Τα Μιντιακά πραξικοπήματα στη Λατινική Αμερική

Παρότι οι χώρες της Λατινικής Αμερικής με αριστερές κυβερνήσεις και ιδίως η Βενεζουέλα και η Βολιβία αναφέρονται ως παραδείγματα χωρών που παραβιάζουν την ελευθερία του Τύπου, μια ματιά στην πρόσφατη ιστορία τους δείχνει και μια άλλη πλευρά: αυτή της συμβολής των ΜΜΕ σε σχέδια αυταρχικής εκτροπής.

Αν κανείς εξετάσει τους διάφορους δυτικούς οργανισμούς που υποστηρίζουν ότι ασχολούνται με την ελευθερία του Τύπου, όπως για παράδειγμα το Freedom House, τότε η κατάσταση με την ελευθερία του Τύπου στις χώρες της Λατινικής Αμερικής που λειτουργούν ως παραδείγματα αριστερής διακυβέρνησης δεν φαίνεται να είναι και η καλύτερη.

Σε ό,τι αφορά  τη Βενεζουέλα, συναντά κανείς έναν κατάλογο «παραπτωμάτων» που περιλαμβάνουν την ακύρωση της άδειας του τηλεοπτικού σταθμού Radio Caracas Television, τοv νόμο για την Κοινωνική υπευθυνότητα στο Ραδιόφωνο, την Τηλεόραση και τα Ηλεκτρονικά Μέσα που υποτίθεται ότι περιορίζει την ελευθερία του Τύπου επειδή δίνει τη δυνατότητα να διακόπτεται το πρόγραμμα των τηλεοπτικών σταθμών, δημόσιων και ιδιωτικών, για να μεταδίδονται σημαντικά διαγγέλματα του προέδρου, την πώληση ιδιωτικών σταθμών και ΜΜΕ σε επιχειρηματίες με περισσότερο φιλική τοποθέτηση απέναντι στην κυβέρνηση, τα προβλήματα που συνάντησαν στην εργασία τους ορισμένοι ξένοι ανταποκριτές και τις δυσκολίες  που συναντούν τα έντυπα μέσα σε σχέση με την προμήθεια χαρτιού. Παρότι στη χώρα λειτουργούν πολλά ιδιωτικά ΜΜΕ, το Freedom House την κατατάσσει στις χώρες στις οποίες δεν λειτουργεί η ελευθερία του Τύπου.

Σε ό,τι αφορά τη Βολιβία, τα προβλήματα που καταγράφονται είναι διώξεις εις βάρος δημοσιογράφων, ένα θεσμικό πλαίσιο το οποίο θα υποχρεώσει τα ιδιωτικά ραδιόφωνα και τις τηλεοράσεις να υποβάλουν εκ νέου αιτήσεις εν όψει μιας νέας διαδικασίας αδειοδότησης, τη νομοθεσία που δίνει το 33% των συχνοτήτων στον ιδιωτικό τομέα, το 33% στον δημόσιο, το 17% σε κοινωνικά κινήματα και κοινότητες και το 17% σε κοινότητες ιθαγενών, θεωρώντας ότι με αυτό τον τρόπο περιορίζεται η δυνατότητα να αναπτυχθούν ελεύθερα –δηλαδή ιδιωτικά…– μέσα, τις κατά καιρούς παρεμβάσεις σε δημοσιογράφους και των κρατικών καναλιών. Και εδώ θεωρείται περιορισμός της ελευθερίας του Τύπου η υποχρέωση να μεταδίδονται διαγγέλματα του προέδρου. Ως προς την κατάταξη, η Βολιβία αντιμετωπίζεται πιο θετικά από τη Βενεζουέλα, καθώς  κατατάσσεται στις «εν μέρει ελεύθερες χώρες» ως προς την ελευθερία του Τύπου.

Βέβαια, διαπιστώνει κανείς ότι οργανισμοί όπως το Freedom House γενικά τείνουν να αντιμετωπίζουν με δυσπιστία χώρες που δοκίμασαν έστω και εν μέρει να αμφισβητήσουν πλευρές του νεοφιλελευθερισμού. Για παράδειγμα,  ακόμη και μια χώρα όπως η Αργεντινή, που έχει συμπληρώσει αρκετά χρόνια μιας σχετικά ομαλής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, δεν γλιτώνει το χαρακτηρισμό της «εν μέρει ελεύθερης χώρας» ως προς την ελευθερία του Τύπου. Αυτό αποδίδεται τόσο σε επιλογές των προηγούμενων κυβερνήσεων Kirchner όσο όμως και σε επιλογές της τωρινής και αρκετά πιο νεοφιλελεύθερης κυβέρνησης Macri.

Οι μεγάλες ανατροπές στη Λατινική Αμερική

Ωστόσο, εάν κανείς μείνει μόνο σε όσα γράφουν τέτοιες εκθέσεις, κινδυνεύει να χάσει την ουσία σε σχέση με τις εξελίξεις στη Λατινική Αμερική γενικά και ειδικότερα στις συγκεκριμένες χώρες. Κυρίως δεν θα αντιληφθεί με ποιον τρόπο το θέμα της ελευθερίας του Τύπου εμπλέκεται με τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις σε αυτές τις χώρες και ιδίως τις μεγάλες πολιτικές και κοινωνικές συγκρούσεις.

Αυτό που δεν πρέπει, δηλαδή, να παραβλέψουμε  είναι πως όταν μιλάμε π.χ. για τη Βενεζουέλα και τη Βολιβία, αναφερόμαστε σε χώρες στις οποίες δεν ανέβηκαν απλώς αριστερόστροφες κυβερνήσεις στην εξουσία με επικεφαλής χαρισματικούς ηγέτες, αλλά ξεδιπλώθηκαν μεγάλες τομές και ανατροπές που έφεραν στο προσκήνιο κοινωνικά στρώματα που μέσα στην τεράστια πόλωση που τις διαπερνούσε μέχρι τότε ήταν υποτελή και περιθωριοποιημένα, με το σπρώξιμό τους σε μια συνθήκη περιθωρίου να είναι κρίσιμη πλευρά της κερδοφορίας και ευημερίας των μέχρι τότε κυρίαρχων ελίτ. Αγροτικά στρώματα, ιθαγενείς πληθυσμοί, φτωχά και πληβειακά στρώματα των πόλεων θα βρουν επιτέλους μια μορφή εκπροσώπησης που τα αναγνωρίζει. Φιγούρες όπως ο Τσάβες αλλά και ο Μοράλες, πέραν όλων των άλλων, τους έδωσαν φωνή και όχι απλώς μερίδιο από τον παραγόμενο πλούτο. Αυτό εκ των πραγμάτων δημιουργεί μια συνθήκη συγκρουσιακή με τις παραδοσιακές οικονομικές και πολιτικές ελίτ που, εκτός όλων των άλλων, είχαν και αποφασιστικό έλεγχο στα ΜΜΕ αυτών των χωρών.

Σε όλα αυτά, ας προσθέσουμε  και τη γεωπολιτική  διάσταση. Το κύμα αριστερών κυβερνήσεων στη Λατινική Αμερική, με αιχμή αρχικά τη Βενεζουέλα και μετά τη Βολιβία, αλλά σε συγκεκριμένες στιγμές ακόμη και οι εξελίξεις στη Βραζιλία ή την Αργεντινή θορύβησαν τις ΗΠΑ, που παραδοσιακά αντιμετώπιζαν τη Λατινική Αμερική σαν την πίσω αυλή τους. Σε αυτό το φόντο, η προσπάθεια να υπονομευτούν ή και να ανατραπούν αυτά τα καθεστώτα αποτέλεσε και αποτελεί μία από τις προτεραιότητες των ΗΠΑ και των υπηρεσιών τους.

Οι ΗΠΑ, ως γνωστόν, έχουν μακρά ιστορία τέτοιας δράσης για την υπονόμευση προοδευτικών  εξελίξεων στην περιοχή: από το αρχετυπικό πραξικόπημα στη Δομινικανή Δημοκρατία με βασικό κίνητρο την υπεράσπιση των συμφερόντων της United Fruit Company, στη μακρόχρονη σύγκρουση με την Κούβα, στον ενεργό ρόλο και τη στήριξη στο πραξικόπημα του στρατηγού Pinochet στις 11 Σεπτεμβρίου 1973 που οδήγησε στην ανατροπή του Salvador Allende και την εγκαθίδρυση μιας πρωτοφανούς βαναυσότητας στρατιωτικής δικτατορίας, στην προσπάθεια υπονόμευσης της επανάστασης των Σαντινίστας στη Νικαράγουα και την ενίσχυση των Contras.

Το πραξικόπημα των ΜΜΕ στη Βενεζουέλα

Όταν τον Δεκέμβριο του 1998 ο Ούγκο Τσάβες κέρδιζε για πρώτη φορά τις εκλογές και ερχόταν στην εξουσία, διέκοπτε 40 χρόνια ενός διεφθαρμένου δικομματικού καθεστώτος που συντηρούσε το παράδοξο η Βενεζουέλα να είναι ο τέταρτος μεγαλύτερος παραγωγός πετρελαίου στον κόσμο και το 80% του πληθυσμού της να κατατάσσεται στην κατηγορία των φτωχών. Ο πρώην αλεξιπτωτιστής όχι μόνο κατάφερε να επανεκλεγεί το 2000, αλλά και να πετύχει να περάσει μια συνταγματική αναθεώρηση που στην πραγματικότητα άνοιγε τον δρόμο γι’ αυτό που ο ίδιος ονόμασε «Μπολιβαριανή Επανάσταση», ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα που έδινε ιδιαίτερη έμφαση στη λαϊκή συμμετοχή, περιλάμβανε αναδιανομή πλούτου προς όφελος των φτωχότερων στρωμάτων και τον έφερνε σε σύγκρουση και τις ολιγαρχικές ελίτ της χώρας του αλλά και με τους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς των Ηνωμένων Πολιτειών που τον αντιμετώπιζαν ως σημαντική απειλή.

Ήρθε, όμως, και σε σύγκρουση και με τα ΜΜΕ στη χώρα του. Τα ιδιωτικά ΜΜΕ στη Βενεζουέλα και ιδιαίτερα τα ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια ήταν ένας σημαντικός κόμβος στην όλη άρθρωση του συνασπισμού εξουσίας. Με την τηλεόραση να φτάνει στο 90% των νοικοκυριών, αποτελούσε το πιο δημοφιλές μέσο ενημέρωσης και ψυχαγωγίας, αλλά και ένα ιδιαίτερα κρίσιμο πολιτικό και ιδεολογικό εργαλείο. Τα ΜΜΕ της Βενεζουέλας εκείνη την εποχή ήταν κατά κύριο λόγο υπό τον έλεγχο ιδιαίτερα πλούσιων οικογενειών με σημαντικούς δεσμούς με το εξωτερικό. Τρεις ιδιωτικοί όμιλοι έλεγχαν την εμπορική τηλεόραση συμπεριλαμβανομένης της Venevision, το πιο ισχυρό τηλεοπτικό δίκτυο, ιδιοκτησίας Gustavo Cisneros, ο οποίος θα παίξει ρόλο και στο πραξικόπημα του 2002. Ο Cisneros είχε πολλές συνεργασίες με μερικές από τις πιο σημαντικές αμερικανικές εταιρείες: από την AOL και την Pizza Hut μέχρι την Coca-Cola και το Playboy, συμβάλλοντας στη μαζική είσοδο αμερικανικών εταιρειών στις αγορές της Λατινικής Αμερικής. Οι πολιτικές του απόψεις ήταν σαφώς υπέρ του ελεύθερου εμπορίου και της παγκοσμιοποίησης. Διατηρώντας φιλικές σχέσεις με τον αμερικανό πρόεδρο Bush, είχε στην ιδιοκτησία του τους τρεις μεγαλύτερους μιντιακούς οργανισμούς της χώρας: το τηλεοπτικό δίκτυο Venevision, την Caracol TV και το ισπανόφωνο αλλά με έδρα τις ΗΠΑ δίκτυο Univision. Απέναντι σε όλα αυτά, τα κρατικά τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά δίκτυα στα οποία μπορούσε να στηριχθεί ο Τσάβες φάνταζαν αδύναμα.

Την ίδια στιγμή, ο Τσάβες αντιλαμβανόταν πλήρως τη δύναμη της τηλεόρασης, ιδιαίτερα για την απεύθυνσή  του στα πιο φτωχά στρώματα της βενεζουελάνικης κοινωνίας, θεωρώντας πως αυτού του είδους η άμεση επικοινωνία μπορούσε  να λειτουργήσει και υπέρ μιας πιο άμεσης δημοκρατίας. Αυτό προσπάθησε καταρχάς να το κάνει πράξη με τις εβδομαδιαίες ραδιοφωνικές εκπομπές του με τον τίτλο «Alo Presidente». Οι τετράωρες αυτές εκπομπές  δεν περιλάμβαναν  μόνο την προβολή θέσεων και απόψεων, αλλά και τη ζωντανή επικοινωνία με τους ακροατές, και αποτέλεσαν βασική πλευρά της δημοτικότητάς του. Στις εκπομπές αυτές, μεταξύ άλλων, ασκούσε έντονη κριτική στα ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια, φτάνοντας μάλιστα μέχρι του σημείου να τα αποκαλέσει «οι τέσσερις ιππότες της Αποκάλυψης»!

Για να μη στηρίζεται μόνο στα κρατικά μέσα, τα οποία δεν είχαν πολύ μεγάλη απήχηση, έκανε χρήση της δυνατότητας που του έδινε το θεσμικό πλαίσιο της χώρας, τα διαγγέλματα του προέδρου να αναμεταδίδονται υποχρεωτικά από όλα τα τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά δίκτυα που είχαν άδεια εκπομπής. Αυτά τα διαγγέλματα σε εθνικό δίκτυο, οι cadenas nacionales, δέχτηκαν πολλές επικρίσεις από τη μεριά της αντιπολίτευσης, η οποία κατηγόρησε τον Τσάβες ότι έκανε κατάχρηση του σχετικού προνομίου, γι’ αυτόν όμως αποδείχτηκαν ένα ιδιαίτερα αποτελεσματικό μέσο για να επικοινωνεί με ευρύτερα στρώματα.

Στην πραγματικότητα αυτό που συνέβη στη Βενεζουέλα εκείνη την περίοδο ήταν ότι με δεδομένη τη βαθιά κρίση στην οποία έπεσαν τα δύο παραδοσιακά κόμματα που μέχρι τότε εναλλάσσονταν στην εξουσία, το κεντροδεξιό Partido Social Cristiano (Χριστιανοκοινωνικό Kόμμα) και το κεντροαριστερό Accion Democratica (Δημοκρατική Δράση), τα ΜΜΕ ήρθαν να καλύψουν ένα μέρος από το πολιτικό κενό και να λειτουργήσουν ως εκπρόσωποι της ολιγαρχίας. Αυτό σήμαινε εκ των πραγμάτων αυξημένη πολιτικοποίηση του ρόλου των ΜΜΕ. Διαμόρφωσε, δε, μια συνθήκη στην οποία μεγάλο μέρος των λαϊκών στρωμάτων που υποστήριζαν τον Τσάβες έβλεπαν τα ιδιωτικά ΜΜΕ ως πολιτικούς αντιπάλους. Το αποτέλεσμα ήταν από τις διαμαρτυρίες ενάντια σε πολιτικά κόμματα να περάσουμε σε διαμαρτυρίες για ΜΜΕ.

Καθόλου τυχαίο, επομένως, ότι το πραξικόπημα του Ιουλίου 2002 για την ανατροπή του Ούγκο Τσάβες ήταν ένα πραξικόπημα που οργανώθηκε και από τους βαρόνους των ΜΜΕ: τον Miguel Henrique Otero, εκδότη της εφημερίδας El Nacional, τον Alberto Ravell, διευθύνοντα σύμβουλο του καναλιού 24ωρης ενημέρωσης Globovision και ενός θυγατρικού του CNN, τον επικεφαλής του RCTV Marcel Granier και τον πολύ ισχυρό Gustavo Cisneros. Ήταν αυτή η ομάδα που συντονίστηκε με τη βασική εργοδοτική οργάνωση, μια εργατική συνομοσπονδία ιστορικά συνδεδεμένη με την ολιγαρχία, τα στελέχη της κρατικής πετρελαϊκής εταιρείας και ορισμένες μερίδες των ενόπλων δυνάμεων. Αυτή η σύμπραξη των ΜΜΕ, του κόσμου των επιχειρήσεων και του στρατού είχε φυσικά και την υποστήριξη των ΗΠΑ και των μυστικών υπηρεσιών τους. Ας μην ξεχνάμε ότι ήδη εκείνη την εποχή η Washington Post είχε αποκαλέσει τον Τσάβες «επόμενο Φιντέλ Κάστρο».

Κομμάτι αυτής της στρατηγικής ήταν η προσπάθεια να παρουσιάζεται ο Τσάβες ως αυταρχικός,  ως δικτάτορας, ως διανοητικά ασταθής.  Στην προσπάθεια   υπονόμευσης συμμετείχε και η μεγάλης κυκλοφορίας ισπανική εφημερίδα El Pais, η οποία τις παραμονές  του πραξικοπήματος στην αρθρογραφία της συνέκρινε  τον Τσάβες με τον Μουσολίνι και τον Ιντί Αμίν Νταντά. Ακόμη και πλαστό άρθρο του διευθυντή της Le Monde Diplomatique Ιγνάσιο Ραμονέ διακίνησαν για να δείξουν ότι κριτική στον Τσάβες ασκούν ακόμη και οι υποστηρικτές του.

Στις 5 Απριλίου 2002, παραμονή απεργίας των βενζινάδικων, δύο γνωστοί τηλεπαρουσιαστές σχολίασαν on air ότι την επομένη «δεν θα υπάρχει σταγόνα βενζίνη στη χώρα», προκαλώντας χάος στους δρόμους καθώς πλήθος οδηγών έτρεξαν να προμηθευτούν καύσιμα παρότι η απεργία δεν ήταν μαζική. Στις 9 Απριλίου, με αφορμή απεργία της εργοδοτικής ένωσης, διοργανώνονται αντικυβερνητικές διαδηλώσεις τις οποίες τα ΜΜΕ υπερπροβάλλουν, χωρίς όμως να κάνουν το ίδιο και με τις φιλοκυβερνητικές διαδηλώσεις.

Σε μια προσπάθεια να σπάσει την πρακτική των καναλιών να προβάλουν τόσο εμφατικά τις αντικυβερνητικές διαδηλώσεις, ο Τσάβες επέβαλε 17 διαγγέλματα σε εθνικό δίκτυο σε μία μόνο μέρα. Η απάντηση των καναλιών, που ήταν υποχρεωμένα να το κάνουν βάσει της νομοθεσίας, ήταν να δείχνουν σε μοιρασμένη στα δύο οθόνη και τις κινητοποιήσεις κατά του Τσάβες και τα διαγγέλματα του προέδρου. Στην πραγματικότητα η μάχη για το προς τα πού θα έκλινε η συνείδηση της βενεζουελάνικης κοινωνίας διεξαγόταν κυριολεκτικά στην τηλεοπτική οθόνη.

Στις 11 Απριλίου, τα 5 μεγαλύτερα εμπορικά τηλεοπτικά κανάλια προχώρησαν σε κοινή μετάδοση. Κάθε δέκα λεπτά το πρόγραμμα διακοπτόταν για να μεταδοθούν διαφημίσεις για μια αντικυβερνητική διαδήλωση που οργανωνόταν την ίδια μέρα. Το βράδυ όλα τα τηλεοπτικά κανάλια μετάδωσαν την ομιλία του αρχηγού του Στρατού, στρατηγού Efrain Vasquez Velasco, στην οποία ανακοίνωσε ότι δεν θα υπάκουε πλέον στις εντολές του προέδρου. Τα κανάλια ακόμη και την ομιλία του Τσάβες με την οποία θα απαντήσει θα τη μεταδώσουν πάλι με την τεχνική της διαιρεμένης οθόνης, ενώ στις 12 Απριλίου θα διακόψουν τη μετάδοση της συνέντευξης του γενικού εισαγγελέα που εξέθετε την παραβίαση του Συντάγματος από τους αντιπάλους του Τσάβες. Την ίδια στιγμή, οι ιδιωτικοί σταθμοί θα επιμείνουν να χρησιμοποιούν τη δύναμή τους, π.χ. παρουσιάζοντας την εικόνα ότι υποστηρικτές του προέδρου πυροβολούσαν διαδηλωτές, ενώ θα αποδειχτεί ότι οι 16 άνθρωποι που σκοτώθηκαν ήταν υποστηρικτές του Ούγκο Τσάβες.

Το αποκορύφωμα θα έρθει με την αναγγελία από όλα τα ιδιωτικά ΜΜΕ ότι ο Τσάβες υπέβαλε την παραίτησή του, ενώ στην πραγματικότητα είχε συλληφθεί  και ήταν κρατούμενος. Τη διακυβέρνηση ανέλαβε ο επιχειρηματίας Pedro Carmona. Οι ξένες κυβερνήσεις χαιρέτισαν την εξέλιξη δηλώνοντας ότι δεν επρόκειτο για πραξικόπημα και την είδηση αναπαρήγαγαν τα ξένα ΜΜΕ.

Ωστόσο, η γνώμη του λαού της Βενεζουέλας ήταν μάλλον διαφορετική. Στις 12 και 13 Απριλίου οργανώθηκαν τεράστιες διαδηλώσεις που ζητούσαν την επιστροφή του Τσάβες. Οι βαρόνοι των ΜΜΕ επέβαλαν τηλεοπτικό μπλακ άουτ στην προβολή τους. Ο κόσμος ήταν στους δρόμους και τα κανάλια έπαιζαν σαπουνόπερες και αμερικάνικες εμπορικές ταινίες. Ακόμη και όταν ο Τσάβες επέστρεψε θριαμβευτής στο προεδρικό μέγαρο, τα ιδιωτικά κανάλια αρνήθηκαν να μεταδώσουν τις εικόνες της ήττας ενός πραξικοπήματος που το είχαν σε μεγάλο βαθμό οργανώσει. Σε μια από τις πιο σημαντικές ημέρες της ιστορίας της Βενεζουέλας μετέδιδαν την ταινία «Pretty Woman» και καρτούν Tom & Jerry.

Αντιλαμβάνεται κανείς ότι μετά από μια τέτοια εξέλιξη ήταν επόμενο ο Τσάβες να διεκδικήσει να αυστηροποιήσει τη νομοθεσία για τα ΜΜΕ και ήταν στη βάση αυτής της εμπειρίας που το 2004 ψηφίστηκε ο νόμος για την Κοινωνική υπευθυνότητα στο Ραδιόφωνο, την Τηλεόραση και τα Ηλεκτρονικά Μέσα (RΕSORTE), τον οποίο επικαλούνται, όπως είδαμε, συχνά διάφορες εκθέσεις για την ελευθερία του Τύπου ως παράδειγμα «περιορισμένης ελευθερίας». Μόνο που συνήθως δεν αναφέρουν ότι πριν από αυτόν τον νόμο προηγήθηκε  ένα πραγματικό μιντιακό πραξικόπημα.

r5_sotiris_megalo_3

Ο «πόλεμος της 4ης γενιάς» και το «καρτέλ του ψέματος» στη Βολιβία

Σε οποιαδήποτε άλλη χώρα ο Έβο Μοράλες θα αντιμετωπιζόταν ως ένας ιδιαίτερα ζηλευτός πολιτικός που κατάφερε να εκλεγεί κατ’ επανάληψη πρόεδρος με πολύ μεγάλη δημοτικότητα που πατάει και πάνω στην υπαρκτή βελτίωση της κοινωνικής κατάστασης στη Βολιβία, στην ανακοπή της εκποίησης των εθνικών πόρων, στην αναγνώριση και βελτίωση της κοινωνικής θέσης των ιθαγενών, στην αναδιανομή εισοδήματος που περιόρισε τη φτώχεια και την ακραία φτώχεια, και στην εισαγωγή εκτεταμένων θεσμών λαϊκής συμμετοχής.

Ωσ τόσο, η αν τιμετώπισή του από  σημαν τική μερίδα  των αντιπολιτευόμενων μέσων αλλά και των δυτικών κυβερνήσεων παραμένει αρνητική και συχνά περιγράφεται ως ένας επικίνδυνος μαρξιστής που οδηγεί τη χώρα του στην άβυσσο.

Προφανώς και η κυβερνητική θητεία του Μοράλες δεν ήταν χωρίς προβλήματα. Άλλωστε η προσπάθεια να συνδυάσει τα φιλολαϊκά μέτρα με την οικονομική ανάπτυξη και την ενίσχυση κλάδων που να μπορούν να είναι ανταγωνιστικοί στις διεθνείς αγορές δύσκολα θα μπορούσε να είναι απαλλαγμένη από αντιφάσεις και σημαντικές συγκρούσεις, ακόμη και με τμήμα της ίδιας της κοινωνικής βάσης του Μοράλες και του MAS, του κινήματος που τον έφερε στην εξουσία. Ωστόσο, ο τρόπος που τα ΜΜΕ έχουν χειριστεί όλα αυτά τα προβλήματα είναι ενδεικτικός ενός πραγματικού πολέμου που είναι σε εξέλιξη με όπλο τη διαχείριση της εικόνας. Στη Βολιβία αυτό θα ονομαστεί «Πόλεμος της 4ης γενιάς».

Ένα παράδειγμα είναι ο τρόπος που θα χειριστούν τα ΜΜΕ το 2008 τις μεγάλες  συγκρούσεις  ανάμεσα στην κυβέρνηση  Μοράλες και τις ανατολικές επαρχίες που θα αντιδράσουν στο πρόγραμμα εθνικοποιήσεων. Ένα άλλο, τα γεγονότα του 2011. Στις 25 Σεπτεμβρίου εκείνης της χρονιάς θα υπάρξει ένα περιστατικό καταστολής ιθαγενών διαδηλωτών, που διαμαρτύρονταν για την κατασκευή ενός αυτοκινητόδρομου που θα κατέστρεφε τμήμα των δικών τους περιοχών. Γύρω από αυτό το αληθινό περιστατικό θα υπάρξει μια ολόκληρη επικοινωνιακή στρατηγική που θα προσπαθήσει να σπιλώσει την εικόνα και να υπονομεύσει τη θέση του πρώτου ιθαγενή που εκλέχτηκε πρόεδρος μιας χώρας της Λατινικής Αμερικής. Η μέθοδος δεν είναι άγνωστη και περιλαμβάνει τόσο τη διασπορά ψευδών ειδήσεων, π.χ. ως προς τον αριθμό των θυμάτων της αστυνομικής επίθεσης όσο –και κυρίως– την προσπάθεια να αναπαραχθούν αρνητικοί συνειρμοί για τον Μοράλες και την κυβέρνησή του. Αυτό γινόταν μέσα από τη συστηματική προβολή ειδήσεων και χαρακτηρισμών γύρω από 5 άξονες: «Ο Έβο είναι εχθρός των ιθαγενών», «ο Έβο είναι εχθρός της Μητέρας Γης», «ο Έβο ανέχεται τις δραστηριότητες της διακίνησης ναρκωτικών», «ο Έβο είναι φίλος τρομοκρατικών κυβερνήσεων», «ο Έβο είναι ολοκληρωτικός και αυταρχικός».

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα μιντιακού πραξικοπήματος στη Βολιβία θα είναι αυτό που θα προηγηθεί από το δημοψήφισμα του Φεβρουαρίου 2016. Το δημοψήφισμα είχε ως αντικείμενο την αναθεώρηση του Συντάγματος με σκοπό να δώσει τη δυνατότητα στον Έβο Μοράλες και τον αντιπρόεδρό του Άλβαρο Γκαρσία Λινέρα να διεκδικήσουν μία θητεία ακόμη το 2019. Παρά τις βαθιές διαιρέσεις, στην αρχή τα προγνωστικά έδειχναν θετικά για τον Μοράλες. Ωστόσο, τρεις εβδομάδες πριν από το δημοψήφισμα, η Βολιβία συνταράσσεται από τις αποκαλύψεις για την υπόθεση Zapata.

Σύμφωνα με τις αποκαλύψεις, ο πρόεδρος Μοράλες είχε μεσολαβήσει ώστε η κινεζική εταιρεία CAMC, στην οποία εργαζόταν η Zapata, να εξασφαλίσει συμβόλαια ύψους 560 εκατ. δολαρίων με την κυβέρνηση της Βολιβίας, αλλά και ότι το είχε κάνει αυτό επειδή η Zapata ήταν πρώην ερωμένη του και μάλιστα είχαν αποκτήσει και παιδί. Ο Μοράλες έσπευσε να αρνηθεί τις κατηγορίες για άσκηση επιρροής. Παραδέχτηκε ωστόσο ότι διατηρούσε σχέση με τη Zapata την περίοδο 2005-7,  καρπός της οποίας ήταν και ένα παιδί, για το οποίο όμως η νεαρή γυναίκα τον είχε διαβεβαιώσει ότι είχε πεθάνει λίγο μετά τη γέννα. Η υπόθεση αναμφίβολα έπαιξε ρόλο στο να χάσει το δημοψήφισμα ο Μοράλες, ιδίως εάν αναλογιστούμε ότι η διαφορά ήταν πολύ μικρή και έφτανε μόλις τις 136.000 ψήφους.

Λίγες ημέρες μετά το δημοψήφισμα, η Zapata συλλαμβάνεται και της απαγγέλλονται κατηγορίες για παράνομο πλουτισμό, ξέπλυμα μαύρου χρήματος και άσκηση αθέμιτης επιρροής. Ενώ βρίσκεται κρατούμενη, εμφανίζεται μια γυναίκα που δηλώνει ότι είναι θεία της και δηλώνει ότι το παιδί είναι ζωντανό και καλά στην υγεία του. Η ίδια η Zapata επιβεβαιώνει αυτούς τους ισχυρισμούς.

Λίγους μήνες μετά αποδεικνύεται ότι το συγκεκριμένο παιδί δεν έχει καμία σχέση ούτε με τον Μοράλες ούτε με τη Zapata, όπως και ότι η τελευταία είχε πληρώσει 5.000 δολάρια στους γονείς ενός παιδιού, με σκοπό να το «προσλάβει» ώστε να παίξει τον ρόλο του παιδιού της. Την αποκάλυψη ακολούθησε σειρά συλλήψεων όσων συνεργάστηκαν για να κατασκευαστεί η όλη ιστορία, ενώ ορισμένοι διέφυγαν τη σύλληψη φεύγοντας στο εξωτερικό. Σύμφωνα με την κυβέρνηση της Βολιβίας, η ίδια η Zapata προσπάθησε να εκμεταλλευτεί τη σχέση της με τον Μοράλες προκειμένου να αποκτήσει μια καλοπληρωμένη θέση στην κινεζική εταιρεία και ένα πολυτελές διαμέρισμα σε καλή συνοικία της βολιβιανής πρωτεύουσας. Η ίδια η έρευνα που πραγματοποίησε το Κοινοβούλιο της Βολιβίας κατέληξε ότι οι συναλλαγές της κινεζικής εταιρείας με τις κρατικές επιχειρήσεις της Βολιβίας δεν ήταν αποτέλεσμα αθέμιτης επιρροής. Η κυβέρνηση της Βολιβίας έκτοτε μιλάει για το «καρτέλ του ψέματος» που κύριο στόχο είχε τον επηρεασμό του δημοψηφίσματος.

Ενδιαφέρον έχει και η περίπτωση του δημοσιογράφου που αποκάλυψε την υπόθεση, του Carlos Valverde Bravo, και των σχέσεών του με τις ΗΠΑ. Όπως κατήγγειλε σχεδόν από την πρώτη στιγμή ο Μοράλες, στις 11 Δεκεμβρίου 2015 ο Valverde συναντήθηκε σε ξενοδοχείο της La Paz με τον επιτετραμμένο της αμερικάνικης πρεσβείας (από το 2008 οι ΗΠΑ δεν έχουν πρέσβη στη Βολιβία) Peter Brennan και το στέλεχος της πρεσβείας Erick Foronda. O Brennan δεν είναι ένας συνηθισμένος διπλωμάτης και παραμένει ασαφές σε ποια ακριβώς υπηρεσία υπάγεται. Έχει εργαστεί στο Πακιστάν αλλά και σε χώρες της Λατινικής Αμερικής. Πληροφορίες αναφέρουν ότι ένα από τα πρότζεκτ με τα οποία ασχολήθηκε ήταν το Zun-Zuneo. Αποκαλούμενο και «κουβανέζικο Twitter», το συγκεκριμένο κοινωνικό μέσο έγινε προσπάθεια να απευθυνθεί στους κουβανούς χρήστες του Διαδικτύου με βάση έναν συγκαλυμμένο σχεδιασμό της κυβέρνησης των ΗΠΑ, προκειμένου να διαμορφωθούν όροι για ενός είδους «κουβανέζικη άνοιξη» που θα οδηγούσε στην ανατροπή του καθεστώτος στη χώρα. Σημειώνουμε ότι οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν με ιδιαίτερη εχθρότητα τη Βολιβία όχι μόνο εξαιτίας του γενικού προσανατολισμού της κυβέρνησης Μοράλες και του τρόπου που η πολιτική του για τους καλλιεργητές κόκας συγκρούεται με τον «πόλεμο κατά των ναρκωτικών», που είναι βασικός μοχλός άσκησης πολιτικής από τις ΗΠΑ στην ευρύτερη περιοχή, αλλά και επειδή η αναβάθμιση των οικονομικών σχέσεων με την Κίνα έρχεται σε αντίθεση με τους αμερικανικούς σχεδιασμούς.

Η δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στην ελευθερία και την αποφυγή της χειραγώγησης

Δεν υπάρχει  αμφιβολία  ότι στις χώρες  της Λατινικής Αμερικής που δοκίμασαν να ακολουθήσουν έναν δρόμο διαφορετικό από τον «υπαρκτό νεοφιλελευθερισμό», η κατάσταση με την ελευθερία του Τύπου υπήρξε αντιφατική και με τυπικά κριτήρια μπορεί όντως να υπήρξαν νομοθετικές ή πολιτικές παρεμβάσεις που υπό άλλες συνθήκες θα θεωρούνταν ακόμη και περιοριστικές. Όμως, την ίδια στιγμή η περίπτωση αυτών των χωρών ήταν και αυτή στην οποία έγινε και η πιο μεγάλη προσπάθεια ο Τύπος να αποτελέσει και εργαλείο πολιτικής παρέμβασης ενάντια στην εκπεφρασμένη βούληση της πλειοψηφίας των πολιτών αυτών των χωρών και ενάντια σε κυβερνήσεις δημοκρατικά εκλεγμένες. υπενθυμίζει αυτό ότι η ελευθερία του Τύπου μπορεί –και πρέπει– να είναι αυτοσκοπός, αλλά πρέπει να συνδυάζεται και με τη σύγκρουση με την άμεση ή έμμεση εργαλειοποίηση των ΜΜΕ σε παιχνίδια αυταρχικής εκτροπής.

About Παναγιώτης Σωτήρης (10 Articles)
O Παναγιώτης Σωτήρης εργάζεται ως δημοσιογράφος και μεταφραστής. Είναι διδάκτορας του Παντείου Πανεπιστημίου, έχει διδάξει πολιτική και κοινωνική φιλοσοφία σε ελληνικά πανεπιστήμια, και επιστημονικά άρθρα του έχουν δημοσιευτεί σε ελληνικά και διεθνή περιοδικά.