση: ένα φιλικό δίκτυο ΜΜΕ. Δεν είχε πλέον νόημα να ουδετεροποιηθούν τα τηλεοπτικά κανάλια και τα μιντιακά συγκροτήματα,  δεν αρκούσαν πρόσκαιρες συμφωνίες. Απαιτούνταν δομικές σχέσεις και έλεγχος στο πώς θα προβαλλόταν η κυβερνητική εικόνα. Μόνο έτσι θα φάνταζαν τα μνημονιακά μέτρα αναγκαία, η κυβέρνηση πως τάχα παλεύει με τα θηρία και το «παράλληλο πρόγραμμα», υπαρκτό και ρεαλιστικό.

Οι γενικόλογες διακηρύξεις του αρμόδιου υπουργού Ν. Παππά, ήδη από τον Φλεβάρη του 2015, περί «εφαρμογής των νόμων» για τις άδειες των ΜΜΕ θα έπαιρναν σάρκα και οστά υπό το φως των νέων αναγκαιοτήτων. Κάπως έτσι προέκυψε η νομοθέτηση του όλου πράγματος. Ο αρχικός σχεδιασμός ήθελε το κανάλι του Χ. Καλογρίτσα «τηλεοπτικό κάστρο» της κυβέρνησης  και μια αναδιάταξη των επιχειρηματιών που θα καθόριζαν τη γραμμή των Μέσων. Ο Ψυχάρης εκτός παιχνιδιού, Μπόμπολας και όμιλος Αnt1 να χαμηλώσουν τους αντιπολιτευτικούς τόνους, και οι νέοι παίκτες να αλλάξουν τη σύνθεση του τοπίου.

Πολλές είναι οι εξηγήσεις γιατί αυτός ο σχεδιασμός δεν προχώρησε. Οι λεγόμενοι «παλιοί καναλάρχες» αποδείχθηκαν πολύ σκληροί για να πεθάνουν, ο Στουρνάρας και η Τράπεζα της Ελλάδος έχουν αλλεργία στις αλλαγές, ενώ εντοπίστηκαν και ερείσματα του μιντιακού κατεστημένου και εντός κυβέρνησης. Ο Χ. Καλογρίτσας φεύγει από το παιχνίδι, όταν η ΤτΕ βγάζει στη φόρα τα προβληματικά δάνεια και ο Πάνος Καμμένος βάλλει εναντίον του. Η απόφαση του ΣτΕ έρχεται να ολοκληρώσει την απορρύθμιση του σχεδίου. Το μέλλον αυτής της υπόθεσης παραμένει άγνωστο.

Το γνωστό πλέον αλλά και κάτι παραπάνω από σαφές είναι ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δείχνει αποφασισμένη να αποκτήσει καθεστωτικά χαρακτηριστικά, παρόμοια με εκείνα που κράτησαν όρθιες τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ, ιδίως μετά το 1993. Άλλωστε από αυτήν τη μήτρα προέρχονται και πολλοί από τους συμβουλάτορες του Μεγάρου Μαξίμου σε τέτοιου είδους ζητήματα. Η κυβέρνηση θα αναγκαστεί να πορευτεί για τους κρίσιμους επόμενους  μήνες με τα ΜΜΕ που ήδη υπάρχουν. Είναι επίσης φανερό πως σκοπεύει να χρησιμοποιήσει κάθε απαραίτητο μέσο είτε πρόκειται για συμβιβασμούς και συμφωνίες, είτε για πιέσεις με όλο το θεσμικό οπλοστάσιο που κάθε κυβέρνηση έχει στη διάθεσή της. Ένα από αυτά θα είναι και οι πολιτικοί εκβιασμοί ή ακόμα και η χρήση ένδικων μέσων, εξώδικων και αγωγών απέναντι σε φωνές που δεν αρέσουν ή που ανατρέπουν τα σχέδια των νέων κυβερνώντων για έλεγχο των «μαγαζιών». Οι κινήσεις του πολιτικού εκφοβισμού πιθανά να διαδεχθούν εκείνες της λογοκρισίας όχι με απευθείας φίμωση, αλλά μέσω οικονομικού στραγγαλισμού με βαρύτατες οικονομικές δικαστικές καμπάνες.

Η ελευθεροτυπία στην εποχή των μνημονίων μάλλον θεωρείται πολυτέλεια για όλες τις μορφές της εξουσίας.

About Λευτέρης Χαραλαμπόπουλος (16 Articles)
Ο Λευτέρης Χαραλαμπόπουλος είναι δημοσιογράφος και Εκδότης - Διευθυντής του περιοδικού REPORT. Από το 2011 είναι, επίσης, Υπεύθυνος Έκδοσης του περιοδικού UNFOLLOW. Έχει συνεργαστεί με εφημερίδες και περιοδικά, όπως Το Βήμα και το περιοδικό Περιοδικό. Έχει διατελέσει αρχισυντάκτης του περιοδικού BHMAgazino και διευθυντής της εφημερίδας FAQ. Δημοσιογραφεί από το 1990.