Αφήνοντας το Λας Βεγκας

Διαχρονικά και παγκοσμίως καταβάλλονται προσπάθειες να περιοριστούν οι κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες του τζόγου. Στην εποχή του Διαδικτύου και των ορθάνοιχτων αγορών, όμως, μοιάζει όλο και πιο δύσκολο.

Παρά τη θέα στο Μανχάταν από τα δωμάτια των ξενοδοχείων  του, τα 13 ρεστοράν  του, το spa των 3.000 τ.μ., το γήπεδο του γκολφ, τις πολυτελείς πισίνες και τα πολυποίκιλα κομφόρ που αναμένεται να προσφέρει στους επισκέπτες του όταν ανοίξει τις πόρτες του τους επόμενους μήνες, το μεγα-συγκρότημα ΤΕΝ στο Ατλάντικ Σίτι του Νιου Τζέρσι δύσκολα θα αποτινάξει από πάνω του τον συμβολισμό της παρακμής. Γιατί το ΤΕΝ δεν είναι ένα καινοτόμο, πρωτογενές επιχειρηματικό σχέδιο. Είναι αντίθετα η προσπάθεια να διασωθεί η τεράστια αυτή εγκατάσταση από το να μετατραπεί σε υπερμοντέρνο ερείπιο –μπροστά στο οποίο θα ωχριούσαν τα εγκαταλειμμένα εργοστάσια των παλιών βιομηχανικών πόλεων– και μνημείο της ύστατης αποτυχίας των «βασιλιάδων του τζόγου» να καταφέρουν να διατηρήσουν τη θέση τους στην Ανατολική Ακτή των Ηνωμένων Πολιτειών.

Προτού γίνει ΤΕΝ, λεγόταν Revel («ενθουσιαστείτε», σε ελεύθερη μετάφραση). Αποτελούσε εν έτει 2006 την εμπροσθοφυλακή για την αναστήλωση του Ατλάντικ Σίτι, που είχε περάσει ένα μακρύ διάστημα καθίζησης βλέποντας τα καζίνο που το κατέστησαν από το 1978 και εντεύθεν προορισμό για διαφόρων ειδών «περιπέτειες» να κλείνουν το ένα μετά το άλλο, διογκώνοντας τα ποσοστά ανεργίας και παρουσιάζοντας όλα τα γνωστά συμπτώματα της κρίσης που συνθέτουν την εικόνα των παρηκμασμένων πόλεων της Αμερικής. Το Revel πόνταρε στον εκσυγχρονισμό της εμπειρίας του καζίνο-ξενοδοχείου: περηφανευόταν για την απαγόρευση του καπνίσματος σε όλους τους χώρους του, διαφήμιζε τον εντυπωσιακό του κήπο, και στους συναυλιακούς του χώρους οι σύγχρονοι ποπ σταρ είχαν προτεραιότητα, χωρίς φυσικά να απορρίπτονται τα «κλασικότερα» μεγάλα ονόματα. Όπως έμελλε να αποδειχθεί με το κλείσιμό του το 2014, ωστόσο, το πρόβλημα της άλλοτε μεγάλης καζινόπολης δεν εντοπιζόταν στην πολυτέλεια και τη «φρεσκάδα» των εγκαταστάσεων.

Όσοι σχολιαστές καταπιάνονται με την παρακμή και την πτώση του Ατλάντικ Σίτι μάλλον συμφωνούν για τις αιτίες της κατάρρευσης.  Η επένδυση στον τζόγο αποδείχθηκε μια εύθραυστη «φούσκα» που, αντί να εκμεταλλευτεί τουριστικά τις πλουσιότερες τάξεις, απομυζούσε τους μεσοαστούς –στην καλύτερη περίπτωση– κατοίκους, η αγοραστική δυνατότητα των οποίων ήταν περιορισμένη και πολύ πιο ευάλωτη στα πλήγματα που επιφέρουν  τα τυχερά παιχνίδια. Το Ατλάντικ Σίτι ήταν το πρώτο ποντάρισμα στη δυνατότητα των καζίνο να αναπτύξουν οικονομικά φτωχότερες περιοχές, η δεύτερη πόλη της Αμερικής που αποφάσισε  τη νομιμοποίηση  του τζόγου, και πλέον το πιο ουσιαστικό επιχείρημα όσων αντιστρατεύονται την απορρύθμιση του τζόγου. Είναι επίσης και το θέατρο μερικών βατερλό του νυν προέδρου της Αμερικής Ντόναλντ Τραμπ: από το 1991 μέχρι το 2009 ο μεγιστάνας πρόεδρος αναγκάστηκε τέσσερις φορές να κλείσει μεγάλες επιχειρήσεις φιλοξενίας και τζόγου, με καταστροφικότερη την περίπτωση του Ταζ Μαχάλ που άντεξε μόλις έναν χρόνο λειτουργίας, από το 1990 έως το 1991.

Λόμπι, έγκλημα και ρουλέτες

Μπορεί σήμερα ο Ντόναλντ Τραμπ να μισεί το Ατλάντικ Σίτι, το σίγουρο είναι όμως ότι δεν έχει κανέναν λόγο να νιώθει το ίδιο για το Λας Βέγκας. Τη μεγαλύτερη οικονομική συνεισφορά, ύψους 125 εκατ. δολαρίων, στην προεκλογική καμπάνια που τον κατέστησε «ηγέτη του ελεύθερου κόσμου» τη δέχτηκε από τον Σέλντον Έιντελσον, τον πολυδισεκατομμυριούχο «βασιλιά των καζίνο» παγκοσμίως, επικεφαλής του κολοσσού Las Vegas Sands και ταγμένο πλέον Ρεπουμπλικάνο, με επιδραστικό ρόλο τόσο στις ΗΠΑ όσο και στο Ισραήλ, όπου κατέχει και μέσα ενημέρωσης τα οποία υποστηρίζουν τον Μπενιαμίν Νετανιάχου. Η παρουσία του Έιντελσον είναι έντονη την τελευταία δεκαπενταετία τόσο στο lobbying υπέρ των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων και των ιδεολογικών του πεποιθήσεων όσο και στις μεγάλες εκλογικές μάχες του αμερικάνικου πολιτικού σκηνικού. Τα πειστήρια που ζητάει από τους υποψηφίους που στηρίζει κάθε φορά είναι σταθερά και σαφή. Τα χρήματα του Έιντελσον πηγαίνουν πάντα προς τον υποψήφιο που θα διατυπώσει τις πιο προωθητικές θέσεις υπέρ του Ισραήλ, οι οποίες εκτείνονται μέχρι και σε παραδοχές ότι οι Παλαιστίνιοι είναι «επινοημένος λαός» και ότι η δημιουργία κράτους της Παλαιστίνης θα ήταν εφάμιλλη του Ολοκαυτώματος. Άλλωστε, ο Έιντελσον στράφηκε στους Ρεπουμπλικάνους μόνο όταν οι δημοσκοπήσεις άρχισαν να δείχνουν ότι είχαν πιο φιλοϊσραηλινές θέσεις από τους Δημοκρατικούς.

Η περιουσία του Έιντελσον άνετα του επιτρέπει να νομοθετεί το κάθε του καπρίτσιο. Το ύψος της στη λίστα του Forbes ανέρχεται σε 28,5 δισ. δολάρια, ποσό το οποίο πιθανώς να μη φανταζόταν καν ότι θα μπορούσε να αποκτήσει όταν, όντας γιος μιας μοδίστρας και ενός ταξιτζή, ξεκίνησε στα 12 να εργάζεται ως εφημεριδοπώλης. Ωστόσο, ενώ έχει περάσει από διάφορα επιχειρηματικά στάδια, η εκτίναξη της περιουσίας του σ’ αυτά τα δυσθεώρητα ύψη προέκυψε σχετικά πρόσφατα και οφείλεται σε μια διπλή εκμετάλλευση: του σφιχτού ρυθμιστικού πλαισίου για τον τζόγο στη «φιλελεύθερη» Αμερική, που ευνοεί τις ολιγοπωλιακές τάσεις, και της ανοιχτής ή τουλάχιστον φιλόξενης αγοράς του τζόγου στο Μακάο της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας.

r6-gop-2Το «παράδοξο» της αμερικάνικης αυστηρότητας στη ρύθμιση του τζόγου –που δρα προς όφελος της ολιγαρχίας των ιδιοκτητών καζίνο– έχει να κάνει με τις ιστορικές του ρίζες στο 1931, όταν η Πολιτεία της Νεβάδα αποφάσισε να νομιμοποιήσει τα καζίνο. Το Λας Βέγκας συγκέντρωσε μέσα σε λίγα χρόνια τα περισσότερα παράνομα –και ως επί το πλείστον πλωτά μέχρι τότε– καζίνο, τα οποία κατέστησαν τη μικρή και ασήμαντη πόλη Μέκκα του Τζόγου. Τα καζίνο συνδέθηκαν άρρηκτα με το οργανωμένο έγκλημα, τουλάχιστον μέχρι τη δεκαετία του ’60, όταν η βραχύβια κυβέρνηση Κένεντι αποφάσισε να κηρύξει πόλεμο στη μαφία που τα διοικούσε. Τότε άρχισε μία εκστρατεία για τη μετάλλαξη της πόλης• τα καζίνο έφευγαν από τα χέρια των μαφιόζων και περιέρχονταν στην κατοχή επιχειρηματιών με πιο «καθαρό» προφίλ, όπως ο Χάουαρντ Χιούζ – ο Πολίτης Κέιν αυτοπροσώπως.

Βασικός λόγος γι’ αυτή την αναμόρφωση ήταν η υπέρμετρη φοροδιαφυγή που είχαν εντοπίσει οι αρμόδιες επιτροπές του αμερικάνικου κράτους, καθώς τα καζίνο λειτουργούσαν σαν πλυντήρια για τις άλλες δραστηριότητες των ιδιοκτητών τους. Μ’ αυτόν τον ιδιότυπο εξευγενισμό του Λας Βέγκας, τιθασεύτηκε η κοινωνική κρίση του διογκωμένου εγκλήματος, αυξήθηκαν τα δημόσια έσοδα και γεννήθηκε ένα άλλο είδος τουρισμού, στο οποίο η πόλη της Νεβάδα ηγεμονεύει μέχρι σήμερα. Ωστόσο, στην αμερικάνικη συνείδηση και πολιτική, τα καζίνο έμειναν συνυφασμένα με το έγκλημα και η κατάληξη του πειράματος του Ατλάντικ Σίτι αναμφίβολα μείωσε το γόητρο της επιχειρηματικότητας των καζίνο. Είναι έτσι χαρακτηριστικό ότι 86 χρόνια μετά τη νομιμοποίηση της Νεβάδα, μόλις 19 Πολιτείες των ΗΠΑ επιτρέπουν τη λειτουργία καζίνο και η συντριπτική πλειοψηφία τους μόνο σε συγκεκριμένα σημεία της κάθε Πολιτείας. Εξίσου χαρακτηριστικό είναι και το γεγονός ότι με νομοθεσία του 1988 αυτό το ανεπιθύμητο κομμάτι του αμερικάνικου καπιταλισμού παραχωρήθηκε εν είδει προνομίου στους ινδιάνους ιθαγενείς• τους δόθηκε, δηλαδή, το δικαίωμα να λειτουργούν καζίνο σε γη που τους ανήκει.

Την ίδια χρονιά που οι Ινδιάνοι αποκτούσαν το δικαίωμα στον τζόγο, ο Σέλντον Έιντελσον αγόραζε το ιστορικό ξενοδοχείο-καζίνο Sands στο Λας Βέγκας. Λίγα χρόνια αργότερα, θα το γκρέμιζε και στη θέση του θα προέκυπτε το Venetian, βγαλμένο κατευθείαν από τη φαντασία του Έιντελσον. Η σιγουριά για το όραμά του σχετικά με το μεγαλοπρεπές resort αντανακλάται στην απαξίωση με την οποία αντιμετώπισε την ιστορικότητα του θρυλικού Sands: «Ήταν στέκι της παρέας του Φρανκ Σινάτρα, ένα λαμπρό κεφάλαιο στην ιστορία του Λας Βέγκας – οπότε το γκρέμισα». Σήμερα, 18 χρόνια μετά το άνοιγμα του Venetian, ο τζόγος των καζίνο είναι μια βιομηχανία που συνεισφέρει 240 δισ. δολάρια ετησίως στην αμερικάνικη οικονομία και ο Έιντελσον είναι στην κεφαλή της με παγιωμένη θέση στην πρώτη εικοσάδα των πιο πλούσιων ανθρώπων της χώρας. Την αναρρίχηση αυτή την οφείλει στο άνοιγμα καζίνο στο Μακάο της Κίνας, το οποίο, σύμφωνα με δημοσιεύματα, συντελέστηκε σε συνεργασία με τη κινέζικη μαφία και τη διεφθαρμένη γραφειοκρατία, που τον βοήθησε για μεγάλο χρονικό διάστημα να κερδίζει περίπου 1 εκατ. δολάρια την ώρα. Η έκρηξη αυτή δεν τον κατέστησε απλώς μεγιστάνα, αλλά και ρυθμιστή του τοπίου του τζόγου.

Η ισχύς ανθρώπων όπως ο Έιντελσον είναι η βασική ένσταση που έχουν αρκετοί φιλελεύθεροι αναλυτές για το υπάρχον καθεστώς. Εξάλλου, η κλειστότητα των τυχερών παιχνιδιών δεν αφορά μόνο τα καζίνο. Ακόμα και στις λοταρίες, το κράτος έχει το μονοπώλιο, ενώ σε έξι Πολιτείες αυτές απαγορεύονται εξ ολοκλήρου. Το μόνο που φάνηκε να απειλεί προσωρινά το κλειστό σύστημα του τζόγου ήταν η έλευση του Διαδικτύου, ακόμα κι αυτή όμως, χάρη σε μια σειρά από νόμους που βρίσκονται σε ισχύ και οι διεσταλμένες ερμηνείες τους, περιορίστηκε σημαντικά. Το έδαφος υπήρξε πρόσφορο και για αμφιβόλου ηθικής κινήσεις από τη μεριά του αμερικάνικου κράτους• χαρακτηριστική είναι άλλωστε η επιδρομή του FBI σε τρεις εταιρείες διαδικτυακού πόκερ, περίπου την ίδια στιγμή που η Ουάσινγκτον εγκαινίαζε δικό της ιστότοπο για πόκερ, υλοποιημένο από την Intralot του Σωκράτη Κόκκαλη. Το τοπίο είχε προετοιμάσει ένας νόμος του 2006 που απαγόρευε τη διεξαγωγή στοιχημάτων μέσω Διαδικτύου, ενώ μεγαλύτερη σύσφιξη θα έφερνε το νομοσχέδιο του 2015, που, σύμφωνα με ρεπορτάζ από την Ουάσινγκτον, γράφτηκε με την πένα ενός πολιτικού που είχε δεχθεί υπέρογκα προεκλογικά ποσά από τον Σέλντον Έιντελσον.

Παιχνίδια χωρίς σύνορα
Το 2010 η Γαλλία πέρασε νόμο με τον οποίο απαγόρευε το διαδικτυακό καζίνο, περιορίζοντας τις άδειες μόνο στο πόκερ, το στοίχημα και τις ιπποδρομίες και θέτοντας ένα πιο σφιχτό φορολογικό και ελεγκτικό πλαίσιο για τον διαδικτυακό τζόγο. Η αντίδραση των εταιρειών που είχαν ανοιχτεί στις γαλλικές αγορές ήταν άμεση. Η Sportingbet έσπευσε να δηλώσει ότι η προσαρμογή των δραστηριοτήτων της στο πλαίσιο του νέου νόμου θα την έβγαζε εκτός λειτουργίας για μεγάλο χρονικό διάστημα – αν φυσικά οι αναλύσεις της εταιρείας κατέληγαν ότι τη συμφέρει να συντηρήσει τις επιχειρηματικές της δραστηριότητες υπό το νέο καθεστώς. Η William Hill ανακοίνωσε ευθέως ότι σκέφτεται να αποχωρήσει από τη γαλλική αγορά, όπως και η Betfair. Η Ladbrokes έσπασε αυτοστιγμεί τη συμφωνία που είχε κάνει με τη γαλλική Canal Plus για να εισέλθει στη γαλλική αγορά.

Και όταν το 2012 η Γερμανία πέρασε νόμο που προέβλεπε φορολόγηση 5% επί των κερδών από τον διαδικτυακό τζόγο, η Betfair με μια μακροσκελή και κάπως οργισμένη ανακοίνωση κατακεραύνωνε το γερμανικό κράτος: «Ύστερα από τις γνωμοδοτήσεις των νομικών και φορολογικών της συμβούλων, η Betfair πιστεύει πως […] η ίδια δεν είναι διοργανωτής αθλητικών στοιχημάτων σύμφωνα με τον νόμο και ως εκ τούτου δεν θα έπρεπε να υπόκειται σε φορολόγηση. […] Η εταιρεία είναι απογοητευμένη που μέχρι σήμερα οι φορολογικές αρχές δεν έχουν καταφέρει να συμφωνήσουν σε μια ερμηνεία του νόμου που θα επέτρεπε στην Betfair να συνεχίσει την παροχή υπηρεσιών. Κατά συνέπεια, η Betfair έχει αποφασίσει να αποσύρει το προϊόν της από τη γερμανική αγορά».

Η τύχη στην Ευρώπη

Σχεδόν κατά λάθος, η Ευρωπαϊκή Ένωση κινείται σε αντίθετη κατεύθυνση απ’ αυτή των ΗΠΑ• και λέμε κατά λάθος, καθώς δεν υπάρχει καμία σαφής οδηγία που να θέτει τις κατευθυντήριες γραμμές για τα κράτη-μέλη της Ένωσης. Την έλλειψη αυτή καλύπτει αυτομάτως το άρθρο 49 της Συνθήκης για την Ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας που προβλέπει την ίση πρόσβαση των πολιτών των κρατών-μελών στις ίδιες υπηρεσίες. Κοινώς, αφ’ ης στιγμής ένα μέλος της Ένωσης παρέχει την πρόσβαση σε κάποιο είδος τυχερού παιχνιδιού, δεν γίνεται το είδος αυτό να είναι παράνομο για τους πολίτες ενός άλλου μέλους. Αυτή η απαίτηση έχει προσκρούσει πολλάκις σε πάγιες θέσεις κρατών όπως η Νορβηγία, στην οποία επιτρέπονται μόνο πολύ συγκεκριμένες μορφές τζόγου και μόνο υπό κρατικό μονοπώλιο. Το δε αίτημα για την ελεύθερη προσφορά τυχερών παιχνιδιών έχει φτάσει πολλάκις στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το οποίο κλίνει συστηματικά –αλλά όχι πάντα– υπέρ της δυνατότητας των ιδιωτών να μπορούν να δραστηριοποιηθούν επιχειρηματικά σε οποιοδήποτε σημείο της Ένωσης επιθυμούν.

Όπως και στις ΗΠΑ όμως, την κουβέντα έχει πυροδοτήσει το ζήτημα του ηλεκτρονικού τζόγου. Από τα 85 δισ. ευρώ που αντιστοιχούν στην αγορά του τζόγου εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα 13 αφορούν online δραστηριότητες. Η υπερεθνική φύση του ηλεκτρονικού τζόγου (και οι προσφυγές στο Δικαστήριο) ήταν αυτές που εξανάγκασαν το 2015 τις ρυθμιστικές αρχές των χωρών της ΕΕ για τον τζόγο να υπογράψουν πρωτόκολλο συνεργασίας προς την κατεύθυνση της συγκρότησης ενός κοινού πλαισίου λειτουργίας, με έμφαση στην καταπολέμηση των παράνομων δραστηριοτήτων. Σύμφωνα με προβλέψεις, η διαδικτυακή αγορά του τζόγου θα μεγαλώσει τα προσεχή χρόνια, καταλαμβάνοντας το 22% της συνολικής οικονομίας του τζόγου που επίσης σημειώνει αυξητικές τάσεις στο σύνολό της.

Ως προορισμός για λάτρεις του τζόγου, η Ευρώπη έχει να αντιτάξει στις ΗΠΑ την πολυμορφία της. Παραδοσιακά παιχνίδια των επιμέρους κρατών-μελών έχουν πια βιομηχανοποιηθεί και προσφέρονται εμπορικά στους τουρίστες. Αν και αναμφίβολα την πρωτοκαθεδρία κατέχουν τα πολυτελή θέρετρα του Μόντε Κάρλο στο Μονακό, πόλεις όπως η Λυόν, η Νίκαια και η ιταλική Βενετία έχουν επιχειρήσει να προωθήσουν τα καζίνο τους για τουριστικούς σκοπούς. Ατού πολλών ευρωπαϊκών πόλεων, σε αντίθεση με τις αμερικάνικες, είναι η παλαιότητα των καζίνο• στο Βέλγιο, στη Γερμανία και την Ιταλία υπάρχουν καζίνο που λειτουργούν αδιάλειπτα από τον 17ο-18ο αιώνα, ακόμα κι αν ο χαρακτήρας τους έχει αλλάξει ριζικά από τις πρώτες ημέρες λειτουργίας τους.

Με την αμερικάνικη αγορά κλειστή και την ασιατική εν πολλοίς κατειλημμένη στα προνομιούχα σημεία της, οι πιέσεις στην Ευρώπη εντείνονται προς την κατεύθυνση της φιλελευθεροποίησης των αγορών. Το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 2000, διαδικτυακοί κολοσσοί όπως η Betfair, η William Hill και η Ladbrokes απείλησαν πολλάκις με απόσυρση από τις ευρωπαϊκές αγορές αν δεν κατάφερναν να διεκδικήσουν ένα πιο ευνοϊκό φορολογικό και ρυθμιστικό πλαίσιο για τις δραστηριότητές τους. Έκτοτε, τόσο τα κράτη-μέλη όσο και τα ευρωπαϊκά όργανα πασχίζουν να κινηθούν προς το «άνοιγμα» της ευρωπαϊκής αγοράς στον τζόγο, προσδοκώντας οφέλη πιθανώς χάρη στις αυξητικές τάσεις που παρατηρούνται. Η κακή φήμη του τζόγου, ωστόσο, παρότι χαμηλής απήχησης, είναι ακόμα ζωντανή και στην ΕΕ. Λόγω αυτής, το 1994, οι προσφυγές ιδιωτών στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα «φρουτάκια» απέβησαν άκαρπες, καθώς όλως παραδόξως προσέκρουσαν πάνω σε μία από τις λίγες φορές που τα ευρωπαϊκά όργανα έθεσαν τις επιβλαβείς συνέπειες του τζόγου πάνω από τις ανάγκες της επιχειρηματικότητας. Αυτή ήταν βέβαια η εξαίρεση• η απόφαση του 2006 που υποχρέωσε την Ελλάδα να πληρώσει πρόστιμα 3 εκατ. ευρώ και 32.000 ημερησίως, επειδή απαγόρευσε τα «φρουτάκια», βρίσκεται πιο κοντά στον κανόνα των διαθέσεων της Ένωσης για τον τζόγο.

About Γιάννης - Ορέστης Παπαδημητρίου (9 Articles)
Ο Γιάννης - Ορέστης Παπαδημητρίου έχει συνεργαστεί με εφημερίδες και διαδικτυακά μέσα και αποτελεί μέλος των συντακτικών ομάδων του περιοδικού UNFOLLOW και της αγγλόφωνης διαδικτυακής πλατφόρμας Athens Live.