Ερντογάν ανάβασις

Με το επερχόμενο δημοψήφισμα του Απριλίου, η ζοφερή εποποιία του τούρκου προέδρου φτάνει σ’ ένα σημείο κορύφωσης όπου η «νίκη» του θα σημάνει την απόλυτη κυριαρχία του στη γειτονική χώρα. Από τα σοκάκια της Πόλης στο Λευκό Παλάτι, και από τον φονταμενταλισμό στον εκσυγχρονισμό, και πάλι πίσω, αυτή είναι η ιστορία του Ταγίπ Ερντογάν.

Βρίσκεται στη θέση 315 του τουρκικού box office. Η κοινότητα στο IMDb, τη μεγαλύτερη παγκόσμια βάση δεδομένων για κινηματογράφο, της δίνει μόλις δύο βαθμούς στην κλίμακα του δέκα. Οι αίθουσες προβολής της ταινίας παραμένουν  άδειες και οι κριτικές στις διαδικτυακές κοινότητες είναι κάτι παραπάνω από αρνητικές. Στα σχόλια  του BeyazPerde –το αντίστοιχο τουρκικό Αθηνόραμα– οι χρήστες εμφανίζονται πολωμένοι. Μόνο τα ψευδώνυμα προφίλ τής χαρίζουν τα πέντε αστεράκια υμνώντας την ταινία, αλλά και το υπαρκτό πρόσωπο  στο οποίο αναφέρεται. Οι επώνυμοι  χρήστες εμμένουν  στη χαμηλότερη βαθμολογία και κατακεραυνώνουν τόσο τον προπαγανδιστικό χαρακτήρα της όσο και τις καλλιτεχνικές της αρετές, παρομοιάζοντάς τη με τελευταίας κατηγορίας σαπουνόπερα. Όπως κάνουν και οι έτεροι σχολιαστές στο IMDb που συγκρίνουν την ταινία με τον κινηματογράφο του Γκέμπελς, τον μύθο του Αλί Μπαμπά και τα τούρκικα σίριαλ – για τα οποία αποφαίνονται πως είναι σαφώς ποιοτικότερα. Μεγάλη ευρηματικότητα διέπει τους επικριτές στις κατηγορίες, είναι όμως δύο οι λέξεις που εμφανίζονται ξανά και ξανά στα δεκάδες σχόλια: «δικτάτορας» και «προπαγάνδα».

Η ταινία λέγεται “Reis” (ηγέτης). Θέμα της είναι τα πρώτα στάδια του βίου και της πολιτείας του σημερινού προέδρου της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, η πορεία του, δηλαδή, από τις φτωχογειτονιές της Πόλης μέχρι την ανάληψη της πρωθυπουργίας της γειτονικής χώρας. Το τρέιλερ δείχνει μία βιογραφία-αγιοποίηση, όπως αυτές που συνηθίζει τελευταία ο κινηματογράφος, ξαναγράφοντας την ιστορία προσώπων όπως η Τζάκι Κένεντι ή η Μάργκαρετ Θάτσερ. Το Χόλυγουντ, ωστόσο, έχει την υπομονή να περιμένει τα πρόσωπα να περάσουν στη μνήμη. Εδώ η υποταγή στον κανόνα θα ήταν πολυτέλεια. Εν αναμονή του δημοψηφίσματος του Απριλίου, όπου μία νίκη του «Ναι» θα αναγορεύσει τον Ερντογάν σε απόλυτο μονάρχη, σε βάρος των τελευταίων ψηγμάτων δημοκρατίας που έχουν απομείνει στο τουρκικό πολίτευμα, η ταινία αναλαμβάνει να χτίσει την εικόνα του «πεφωτισμένου δεσπότη», του μεσσία που έχει περάσει διά πυρός και σιδήρου απ’ τα πάθη των ανθρώπων, προτού χαρίσει στον λαό του το μέλλον που του αξίζει.

Οι συντελεστές της πάσχισαν πολύ για να τη διαχωρίσουν από το δημοψήφισμα και τις σκοπιμότητες του Ερντογάν για το προσεχές διάστημα– τουλάχιστον μέχρι του σημείου που αποφάσισαν να βγει στις αίθουσες στις 26 Φεβρουαρίου, ανήμερα των 62ων γενεθλίων του τούρκου προέδρου, σε μία φαντασμαγορική πρεμιέρα. Ο πρωταγωνιστής Ρέχα Μπέγιογλου, που επιφορτίστηκε με τον ρόλο του Ερντογάν, δήλωσε χαρακτηριστικά: «Θέλω να γιορτάσω τα γενέθλια του προέδρου μας. Ελπίζω ο Θεός να τον ευλογήσει με μακροζωία και να είναι μαζί μας για πολλά χρόνια ακόμα. Συμμετείχαμε σ’ αυτό το έργο οικειοθελώς και κάναμε τη δουλειά μας με αγάπη. Κάναμε ό,τι καλύτερο μπορούσαμε». Την πρεμιέρα κάλυψε σύσσωμος ο προπαγανδιστικός μηχανισμός του Ερντογάν, μεταξύ των οποίων και η ακραιφνώς φιλοκυβερνητική Σαμπάχ, η οποία γιόρτασε, παράλληλα, τα γενέθλια του Προέδρου με ένα συγκινητικό βιντεάκι συνοδεία του “You’ll Never Walk Alone” του Φρανκ Σινάτρα, το οποίο το ίδιο το Μέσο ισχυρίστηκε πως έγινε viral – παρότι “viral” εδώ σήμαινε ότι το διαμοιράστηκαν 15 χρήστες. Δεν έχει σημασία το εμφανές του ψεύδους. Στην Τουρκία τού σήμερα, ο ζήλος και η εικόνα είναι πια το θεμέλιο μιας ιστορικής αλλαγής.

Όπλισμένη λαϊκότητα

Το όραμα που σιωπηρά κυριάρχησε στην Αμερική της δεκαετίας του ’50 μοιάζει μετριοπαθές μπροστά στο βιογραφικό του Ερντογάν. Η οικογένειά του ήταν μία από τις πολλές που άφηναν κατά καιρούς την ακριτική και φτωχή Ριζούντα, αναζητώντας τα προς το ζην στην Πόλη. Οι εσωτερικοί μετανάστες γονείς του Ταγίπ εγκαταστάθηκαν στη γειτονιά του Κασίμπασα όπου το 1955, έναν χρόνο μετά τη γέννηση του υιού τους, έλαβε χώρα ένα βάναυσο πογκρόμ κατά της ελληνικής μειονότητας ως αντίποινα στον εμπρησμό του τουρκικού προξενείου στη Θεσσαλονίκη, πίσω απ’ τον οποίο αποδείχθηκε τελικά ότι υπήρχε η προβοκάτσια ενός τούρκου εθνικιστή. Ο νεαρός Ταγίπ θα περάσει όλη του τη νεότητα καλλιεργώντας το ταλέντο του στα δύο μεγάλα «όπια του λαού». Σε ένα από τα θρησκευτικά σχολεία που αποτελούν τις κοιτίδες παραγωγής ιμάμηδων από τα χρόνια του κεμαλικού εκσυγχρονισμού μέχρι σήμερα, θα ξεχωρίσει ως δεινός μελετητής και ταλαντούχος ρήτορας του πολιτικού Ισλάμ, ικανότητα που θα του φανεί χρήσιμη σε όλη τη μετέπειτα πολιτική σταδιοδρομία του. Εκεί, όμως, όπου το άστρο του θα λάμψει πραγματικά είναι στο ποδόσφαιρο: πρώτα στα ερασιτεχνικά τμήματα της Κασίμπασα και ύστερα παρ’ ολίγον στις τάξεις της Φενέρμπαχτσε, αν ο συντηρητισμός του πατέρα του δεν ακύρωνε τη συμφωνία μεταξύ του φιλόδοξου παίκτη και της μεγάλης ομάδας, στέλνοντας τον υιό Ερντογάν προς πιο «συμβατικές» σταδιοδρομίες. Μέχρι του σημείου που οι οπαδοί της Φενέρμπαχτσε θα ανεμίσουν τα σύμβολά τους μεταξύ των εξεγερμένων του πάρκου Γκεζί, ο Ερντογάν σε κάθε βήμα του πολιτικού του βίου θα δηλώνει την αγάπη του για τη δημοφιλή ομάδα.

Σήμερα το Κασίμπασα παραμένει μια συντηρητική γειτονιά των κατώτερων στρωμάτων και οι κάτοικοί της είναι ταγμένοι σε εξωφρενικά ποσοστά υπέρ του τούρκου προέδρου. Είναι άλλωστε από τις ελάχιστες εναπομείνασες περιοχές που δεν έχουν βιώσει ακόμα τον εκσυγχρονιστικό πυρετό που ξερίζωσε άλλες φτωχογειτονιές της Πόλης. Τα παιχνίδια του real estate και ο δυτικότροπος εξευγενισμός δεν έχουν διώξει ακόμα τα μανάβικα και τα κουρεία για χάρη των εναλλακτικών καφέ και των πολυτελών διαμερισμάτων. Οι πάμπολλες εθνικιστικές ομάδες κρούσης που έδρασαν στην περιοχή κληρονομούν τα φρονήματά τους από γενιά σε γενιά και όλες μαζί πίνουν νερό στο όνομα Ταγίπ Ερντογάν, που από το 2005 είναι συνώνυμο του γηπέδου της τοπικής τους ομάδας. Η αγάπη αυτή είναι πιο τυχοδιωκτική για τον Ερντογάν απ’ ό,τι για τους φιλάθλους. Την ομάδα της Κασίμπασα θα θυμηθεί να τη στηρίξει μόνο αφού αναγκαστεί να αποκηρύξει τη Φενέρμπαχτσέ το 2013. Αυτό δεν θα αποτρέψει τους οπαδούς της Κασίμπασα, σε συνάντησή τους με τον «μετανοημένο» τούρκο πρόεδρο, να φωνάξουν στο πλάι του «παντού είναι ο Ταγίπ, παντού είναι ο Ερντογάν», παραφράζοντας το γνωστό σύνθημα της τότε πρόσφατης εξέγερσης, «παντού είναι η Ταξίμ, παντού είναι η αντίσταση».

Το 2009, δημοσίευμα του περιοδικού Time εξηγούσε μία από τις πολλές δημόσιες εκρήξεις οργής του Ερντογάν μέσω του «ματσισμού» που χαρακτηρίζει παραδοσιακά τους άνδρες του Κασίμπασα. Τον χαρακτήρα του και τις πεποιθήσεις του, όμως, φαίνεται να σμίλευσαν περισσότερο οι σπουδές του στη Διοίκηση Επιχειρήσεων, παρά τα λαϊκά του ήθη. Στο Πανεπιστήμιο του Μαρμαρά τη δεκαετία του ’70 εντάχθηκε στις τάξεις της εθνικιστικής ένωσης φοιτητών, που εκείνη την περίοδο είχε ταχθεί ημι-επίσημα υπό την ομπρέλα του Κόμματος Εθνικής Σωτηρίας, με κόμμα και νεολαία να χαρακτηρίζονται αμφότερα από την προσήλωσή τους στο ριζοσπαστικό Ισλάμ, στον σφοδρό αντικομμουνισμό και τον αντισημιτισμό. Στους κόλπους της νεολαίας στην Άγκυρα συναντήθηκε για πρώτη φορά ο κύκλος που κατέληξε να δημιουργήσει την τουρκική Χεζμπολάχ, η οποία αιματοκύλησε τους δρόμους της Τουρκίας στις συγκρούσεις του με το κουρδικό PKK, στο όνομα του οράματος μιας ισλαμικής θεοκρατίας για τη χώρα.

Τα φοιτητικά χρόνια του Ερντογάν συμπίπτουν με την κλιμάκωση της ένοπλης σύγκρουσης στο εσωτερικό της χώρας μεταξύ του αμερικανοκίνητου δεξιού μπλοκ που συσπειρώνει όλο το τόξο ανάμεσα στην κοσμική Δεξιά και τις ακροδεξιές οργανώσεις, και των αριστερών δυνάμεων που κέρδιζαν όλο και περισσότερο έδαφος, πιέζοντας προς τον εκδημοκρατισμό του καθεστώτος και μια αναδιανομή προς όφελος των κατώτερων τάξεων. Τη «λύση» θα δώσει το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1980 που –πιστό στις παραδόσεις των τούρκων πραξικοπηματιών– διακηρύσσει την πρόθεση των ένστολων να επιβάλουν ένα εκκοσμικευμένο καθεστώς ενάντια στον φονταμενταλισμό, στον φασισμό και τον κομμουνισμό, αλλά και στη συνεργασία με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, παρέα με τις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις που αυτό απαιτούσε. Με την έναρξη της τριετούς χούντας, το Κόμμα Εθνικής Σωτηρίας και η Νεολαία διαλύονται, όχι όμως πριν ο Ερντογάν ανακηρυχθεί επικεφαλής της δεύτερης για το Μπέγιογλου, τον Δήμο της Ισταμπούλ στον οποίο ανήκει το Κασίμπασα. Τη θέση αυτή θα κρατήσει ώριμος πια και στο διάδοχο Κόμμα της Ευημερίας υπό τον Ερμπακάν, που θα σχηματιστεί με τη λήξη του στρατιωτικού νόμου το 1983 και που δύο χρόνια αργότερα θα τον επιλέξει ως τοπικό επικεφαλής για όλη την περιφέρεια της Ιστανμπούλ. Οι επιδόσεις του στο πόστο είναι εντυπωσιακές• ιστορικών διαστάσεων επίτευγμα παραμένει ότι διεκδίκησε και κατάφερε να πολιτικοποιήσει τη νεολαία και τις γυναίκες της πόλης, με το Κόμμα Ευημερίας να σημειώνει μεγάλη επιτυχία στην περιφέρεια του σε σχέση με τις άλλες περιοχές της χώρας.

Λίγο μετά το 30ό έτος της ηλικίας του, ο Ερντογάν έχει ήδη κάνει μεγάλη αίσθηση στο τουρκικό πολιτικό σκηνικό. Το πραξικόπημα του 1980 και η «ελεγχόμενη» επιστροφή στον κοινοβουλευτισμό σήμανε αρχικά την επανεμφάνιση κομμάτων που κυρίως κινούνται σε ένα φάσμα από τη Δεξιά μέχρι την Κεντροαριστερά, πάντα υπό την επιτήρηση του στρατού. Όλο και περισσότεροι τομείς της τουρκικής οικονομίας σταδιακά «απελευθερώνονται» από την κρατική εποπτεία, πράγμα που σήμαινε κόστος για μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Η πρώτη εκλογική καταγραφή αυτής της δυσαρέσκειας εμφανίζεται στις αυτοδιοικητικές εκλογές του 1994, όταν το ισλαμικό Κόμμα Ευημερίας με υποψήφιο τον Ταγίπ Ερντογάν κερδίζει τη δημαρχία της Ισταμπούλ. Είναι το προοίμιο της μεγάλης εκλογικής νίκης του Κόμματος Ευημερίας στις εκλογές του 1995, όπου θα συμμαχήσει με το κεντροδεξιό DYP για να σχηματίσει την πρώτη ισλαμικού προσανατολισμού κυβέρνηση για δεκαετίες.

Σε ρεπορτάζ της Washington Post για τη νίκη του Ερντογάν στην Ισταμπούλ, ο ηγέτης του Κόμματος Ευημερίας, Νετσμετίν Ερμπακάν, χαρακτηρίζεται «αντι-δυτικός, αντι-ισραηλινός, ενάντιος στην προσχώρηση της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, επειδή τις θεωρεί “χριστιανικές” οργανώσεις», ενώ υμνούνται οι οργανωτικές ικανότητες της παράταξης του νέου δημάρχου που κατάφερε να προστατεύσει τη διεξαγωγή των εκλογών από κάθε πιθανή νοθεία και οι πρωτοπόρες στρατηγικές άμεσης προσέγγισης των ψηφοφόρων. «Πήγαμε σε κάθε ψηφοφόρο ξεχωριστά με ένα σακουλάκι καφέ και το πρόγραμμά μας», δήλωνε τότε στέλεχος της παράταξης. Εκεί που τα τουρκικά και ευρωπαϊκά Μέσα βλέπουν στην άνοδο του Ερντογάν τη νίκη των «ακραίων», η αμερικανίδα ρεπόρτερ της Washington Post αποδεικνύεται πιο διαυγής: η νίκη των ισλαμιστών στις δημοτικές εκλογές είναι ένα αίτημα για πάταξη της θηριώδους διαφθοράς και απόρροια του ασύμμετρου εκσυγχρονισμού που έχει γεννήσει η νεοφιλελεύθερη κεμαλική στρατοκρατία.

Πράγματι, ως δήμαρχος ο Ερντογάν θα ασκήσει κοινωνική πολιτική, εν αντιθέσει με τους εκσυγχρονιστές προκατόχους του που μερίμνησαν πρωτίστως για τις τουριστικές όψεις της πόλης και την εύνοια της μεγάλης επιχειρηματικότητας. Σημαντικά ελλείμματα υποδομών όπως δικτύων ύδρευσης, μέσων μαζικής μεταφοράς και συγκομιδής σκουπιδιών για τις φτωχότερες περιοχές αποκαταστάθηκαν υπό τη δημαρχία του Κόμματος Ευημερίας μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Συσσίτια για άπορους, αναδασώσεις και συγκροτήματα κοινωνικής κατοικίας θα αρχίσουν να γίνονται μαζικά. Η στοχευμένη επένδυση στη βελτίωση της ζωής των κατοίκων των παραμελημένων περιοχών θα κάνει τους εκσυγχρονιστές να καταδικάσουν τον Ερντογάν όχι πια ως φονταμενταλιστή, αλλά ως «σπάταλο», παρότι η κοινωνική του πολιτική ήταν σαφώς πιο εξορθολογισμένη οικονομικά απ’ αυτή των προκατόχων του. Η δε πάταξη της διαφθοράς στον δήμο σήμαινε ταυτόχρονα και το ξερίζωμα του μηχανισμού των κεμαλικών, γεγονός που όξυνε τις αντιπαραθέσεις.

Η πορεία του Κόμματος της Ευημερίας στον Δήμο της Ισταμπούλ και στην κυβέρνηση της Τουρκίας θα αναχαιτιστεί από τις κινήσεις του βαθέος κράτους. Πρώτα με το «βελούδινο πραξικόπημα του στρατού» και τη διάλυση της κυβέρνησης Ερμπακάν το 1997, μόλις έναν χρόνο μετά την ανάληψη των καθηκόντων της, ενώ δύο χρόνια αργότερα με απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου το Κόμμα της Ευημερίας βγαίνει παράνομο, θεωρώντας ότι η λειτουργία του απειλεί τον κοσμικό χαρακτήρα της Τουρκίας. Παράλληλα με την ποινικοποίηση του κόμματος, θα στηθούν δικαστικές διώξεις εναντίον πολλών στελεχών του, μεταξύ των οποίων και ο Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος θα εκτίσει ποινή τεσσάρων μηνών φυλάκισης για την απαγγελία ισλαμιστικού ποιήματος σε δημόσια ομιλία του. Η δίωξή του δεν είναι τυχαία. Διεθνή ρεπορτάζ της εποχής καταγράφουν τον Ερντογάν ως τον σχεδόν βέβαιο ηγέτη του νέου φορέα που θα συγκροτηθεί, αποδίδοντάς του εξωφρενικά ποσοστά δημοτικότητας, ιδίως στους νέους. Με την πάροδο του χρόνου, μοιάζουν αδιανόητοι οι χαρακτηρισμοί «μοντέρνος και προοδευτικός» που απέδιδε τότε 33χρονος σερβιτόρος στον Ερντογάν. Ωστόσο, για τη δεκαετία του 1990 και για μεγάλο μέρος της επόμενης, ο σημερινός «σουλτάνος» εκπροσωπούσε το μαζικότερο πολιτικό κίνημα στην Τουρκία που, παρά τα συντηρητικά θρησκευτικά του χαρακτηριστικά, είχε απομείνει ως τελευταία εναλλακτική στοιχειώδους αποκατάστασης της κοινωνικής δικαιοσύνης απέναντι στη θηριώδη διαφθορά και τις οργιαστικές ανισότητες που αναπαράγονταν μέσω του κράτους, του βαθέος κράτους και –κυρίως– του στρατού.

Κάθαρση

Με αγαστή συνεργασία, οι κεμαλιστές στρατιωτικοί και ο πρόεδρος Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ κατάφεραν να ρίξουν την κυβέρνηση Ερμπακάν στο πρώτο «μεταμοντέρνο πραξικόπημα» της Ιστορίας, αντικαθιστώντας τη με τη διορισμένη κυβέρνηση του κεντροδεξιού Κόμματος της Μητέρας Πατρίδας. Προηγουμένως, η πόλη Σινκάν, που είχε προαναγγείλει μία τόνωση των ισλαμικών χαρακτηριστικών της, υποδέχθηκε τα τανκς του στρατού, η πυγμή των οποίων συμπληρώθηκε από μία σκληρή αντιπολιτευτική εκστρατεία που επιχείρησε να αποκαλύψει και να υπονομεύσει το ισλαμικό ρεύμα στη χώρα, χτυπώντας –επιτυχώς– τον Ερμπακάν. Μετά την αποφυλάκισή του το καλοκαίρι του 1999, ο Ερντογάν βρίσκει το Κόμμα της Ευημερίας παράνομο και διαλυμένο, αλλά και μία παράλληλη διάχυτη κοινωνική αγανάκτηση με την κεμαλική στρατοκρατία που εκτείνεται από μετριοπαθείς μέχρι «σκληρούς» ισλαμιστές – αν και τον τόνο τον δίνουν οι πρώτοι, καθώς τα ρεύματα του πολιτικού Ισλάμ που αρχίζουν να ηγεμονεύουν διεκδικούν τα πραγματικά κεντροδεξιά χαρακτηριστικά που μέχρι τότε αποτελούν την προβιά των κεμαλιστών. Με την Αριστερά της Τουρκίας να έχει εξουδετερωθεί από δεκαετίες διώξεων, εκτελέσεων, παρακρατικών επιθέσεων και εξοριών, η καταπολέμηση της ασυδοσίας των «προοδευτικών» κεμαλιστών επαφίεται πια στον ανανεωμένο, φιλελευθεροποιημένο ισλαμισμό που αρχίζει να αποκτά σαφέστερη πολιτική ατζέντα. Για δύο χρόνια μετά το 1997, το ρεύμα του ιμάμη Φετουλάχ Γκιουλέν αρχίζει να στρέφει το τόξο του ισλαμισμού προς πιο σαφείς κατευθύνσεις: ενίσχυση των μεσαίων τάξεων, αποκατάσταση της δημοκρατίας, συνεργατική αλλά οριοθετημένη διάθεση προς τη Δύση, υπεράσπιση του Ισλάμ, σε ατομικό όμως επίπεδο, και αντικατάσταση του ιδεολογικού κορμού του ευρύτερου χώρου με τον τουρκικό εθνικισμό.

Παρότι ο Φετουλάχ Γκιουλέν συναντήθηκε μόλις τρεις φορές στη ζωή του με τον Ερντογάν και αυτοεξορίστηκε από την Τουρκία στις ΗΠΑ το 1999, μετά τις διώξεις προσώπων του κύκλου του, η επιρροή του ρεύματος που ηγούνταν είναι εμφανής στις επόμενες κινήσεις του προέδρου. Το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) που γεννιέται ως διάδοχος του Κόμματος Ευημερίας –ή τουλάχιστον από την «ανανεωτική» του πτέρυγα, την οποία εκπροσωπούσε ο νέος ηγέτης Ερντογάν– σχηματίζεται το 2001, εν μέσω κοινωνικής και πολιτικής κρίσης. Η ετοιμότητα του Ερντογάν είναι μεγάλη: το τόξο του Κόμματος της Πρόνοιας διευρύνεται με κεντροδεξιούς ισλαμιστές διανοούμενους και ηγετικές φιγούρες του γκιουλενισμού που, ηρωοποιημένοι στον ισλαμικό πληθυσμό από το κυνηγητό που υπέστησαν την επομένη του πραξικοπήματος το 1997, μετατρέπονται εν μια νυκτί σε δημοφιλή πολιτικά στελέχη του νεοσύστατου κόμματος. Μέχρι και μαρξιστές θα προσχωρήσουν στο AKP, γοητευμένοι από το ρεύμα που συσπειρώνει. Θα χρειαστεί μόλις ένας χρόνος ώστε το ανανεωμένο στελεχιακά και ιδεολογικά μείγμα να διεκδικήσει και να κερδίσει τις εκλογές, ένα θαύμα που καλοδέχεται ο διεθνής Τύπος, εκδηλώνοντας έκτοτε συχνά την εκτίμησή του στον νέο τεχνοκράτη πρωθυπουργό Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Η στιγμή ήταν ιδανική: το 2001, το τουρκικό ancien régime τελούσε υπό διάλυση. Η πολιτική αστάθεια της προηγούμενης δεκαετίας που κλιμακώθηκε με το «μεταμοντέρνο πραξικόπημα» του 1997 είχε οδηγήσει σε βαθιά ύφεση. Έχοντας παραδώσει την οικονομία στην ολοκληρωτική εξάρτηση από τις δυτικές επενδύσεις και αλώσει το κράτος, μετατρέποντάς το σε έναν μηχανισμό υπέρμετρης διαφθοράς, οι κεμαλιστές ακροβατούσαν επί σειρά ετών σε λεπτό σχοινί, το οποίο αναπόφευκτα κάποια στιγμή θα έσπαγε. Οι ανοδικές τάσεις των ισλαμιστών τη δεκαετία του ’90 και οι εσωτερικοί τριγμοί που οξύνονται με το πραξικόπημα προκαλούν μία απότομη και μαζική ροή κεφαλαίων. Το δημοσιονομικό έλλειμμα εκτινάσσεται στα ύψη, η ανεργία αλωνίζει και, όπως ήταν αναμενόμενο, τα μέτρα που απαιτεί το ΔΝΤ για να εκταμιεύσει τις δανειακές δόσεις αποτυγχάνουν να επιδιορθώσουν την κατάσταση. Χαρτογραφώντας το αδιέξοδο, ο Economist της εποχής διαπιστώνει ένα πολιτικό σκηνικό που είναι σαν να βγήκε από τη φαντασία της σάτιρας και ένα σύστημα στο οποίο «το μεγαλύτερο μέρος της διακυβέρνησης έχει αφεθεί στη γραφειοκρατία και η χάραξη πολιτικής στον στρατό».

Στις εκλογές του 2002, το πολιτικό σύστημα θα αντιμετωπίσει τη νέμεση της λαϊκής ψήφου. Τα κόμματα του μέχρι πρότινος κυβερνώντος συνασπισμού απέτυχαν να περάσουν το κατώφλι του 10%. Ο παραλογισμός του καθεστώτος ξεγυμνώνεται όταν ο χαρισματικός επικεφαλής του ΑΚΡ, Ερντογάν, παρά το θριαμβευτικό 34,3% που έχει συγκεντρώσει, αδυνατεί να αναλάβει την πρωθυπουργία λόγω της πρότερης καταδίκης και φυλάκισής του. Τη θέση του παίρνει ως αχυράνθρωπος ο Αμπντουλάχ Γκιούλ σε όλες τις δημόσιες εμφανίσεις, όμως ως ηγέτης του κόμματος και της χώρας εμφανίζεται ο Ερντογάν. Έχοντας μυηθεί στον γκιουλενισμό που τροφοδοτεί το μετριοπαθές προφίλ που είχε ήδη χτίσει ως δήμαρχος, μιλάει για μια Τουρκία χωρίς διαφθορά, χωρίς ελλείμματα, με κοινωνικό κράτος, ατομικά δικαιώματα, σεβασμό στις συμφωνίες, φίλια διάθεση προς τις ΗΠΑ, αλλά και ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Ένας ισλαμιστής που ακούγεται σαν κεμαλιστής αποδεικνύεται το καλύτερο βάλσαμο για την ασθένεια της οικονομίας• οι δηλώσεις του αναπαράγονται με ενθουσιασμό στον διεθνή οικονομικό Τύπο. Μία εβδομάδα μετά την εκλογή του και παρά την αδυναμία του να αναλάβει την πρωθυπουργία, τα αποτελέσματα είναι απτά: ο δείκτης του Χρηματιστηρίου της Ιστανμπούλ αρχίζει να ανεβαίνει, η τσακισμένη λίρα ανακάμπτει ραγδαία και οι επιχειρηματικές ελίτ ανά τον κόσμο βάζουν πλώρη για επενδύσεις στη νέα Τουρκία. Όλα αυτά από τα λόγια ενός σκιώδους πρωθυπουργού που αδυνατεί να αναλάβει το αξίωμά του.

Αξιοποιώντας την κυβερνητική ισχύ, τέσσερις μήνες μετά τις εκλογές, ο Ερντογάν θα αξιοποιήσει τις απαραίτητες νομικές δικλίδες για να αναλάβει το πόστο του. Η νέα εποχή της Τουρκίας ξεκινάει και επισήμως. Χείρες φιλίας τείνονται προς δυσμάς, εγκαινιάζοντας την εποχή του φλερτ με την Ευρώπη, ενώ συσφίγγουν και τις σχέσεις με την Αμερική, χωρίς να αποξενώνουν τις χώρες της Μέσης Ανατολής. Ο νέος πρωθυπουργός γίνεται –και θα παραμείνει για πολλά χρόνια– διαμεσολαβητής των αραβικών χωρών και της Δύσης. Στο εσωτερικό, οδικά δίκτυα, αεροδρόμια, τρένα αρχίζουν να εξυπηρετούν ακόμα και τις ξεχασμένες περιοχές της χώρας. Οι δημόσιες υπηρεσίες βελτιώνονται εντυπωσιακά, ενώ ο προϋπολογισμός του Υπουργείου Παιδείας αυξάνεται αλματωδώς. Το σύστημα υγείας δέχεται μια σειρά μεταρρυθμίσεων που, παρότι κάποιες εξ αυτών κινούνται υπέρ του ιδιωτικού τομέα, στον μέσο όρο τους αυξάνουν ριζικά την πρόσβαση των πολιτών στην υγεία. Το εργατικό δίκαιο μεγαλώνει τη διαπραγματευτική δύναμη των εργαζομένων, ενώ εισάγεται και νομοθεσία ενάντια στις διακρίσεις στους χώρους εργασίας. Η οικονομική ανάπτυξη καταφέρνει να αποσιωπήσει την όποια δυσαρέσκεια της κοινωνίας. Η ανάπτυξη, ο εξορθολογισμός των δημοσίων δαπανών και η πάταξη της διαφθοράς μειώνουν όλο και περισσότερο το δημόσιο χρέος της χώρας. Οι δε προσπάθειες να αποσοβηθούν οι εντάσεις με Κούρδους και Αρμένιους είναι υπαρκτές και συνεχείς. Σε κάτι λιγότερο από μία δεκαετία, ο Ερντογάν έχει μεταμορφώσει ριζικά την κοινωνία, την οικονομία και το κράτος της Τουρκίας, εκπληρώνοντας σχεδόν σύσσωμες τις κούφιες υποσχέσεις που έδιναν για δεκαετίες οι κεμαλικοί – χωρίς να παρεκκλίνει όμως απ’ αυτές, με τα γνωστά παρεπόμενα του νεοφιλελευθερισμού στην ποιότητα ζωής των κατώτερων στρωμάτων και τη μοίρα της περιουσίας του Δημοσίου.

Πόλεμος και δημοκρατία

Σήμερα δεν είναι πια πρωθυπουργός. Το αξίωμά του είναι αυτό του Προέδρου – και ακόμα και αυτό είναι ελάχιστο για να περιγράψει τις εξουσίες που θα του δώσει η νίκη στο προσεχές δημοψήφισμα. Η Τουρκία πνίγεται στην καταστολή και το αίμα, με φωνές να εγείρουν υποψίες ακόμα και για «στρατηγική της έντασης». Το σκληρό Ισλάμ έχει ξυπνήσει από τον λήθαργό του, θεμελιώδεις δημοκρατικές αρχές και δικαιώματα καταπατούνται καθημερινά, προκαλώντας τη μήνιν της διεθνούς κοινότητας. Τα περιστατικά που φλερτάρουν με το διπλωματικό επεισόδιο πυκνώνουν. Οι εσωτερικές εντάσεις έχουν πράγματι οξυνθεί ύστερα από την οριστική ήττα της κεμαλικής στρατοκρατίας στην έσχατη απόπειρά της να επιβάλλει τη βούλησή της διά του πραξικοπήματος. Από κάποιο από τα 1.150 δωμάτια του θηριώδους Λευκού Παλατιού που έστησε για τον εαυτό του στην Άγκυρα, ως σύμβολο εξουσίας που θα ζήλευαν όλοι οι προκάτοχοί του, ο Ερντογάν ορά με το βλέμμα του ανατολίτη Νέρωνα τον ανανεωτικό του εκσυγχρονισμό να συντρίβεται στα ερείπια της δεκαετίας του ’70. Αν ξεκινώντας να αλλάξει από τα θεμέλιά του το τουρκικό κράτος είχε έστω και μια ελάχιστη πίστη σε κάποιο «Τέλος της Ιστορίας», αυτή έχει πια αναμφίβολα εξανεμιστεί.

Οι μεταρρυθμίσεις της πρώτης θητείας του Ερντογάν δεν τερμάτισαν τον εσωτερικό πόλεμο της Τουρκίας• το πιθανότερο είναι να τον όξυναν αόρατα. Λίγο πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2007, μαζικές συγκεντρώσεις που έφτασαν το 1 εκατομμύριο διαδηλωτών ξέσπασαν για την υπεράσπιση του κοσμικού χαρακτήρα του τουρκικού κράτους, ο οποίος απειλούνταν από την υποψηφιότητα του ισλαμιστή Αμπντουλάχ Γκιούλ για την Προεδρία της Δημοκρατίας. Με ανάρτηση στο Διαδίκτυο, οι Ένοπλες Δυνάμεις προειδοποίησαν ότι δεν θα δεχθούν την απομάκρυνση του πολιτεύματος από τις κοσμικές του αρχές. Το Ανώτατο Δικαστήριο–τότε υπό τον έλεγχο των κεμαλιστών– που έχει την αρμοδιότητα να θέσει τους όρους για την εκλογή Προέδρου από την Εθνοσυνέλευση κάνει ό,τι μπορεί για να διευκολύνει την αντιπολίτευση να μπλοκάρει την εκλογή Γκιούλ. Το καταφέρνει. Προκηρύσσονται βουλευτικές εκλογές τις οποίες κερδίζει και πάλι το ΑΚΡ με 34%. Με τη βοήθεια του εκλογικού νόμου, ο Γκιούλ καταφέρνει να εκλεγεί Πρόεδρος. Ο Ερντογάν διεξάγει δημοψήφισμα με το οποίο ο Πρόεδρος προβλέπεται να εκλέγεται από τον λαό. Το πραγματοποιεί τον Οκτώβριο του 2007 και το κερδίζει με 69%.

Η σύγκρουση  της προεδρικής εκλογής αναζωπυρώνει την κόντρα με τους κεμαλιστές και σε συνδυασμό με την παγκόσμια οικονομική κρίση, που χτυπάει έντονα και την Τουρκία, τραβάει διερευνητικά τον μετριοπαθή Ερντογάν προς πιο φιλο-ισλαμικές θέσεις. Σύμπτωμα αυτών είναι ο έντονος διαπληκτισμός του με τον Σιμόν Πέρες στο Νταβός το 2009, που κλονίζει τις μέχρι τότε καλές σχέσεις με το Ισραήλ. Το 2010 ο Ερντογάν εισηγείται την αναθεώρηση του Συντάγματος, το οποίο έχει μείνει ανέπαφο από την εποχή που το συνέταξε η στρατιωτική χούντα του 1980. Στις αλλαγές περιλαμβάνονται ταυτόχρονα προβλέψεις που ευνοούν τον επιχειρηματικό κόσμο, αλλά και μία σημαντική επέκταση των εργατικών δικαιωμάτων. Η πραγματική έμφαση, όμως, βρίσκεται αλλού. Μετά την αποτυχία του ΑΚΡ να διεκδικήσει την απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή, η συνταγματική αναθεώρηση πηγαίνει σε δημοψήφισμα όπου το «Ναι» κερδίζει με 58%. Η ουσία της αναθεώρησης αποκαλύπτεται κατευθείαν: αίρεται η ασυλία των στρατιωτικών και οι επίδοξοι και παρελθοντικοί πραξικοπηματίες οδηγούνται μαζικά στο εδώλιο, το οποίο έχει καθαριστεί από την απόλυτη κυριαρχία των κεμαλιστών. Οι γκιουλενιστές καταλαμβάνουν όλα τα σημαντικά πόστα που προσφέρονται στον δικαστικό μηχανισμό μετά την αναθεώρηση. Μετά από σχεδόν έναν αιώνα απόλυτης κυριαρχίας στη χώρα, ο κεμαλισμός είναι πια αποδυναμωμένος• στη χώρα ηγεμονεύει ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν…
… τουλάχιστον μέχρι το 2013. Η οικονομία σημειώνει πτωτικές τάσεις.

Η καμπάνια που έχει ξεκινήσει το 2009 για την ειρηνική επίλυση του Κουρδικού πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο. Η δε Αραβική Άνοιξη αλλάζει μέσα σε ελάχιστο χρόνο όλο τον πολιτικό χάρτη της Μέσης Ανατολής. Οι σαρωτικές νίκες του Ερντογάν επί μία δεκαετία και η προοπτική αναβάθμισής του σε Πρόεδρο με γιγαντωμένες εξουσίες συναινούν σε ένα προσωποκεντρικό μοντέλο που–κατά ειρωνικό τρόπο– μόνο με τη φιγούρα του Κεμάλ μπορεί να συγκριθεί. Όταν ξεσπάει μία νέου τύπου έκρηξη στο πάρκο Γκεζί και διαχέεται σ’ όλη τη χώρα, η οποία μπορεί μεν να σχετίζεται αλλά δεν ταυτίζεται με τα κεμαλικά πραξικοπήματα, ο Ερντογάν ξεδιπλώνει τον αυταρχισμό του. Οι προσβολές κατά των διαδηλωτών πληθαίνουν και οξύνονται, η υπεράσπιση του Ισλάμ –εναντίον του οποίου κινητοποιούνται αρκετοί– σκληραίνει και η καταστολή είναι άγρια και εκτενής. Ο Μπερκίν Ελβάν είναι μόνο ένα από τα θύματά της. Ακόμα και όταν η εξέγερση αρχίζει να μπαίνει σε πορεία σταδιακής χαλάρωσης, το κουτί της Πανδώρας που έχει ανοίξει δεν δείχνει έτοιμο να κλείσει σύντομα. Η εκκαθάριση του τουρκικού κράτους επεκτείνεται συλλαμβάνοντας πάσης φύσεως διαφωνούντες και οι διεθνείς οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων κάνουν υπερωρίες. Η Τουρκία γίνεται κόλαση για δημοσιογράφους, καθηγητές πανεπιστημίων, Κούρδους και ακτιβιστές – η Τουρκία ανήκει πια στον Ερντογάν.

Λίγες μέρες μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016, οι κάτοικοι του Κασίμπασα είναι οργισμένοι γι’ αυτήν τη «συνωμοσία γκιουλενιστών και Αμερικανών» που θέλησε να ρίξει τον Ερντογάν. «Ο δρόμος είναι ανοιχτός για τον τουρκικό λαό, τώρα που αποκαλύφθηκαν οι προδότες», ισχυρίζεται ένας κάτοικος στον ρεπόρτερ του PRI. Μπορεί να είναι ένας από τους χιλιάδες που τη νύχτα του πραξικοπήματος βγήκαν μαζί με την αστυνομία και νίκησαν τον στρατό που επιχείρησε –μάλλον για τελευταία φορά– να τηρήσει τις κεμαλικές παραδόσεις. Το αποτέλεσμα ήταν αιματηρό, με εκατοντάδες νεκρούς, χιλιάδες τραυματίες και δεκάδες χιλιάδες έγκλειστους στα κελιά των τουρκικών φυλακών. Η απειλή αποδείχθηκε ισχνό φάντασμα της κεμαλικής  στρατοκρατίας: το σχέδιο του πραξικοπήματος φάνηκε πρόχειρο και ανεπαρκές, ενώ οι νεαροί στρατιώτες που στάλθηκαν να το εκτελέσουν, αναθρεμμένοι «δυτικά» και απογυμνωμένοι από τον φανατισμό του παλαιού καθεστώτος, ανακάλυψαν πως δεν είχαν το κουράγιο να ανοίξουν πυρ κατά των διαδηλωτών που βγήκαν να υπερασπιστούν την κυβέρνηση. Πολλοί εξ αυτών πλήρωσαν το τίμημα με τη ζωή τους. Η δε στροφή στο σκληροπυρηνικό Ισλάμ επέτρεψε την επομένη να ανοίξει ο διάλογος  γύρω από την εσχάτη των ποινών. Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είναι πια στην τελική τροχιά για να αποτινάξει κάθε πιθανό «πρόβλημα» στη διακυβέρνησή του, αίροντας κάθε κοινωνική δικαιοσύνη την οποία άλλοτε επιχειρούσε να αποκαταστήσει. Τώρα φυλακίζει μαζικά, στρέφει τον δημόσιο λόγο στον φονταμενταλισμό, καταπατά τα ανθρώπινα δικαιώματα και, αχαλίνωτος και οργισμένος, διαταράσσει τις γεωπολιτικές ισορροπίες σε Ανατολή και Δύση. Τα ποσοστά αποδοχής του παραμένουν πολύ υψηλά.

About Γιάννης - Ορέστης Παπαδημητρίου (9 Articles)
Ο Γιάννης - Ορέστης Παπαδημητρίου έχει συνεργαστεί με εφημερίδες και διαδικτυακά μέσα και αποτελεί μέλος των συντακτικών ομάδων του περιοδικού UNFOLLOW και της αγγλόφωνης διαδικτυακής πλατφόρμας Athens Live.
Αρέσει σε %d bloggers: