Τι είναι καλύτερο; Ένα κρατικό μονοπώλιο; Ή το άνοιγμα της αγοράς;

Η ιδιωτικοποίηση του ΟΠΑΠ μπορεί να έγινε στο όνομα της «απελευθέρωσης της αγοράς», αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να οδηγήσει από ένα κρατικό σε ένα ιδιωτικό μονοπώλιο, χωρίς μάλιστα τις κοινωφελείς πλευρές που περιλάμβανε το κρατικό μονοπώλιο στον τζόγο.

Η ιδέα πως το κράτος πρέπει να κατέχει το μονοπώλιο των τυχερών παιχνιδιών έχει βασικά ηθικό υπόβαθρο,  το οποίο σχετίζεται κυρίως με την παλαιά και εδραιωμένη σε πολλές κοινωνίες ταύτιση του τζόγου με την ακολασία. Ταυτόχρονα, όμως, η δημόσια ιδιοκτησία των τυχερών παιχνιδιών συνιστά κι έναν «εξορθολογισμό» απέναντι στην ατόφια ηθική αντιμετώπιση, που είναι η απογόρευση. Κατέχοντας –αντί να απαγορεύει– το κράτος διεκδικεί αφενός τον διαχωρισμό του τζόγου από την ποικίλη εγκληματικότητα (ξέπλυμα, πορνεία, συγκρούσεις συμμοριών), κάτι που η απαγόρευση ευνοεί• αφετέρου τον περιορισμό, μέσω νομικών ρυθμίσεων, των βλαβερών συνεπειών που μπορεί να έχει ο τζόγος στη ζωή των ανθρώπων• πάνω από όλα, όμως, τη δυνατότητα να αναδιανέμει τα έσοδα που μια «αμαρτωλή» δραστηριότητα γεννά, προς άλλες, «ευγενείς» δραστηριότητες – δεν είναι τυχαίο που ένα βασικό επιχείρημα υπέρ των κρατικών λοταριών όπου γης είναι ακριβώς ότι τα έσοδά τους τροφοδοτούν κοινωφελείς σκοπούς. Έτσι, μια ηθικής –και «συντηρητικής», θα λέγαμε– προέλευσης πολιτική, το κρατικό μονοπώλιο των τυχερών παιχνιδιών, προσλαμβάνει μια οιονεί «σοσιαλδημοκρατική» λειτουργία: ρυθμιστική, με αναδιανεμητικό περιεχόμενο.

Δεν προκαλεί, λοιπόν, έκπληξη που απέναντι σ’ αυτή την πολιτική κάνει την εμφάνισή της ως αντίπαλος μια ακραιφνώς νεοφιλελεύθερη πίεση για «άνοιγμα της αγοράς». Στην πραγματικότητα, πρόκειται για το γνωστό και επιδραστικό αφήγημα της «αποτελεσματικότητας του ιδιωτικού τομέα», το οποίο έχει ορίσει σε μεγάλο βαθμό τις πολιτικές των δυτικών κρατών τις τελευταίες δεκαετίες – και σίγουρα αυτές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μολοντούτο, η περίπτωση των τυχερών παιχνιδιών είναι μία από τις λίγες όπου ο «κρατισμός», όπως τον αποκαλούν οι πολέμιοί του, αντιστέκεται, έστω κι αν πλέον πιέζεται σε μεγάλο βαθμό κυρίως από τη διάδοση του διαδικτυακού τζόγου. Ακόμη κι όταν το μονοπώλιο του κράτους διαβρώνεται με μετοχοποιήσεις και η εποπτεία των τυχερών παιχνιδιών μεταβιβάζεται σε παράλληλες, «ρυθμιστικές» αρχές, η δυνατότητα κρατικής παρέμβασης παραμένει ισχυρή.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, αυτή η σύγκρουση μεταξύ του κρατικού τζόγου και της «απελευθέρωσης της αγοράς» μαινόταν επί αρκετά χρόνια και ιδιαίτερα μετά το 2002, όταν η διάχυτη κοινωνική ανησυχία για τον μη κρατικό τζόγο, ιδιαίτερα τις παιγνιομηχανές, τα περίφημα «φρουτάκια», οδήγησε στην ψήφιση νόμου που απαγόρευε καθολικά τα ηλεκτρονικά τυχερά παιχνίδια. Εδώ δεν είχαμε μόνο την άσκηση μιας «προστασίας» των πολιτών απέναντι στις πιο επιβλαβείς μορφές τζόγου, αυτές που μπορούσαν να οδηγήσουν σε σοβαρές μορφές εθισμού ή και σε μεγάλη οικονομική καταστροφή – σε αντίθεση με τις πιο «ήπιες» μορφές που πρόσφερε ο κρατικός ΟΠΑΠ, όπως τα λαχεία ή το Προ-Πο. (Ο ιππόδρομος, κατά τεκμήριο πιο «επικίνδυνη» μορφή τζόγου, ήταν κι αυτός κρατικός, αν και όχι ακόμη τότε του ΟΠΑΠ, αλλά αφορούσε μικρούς σχετικά αριθμούς παικτών.) Είχαμε και μια περιφρούρηση του ίδιου του κρατικού προνομίου, της ίδιας της δυνατότητας να ρυθμίζεται καθολικά ο κλάδος με κρατική παρέμβαση, μια κίνηση που επιβαλλόταν σε μεγάλο βαθμό και από την επέλαση του –παράνομου– διαδικτυακού τζόγου.

Επιπροσθέτως, σε μια τέτοια κίνηση περιφρούρησης του κρατικού προνομίου, θα έπρεπε να αναγνώσουμε και την υπεράσπιση της αναδιανεμητικής δυνατότητας, έστω και με έμμεσο τρόπο: απαγορεύοντας κάθε άλλη –εξωκρατική– δραστηριότητα στον κλάδο των τυχερών παιχνιδιών, το ελληνικό κράτος επαναβεβαίωνε την αποκλειστικότητά του πάνω στα έσοδα, υπό την ενδιάθετη, εγγενή του ιδιότητα να είναι «κοινωφελές». Μπορεί η ανάγνωση αυτή να προκαλεί κι ένα μειδίαμα, τόσο λόγω της κατοπινής μετοχοποίησης του ΟΠΑΠ με το αμφιβόλου ακρίβειας σκεπτικό της αναπλήρωσης του ελλείμματος των Ολυμπιακών Αγώνων όσο και λόγω της γνώσης ότι τέτοιου είδους οργανισμοί ανέκαθεν έβριθαν πολιτικών εξυπηρετήσεων και διαφθοράς, όμως ακόμη και μ’ αυτά τα δεδομένα, η κοινωφελής προσφορά του κρατικού τζόγου στην Ελλάδα δεν υπήρξε αμελητέα: πάμπολλες δομές και δράσεις τόσο του αθλητισμού όσο και του πολιτισμού –ιδιαίτερα στις λιγότερο δημοφιλείς και άρα πρόσφορες για εταιρικές χορηγίες εκφάνσεις τους– θα ήταν απλώς ανύπαρκτες χωρίς τη διανομή των εσόδων του κρατικού τζόγου.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε διαφορετική άποψη. Παρέπεμψε την Ελλάδα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το οποίο, όπως έχει κάνει και με άλλες χώρες, αμφισβήτησε το κρατικό προνόμιο, εξέδωσε καταδικαστική απόφαση και επέβαλε ημερήσιο πρόστιμο πάνω από 30.000 ευρώ για όσο διάστημα η Ελλάδα δεν συμμορφωνόταν. Ως το 2012 η Ελλάδα είχε καταβάλει πάνω από 35 εκατ. ευρώ, επειδή αρνήθηκε να ανοίξει την αγορά του τζόγου, στην πράξη δηλαδή να επιτρέψει τις ανεξέλεγκτες παιγνιομηχανές. Τα πρόστιμα θα σταματήσουν μόνο με την έλευση του Μνημονίου, όταν η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου, τον Αύγουστο του 2011, θα νομοθετήσει την «απελευθέρωση» εν όψει της ιδιωτικοποίησης του ΟΠΑΠ.

Κι εδώ είναι το θέμα: ως νεοφιλελεύθερης κοπής, η πίεση για «απελευθέρωση» του τζόγου λίγα πράγματα έχει να κάνει με μια κλασικά φιλελεύθερη αντίληψη περί «ελεύθερου ανταγωνισμού», πράγμα που δεν θα μπορούσε παρά να αντανακλάται στο άκρως νεοφιλελεύθερο ελληνικό μνημόνιο. Μ’ άλλα λόγια, θα περίμενε κανείς η επί μακρόν πίεση που ασκεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για το άνοιγμα της αγοράς των τυχερών παιχνιδιών να οδηγεί ακριβώς στην είσοδο μιας πλειάδας παικτών στον κλάδο. Τίποτε δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από την αλήθεια. Στη σχετική ρητή μνημονιακή πρόβλεψη ο ΟΠΑΠ ιδιωτικοποιείται, γεγονός που οδηγεί απλώς στην πλήρη μετατροπή ενός κρατικού σε ιδιωτικό μονοπώλιο. Αν μάλιστα συνυπολογίσει κανείς όλη την «προίκα» που του δόθηκε εν όψει της ιδιωτικοποίησής του, όπως τα λαχεία (με μόνη εξαίρεση τις άδειες παιγνιομηχανών, που αυτός πάλι έχει τη δυνατότητα να πουλήσει σε άλλους), δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί πως όλος ο σχεδιασμός στοχεύει στην εξάλειψη κάθε δυνατότητας αναταγωνισμού προς το ιδιωτικό μονοπώλιο που δημιουργεί. Αλλά, βέβαια, ο νεοφιλελεύθερος τρόπος διακυβέρνησης –σε αντίθεση με έναν πιο κλασικό φιλελευθερισμό– δεν ενοχλείται από τα μονοπώλια: αυτό που τον ενδιαφέρει είναι η μεταφορά αγαθών, μηχανισμών, θεσμών, διαδικασιών, από τον δημόσιο έλεγχο στον ιδιωτικό και όχι μια υποτιθέμενα «υγιής» αγορά. Αναμενόμενα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν είχε τίποτε να πει αυτή τη φορά περί «ανοίγματος της αγοράς». Η αγορά είναι ολόκλειστη αλλά δεν είναι κρατική.

Ο δρόμος που ακολουθήθηκε στην περίπτωση του ελληνικού κρατικού τζόγου αποτελεί υποδειγματικό παράδειγμα μιας σειράς μεθοδεύσεων που πλήττουν το δημόσιο συμφέρον. Με πρόσχημα την ανάγκη «απελευθέρωσης», «επενδύσεων» και «ανταγωνισμού», καταργείται σε μεγάλο βαθμό το προνόμιο του δημόσιου ελέγχου σε μια δραστηριότητα αμφιλεγόμενη και επικίνδυνη, και εξαλείφεται η δυνατότητα του κράτους να την ανακατευθύνει σε κοινωφελείς σκοπούς. Τελικά, όμως, ούτε «απελευθέρωση», ούτε «επενδύσεις», ούτε «ανταγωνισμός» υφίστανται. Απλώς, κάποιοι ιδιώτες με τραπεζικό δανεισμό –και με εγγύηση τις μετοχές που θα αγοράσουν– αποκτούν την ιδιοκτησία ενός εξαιρετικά κερδοφόρου, άρτι προικοδοτημένου με νέες κερδοφόρες υπηρεσίες, μονοπωλιακού οργανισμού. Που, φυσικά, μολονότι ελέγχει το σύνολο της αγοράς, δεν έχει καμία πλέον υποχρέωση απέναντι στους πολίτες – παρά μόνο απέναντι στους μετόχους του.

About Αυγουστίνος Ζενάκος (5 Articles)
Ο Αυγουστίνος Ζενάκος είναι δημοσιογράφος και Διευθυντής Σύνταξης του περιοδικού REPORT. Από το 2011 είναι, επίσης, Υπεύθυνος Σύνταξης του περιοδικού UNFOLLOW. Εργάστηκε στην εφημερίδα Το Βήμα από το 2000 ως το 2010. Ήταν ένας από τους συνιδρυτές της Μπιενάλε της Αθήνας και συνδιευθυντής της από το 2005 ως το 2010. Έχει συνεργαστεί με διάφορα περιοδικά στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.