Η Τουρκία και οι πρόσφυγες: Μια αποθήκη ψύχων ως διαπραγματευτικό όπλο

Μετά το 2015, η Τουρκία έγινε η χώρα με τους περισσότερους εξαθλιωμένους πρόσφυγες στο έδαφός της παγκοσμίως, έχοντας απέναντί της την Ευρωπαϊκή Ένωση, το πλουσιότερο μπλοκ κρατών στον κόσμο…

Εδώ και ακριβώς έναν χρόνο, ΕΕ και Τουρκία προχώρησαν σε μια «κοινή δήλωση» που ονομάστηκε «συμφωνία» και υποτίθεται πως έχει σκοπό να βάλει κανόνες και να ρυθμίσει το χάος. Η συμφωνία εφαρμόζεται έκτοτε με πάμπολλα προβλήματα. Η ΕΕ μπορεί να χαίρεται διότι οι αφίξεις προσφύγων μέσω Ελλάδας μειώθηκαν και μπλόκαραν στα ελληνικά νησιά, η Τουρκία ίσως χάρηκε διότι απέκτησε ένα ακόμη σημαντικό διαπραγματευτικό χαρτί και οικονομική βοήθεια 3 δισ. ευρώ, οι ίδιοι οι πρόσφυγες όμως είναι οι μόνοι που παραμένουν κυριολεκτικά χαμένοι.

Εντούτοις, όσα ακολούθησαν στο εσωτερικό της Τουρκίας μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του περασμένου Ιουλίου χάλασαν το εορταστικό για τους ισχυρούς κλίμα. Από τη μία, η Ευρωπαϊκή Ένωση ζει αλλεπάλληλες κρίσεις άγχους, ότι ο Ταγίπ Ερντογάν μπορεί να πραγματοποιήσει τις απειλές του και να ανοίξει τα σύνορα για να κατακλυστεί η Ευρώπη με πρόσφυγες ή να αποσταθεροποιηθεί η Τουρκία σε τέτοιο βαθμό που να οδηγηθούμε στο ίδιο αποτέλεσμα. Από την άλλη, η Τουρκία, ως άλλοτε αυτοκρατορία, άρχισε να φοβάται ότι γκρεμίζοντας τις γέφυρες με τους ισχυρούς θα έχει ακόμη μεγαλύτερη δυσκολία να διαχειριστεί τα υπόλοιπα θέματα που αντιμετωπίζει διεθνώς. Χώρια που ένα άνοιγμα των συνόρων θα ωθούσε νέους πληθυσμούς προσφύγων να περάσουν στο έδαφός της για να βρουν διέξοδο στην Ευρώπη, όπως συνέβη και το 2015.

Χαρακτηριστικό ήταν το επεισόδιο που συνέβη πριν από λίγες ημέρες, όταν ο Ερντογάν μίλησε απερίφραστα για «ναζιστικές πρακτικές», επειδή οι Αρχές στη Γερμανία απαγόρευσαν πολιτικές εκδηλώσεις με τη συμμετοχή τούρκων αξιωματούχων. Ακολούθησε οργισμένη απάντηση της καγκελάριου Μέρκελ που είπε πως «δεν υπάρχει καμία απολύτως δικαιολογία» για τις δηλώσεις Ερντογάν οι οποίες «συμβάλλουν μονάχα στον ευτελισμό του πόνου που βίωσαν τα θύματα των εγκλημάτων των ναζί». Η κυρία Μέρκελ χαρακτήρισε θλιβερά τα σχόλια Ερντογάν δεδομένων των πολλών κοινών που ενώνουν Τουρκία και Γερμανία ως χώρες συμμάχους στο ΝΑΤΟ, παραδεχόμενη, ταυτόχρονα, ότι υπάρχουν βαθιές διαφορές με την Άγκυρα σε ζητήματα όπως η ελευθερία του Τύπου. Διαφορές, όμως, οι οποίες δεν απέτρεψαν τη «συμφωνία» που στηρίζεται στην αρχή ότι η Τουρκία είναι «ασφαλής τρίτη χώρα» για να επιστρέφονται στο έδαφός της πρόσφυγες.

 

Πρόσφυγες στην Τουρκία, μια ιστορία που ξεκινά από παλιά

Καταρχάς, η Τουρκία δεν ανέλαβε ρόλο στη διαχείριση του Προσφυγικού τον περασμένο Μάρτιο, όταν έκλεισε συμφωνία με την ΕΕ. Δεν τον είχε αναλάβει καν το φθινόπωρο του 2015, όταν είχε αρχίσει να φαίνεται πού πάει το πράγμα καθώς η Ευρώπη άρχισε να ορθώνει φράχτες και να κλείνουν οι ανοιχτές αγκάλες της Άνγκελα Μέρκελ. Από τη δεκαετία του ’20 έως και τα μέσα της δεκαετίας του ’90, εμφανίζεται να δέχεται πάνω από 1,5 εκατομμύριο μουσουλμάνους πρόσφυγες, κυρίως από τα Βαλκάνια, που έγιναν δεκτοί ως «τουρκικής καταγωγής». Στη δεκαετία του ’90 ήρθε ο εμφύλιος στο Ιράκ που έκανε 500.000 Κούρδους να αναζητήσουν καταφύγιο στην Τουρκία κυνηγημένοι από τον Σαντάμ Χουσεΐν. Εδώ το κλίμα υποδοχής ήταν εντελώς διαφορετικό• η Τουρκία αρνήθηκε να τους δεχθεί, καθώς διεκδικούσαν την ανεξαρτησία τους. Κάποιοι έμειναν για ένα διάστημα, οι περισσότεροι επέστρεψαν αργότερα στο Ιράκ, αλλά αυτή η υπόθεση άφησε το σημάδι της. Η Τουρκία άρχισε να αντιμετωπίζει τους πρόσφυγες περισσότερο ως απειλή για την εθνική της ασφάλεια και λιγότερο ως ανθρώπους με αναγνωρισμένα διεθνώς δικαιώματα, παρά το γεγονός ότι η ίδια ήταν από τα ιδρυτικά μέλη των Ηνωμένων Εθνών. Έθεσε λοιπόν ζήτημα «γεωγραφικού προσδιορισμού» στην εφαρμογή της Σύμβασης της Γενεύης, αναγνωρίζοντας ως πρόσφυγες μόνο όσους έρχονται από την Ευρώπη. Οι περίπου 50.000 πρόσφυγες από την Αλβανία και τη Βοσνία, τη δεκαετία του ’90, έλαβαν προστασία και πολλοί φιλοξενήθηκαν σε καταυλισμούς κοντά στα βουλγαρικά σύνορα. Πολλοί επέστρεψαν αργότερα στις χώρες τους, ενώ κάποιοι παρέμειναν και ενσωματώθηκαν. Όλα αυτά τα χρόνια, εξάλλου, η Τουρκία ήταν μια χώρα με σημαντική εξαγωγή πληθυσμού οικονομικών μεταναστών προς την Ευρώπη. Η μεγάλη ανατροπή έμελλε να έρθει όταν ξέσπασε ο εμφύλιος στη Συρία την άνοιξη του 2011.

Το κύμα προσφύγων από τη Συρία

Πριν τον πόλεμο, μόλις 635 Σύροι είχαν καταφύγει ως πρόσφυγες στην Τουρκία, αριθμός ελάχιστος σε σχέση με τους 48.000 Ιρανούς, 24.000 Ιρακινούς και 29.000 Αφγανούς. Την άνοιξη του 2014, τρία χρόνια μετά το ξέσπασμα του εμφυλίου, οι σύροι πρόσφυγες στην Τουρκία πλησίαζαν ήδη το 1 εκατομμύριο. Περίπου 220.000 ζούσαν ήδη σε 22 καταυλισμούς που είχαν διαμορφωθεί κυρίως στις επαρχίες κοντά στα τουρκοσυριακά σύνορα, ενώ πάνω από 700.000 ζούσαν εκτός δομών. Τότε, η Τουρκία κατατασσόταν ήδη στην 6η θέση παγκοσμίως με βάση τον αριθμό των φιλοξενουμένων προσφύγων. Τρία χρόνια μετά, έχει κατακτήσει την πρώτη θέση με σχεδόν 3,5 εκατομμύρια πρόσφυγες, εκ των οποίων 2,7 εκατομμύρια είναι από τη Συρία. Ωστόσο, η εικόνα ως προς τη φιλοξενία σε καταυλισμούς δεν έχει αλλάξει ουσιαστικά. Μάλλον έχει χειροτερέψει. Οι καταυλισμοί είναι 26 και οι φιλοξενούμενοι σε αυτούς εκτιμώνται σε 260.000, δηλαδή το 10% στο σύνολο των Σύρων. Σαν όλοι να πιστεύουν ότι οι πρόσφυγες ήρθαν για λίγους μήνες και οσονούπω θα φύγουν… Σε όλη τη διάρκεια της συριακής κρίσης, το τουρκικό κράτος υποστηρίζει πως έχει ξοδέψει 7 δισ. ευρώ και το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων αυτών αφορά τη λειτουργία των καταυλισμών.

Αλλεπάλληλες μελέτες και αναφορές που έχουν γίνει τα προηγούμενα χρόνια (μετά το πραξικόπημα του Ιουλίου οι σχετικές επιτόπιες έρευνες συναντούν αρκετά εμπόδια) αναδεικνύουν αυτή την «προσωρινότητα» ως ένα από τα βασικά προβλήματα στην αντιμετώπιση του Προσφυγικού. Τα πρώτα χρόνια μετά το 2011, έγιναν αρκετά έργα για τη διευκόλυνση των προσφύγων. Η τουρκική κυβέρνηση έλαβε πολλά εύσημα, καθώς οι καταυλισμοί διέθεταν ιατρική περίθαλψη, σχολεία και ευκολίες αναψυχής. Στις 13 Φεβρουαρίου 2014, οι New York Times γράφουν άρθρο με τον τίτλο «Πώς να χτίσετε τέλειους προσφυγικούς καταυλισμούς» στο οποίο, όμως, περιλαμβάνονται και τα λόγια ενός πρόσφυγα: «Αυτό είναι ξενοδοχείο πέντε αστέρων, αλλά εμείς δεν είμαστε χαρούμενοι εδώ». Την ίδια περίοδο επικρατεί η εκτίμηση ότι το καθεστώς της Συρίας πρόκειται σύντομα να καταρρεύσει και οι πρόσφυγες θα επιστρέψουν στα σπίτια τους.

Ένα από τα θέματα που παραμένει διευθετημένο «στο περίπου» είναι το καθεστώς με το οποίο οι σύροι πρόσφυγες παραμένουν στην Τουρκία. Τα χρόνια πριν από το 2011, η Τουρκία ακολουθούσε πολιτικές προσέγγισης με τους γείτονές της και έδινε ελεύθερα βίζα για επισκέψεις από τη Συρία. Εννιακόσιες χιλιάδες Σύροι είχαν επισκεφθεί την Τουρκία το 2010. Η διέλευση των συνόρων συνέχισε να είναι ελεύθερη αφού ξέσπασε η κρίση, ακόμη και για πρόσφυγες χωρίς διαβατήριο. Πολλοί εκτιμούν ότι σε αυτό έπαιξε ρόλο και η θρησκευτική συγγένεια όσων εκδιώχθηκαν το πρώτο διάστημα. Το καθεστώς Άσαντ στηρίζεται από τους αλαουίτες μουσουλμάνους και αυτό έβαλε πρώτους στο στόχαστρο τους εκεί σουνίτες, οι οποίοι όμως ως δόγμα αποτελούν την πλειοψηφία στην Τουρκία. Υπήρχαν μάλιστα αναφορές ότι οι σουνίτες ήταν εκείνοι που εξασφάλιζαν θέση στους «πολυτελείς» καταυλισμούς, ενώ τα υπόλοιπα δόγματα έμεναν εκτός. Ο έλεγχος χάθηκε αρκετά αργότερα και μαζί του άλλαξε και το κλίμα, καθώς πολλοί αναζητούσαν καταφύγιο στις πόλεις, ανεβάζοντας τα ενοίκια, προσφέροντας εργασία με ελάχιστη αμοιβή και αυξάνοντας τον πληθυσμό των ζητιάνων ή των μικρών παιδιών που προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν κάποια χρήματα πουλώντας μικροπράγματα στον δρόμο.

Μετά το 2015, όταν τα σύνορα επισήμως έκλεισαν, η κατάσταση έγινε ακόμη δυσκολότερη. Χιλιάδες έρχονταν πληρώνοντας διακινητές και χωρίς ποτέ να καταγραφούν, φοβούμενοι ότι θα τους ανάγκαζαν να επιστρέψουν στη Συρία. Μη κυβερνητικές οργανώσεις άρχισαν να καταγγέλλουν τις Αρχές για πλήθος παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενώ έως τότε έβλεπαν σημάδια συμμόρφωσης της Τουρκίας με τις διεθνείς νόρμες. Τα προβλήματα άρχισαν να διογκώνονται μετά το 2013, όταν η Τουρκία ξεκίνησε να ζητά σημαντική οικονομική βοήθεια για τους πρόσφυγες. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ζητούσε επιμόνως οικονομικά και στατιστικά στοιχεία, τα οποία οι τουρκικές αρχές δεν διέθεταν ή δεν ήθελαν να δώσουν. Η εικόνα μιας κοινωνίας όπου οι κανόνες εφαρμόζονται «στο περίπου» ήρθε στην επιφάνεια.

Οι συντριπτικά περισσότεροι σύροι πρόσφυγες δεν παίρνουν άδειες εργασίας (περίπου 7.500 άτομα σε σύνολο 2,7 εκατομμυρίων τις έχουν εξασφαλίσει), ωστόσο όλοι δουλεύουν ακόμη και σε δημόσια έργα σε καθεστώς ημινόμιμο-ημιπαράνομο. Αυτό είναι άλλωστε και όρος επιβίωσης, καθώς οικονομική βοήθεια παρεχόταν εξαρχής μόνο σε όσους έμεναν μέσα στους λιγοστούς καταυλισμούς. Το βάρος αυτής της κατάστασης άρχισε να καταγράφεται ήδη από το 2014. Σε έρευνα του τουρκικού Κέντρου Μελετών Οικονομίας και Εξωτερικής Πολιτικής (EDAM), το 86% των ερωτηθέντων απαντά ότι πρέπει να σταματήσουν οι αφίξεις προσφύγων και το 30% ότι πρέπει «να σταλούν από κει που ήρθαν». To αμερικανικό German Marshall Fund, σε δική του συγκριτική έρευνα, διαπίστωσε πως οι Τούρκοι θεωρούσαν τότε τη νόμιμη μετανάστευση πρόβλημα σε ποσοστό 54% έναντι 32% εκείνων που ρωτήθηκαν στη Γερμανία. Αντίστοιχα, το 70% των Τούρκων πίστευαν ότι οι μετανάστες παίρνουν τις δουλειές των ντόπιων έναντι 20% των Γερμανών και επίσης 70% των Τούρκων ήταν δυσαρεστημένοι με την πολιτική της κυβέρνησης στο Μεταναστευτικό έναντι ποσοστού 46% στη Γερμανία. Πόσο, άραγε, να έχουν αλλάξει αυτά τα ποσοστά στις μέρες μας;

Ένας κρίσιμος τομέας που έμεινε ανοργάνωτος και σχετίζεται με την ενσωμάτωση των προσφυγικών πληθυσμών είναι αυτός της εκπαίδευσης. Ήδη από το 2014 υπολογιζόταν ότι ο μισός συριακός πληθυσμός προσφύγων αποτελείται από παιδιά και ότι, εκτός των καταυλισμών, το 74% των παιδιών δεν είχαν πρόσβαση σε σχολείο. Μια σειρά από θέματα έμεναν έκτοτε αναπάντητα όταν ακόμη τα προσφυγόπουλα ήταν περίπου 500.000. Η UNICEF μιλούσε από τότε για χαμένη γενιά και προειδοποιούσε για τον κίνδυνο τα παιδιά που δεν πήγαιναν σε σχολείο να αποκλείονται από διαδικασίες μελλοντικής ενσωμάτωσης στην κοινωνία και την αναγκαστική στροφή τους στο οργανωμένο έγκλημα.

Όι δυσκολίες της ενσωμάτωσης

Όσοι Σύροι μπορούσαν προσπαθούσαν να εντάξουν τα παιδιά στο τουρκικό σχολικό σύστημα, καθώς η εκμάθηση της τουρκικής γλώσσας τούς προσφέρει καλύτερες προοπτικές κοινωνικής ένταξης. Φαίνεται, όμως, ότι οι τουρκικές αρχές δεν θέλησαν ποτέ να ενισχύσουν αυτή την τάση. Ο φόβος κυριάρχησε ειδικά γύρω από τις πολιτισμικές διαφορές ανάμεσα στο τουρκικό και το συριακό σύστημα. Όσο ο καιρός περνούσε και τα οικονομικά προβλήματα αυξάνονταν, η αντιμετώπιση των σχολικών εξόδων κατέστη από μόνη της πρόβλημα και λόγος αποχής των παιδιών από το σχολείο. Οι πρόσφυγες στις μέρες μας διαμαρτύρονται διότι αναγκάζονται να δουλεύουν εκείνοι και τα περισσότερα παιδιά της οικογένειας, ώστε ένα από αυτά να καταφέρει να παρακολουθήσει μαθήματα σε κάποιο σχολείο. Σχεδόν 700.000 είναι τα παιδιά των Σύρων που δεν παρακολουθούν σχολείο, ενώ ελάχιστοι, μόλις 4.500, είναι οι νέοι Σύροι που υπολογίζεται ότι κατάφεραν να έχουν πρόσβαση σε τουρκικά πανεπιστήμια.

Η παιδική εργασία έχει φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη στις πόλεις της Νοτιοανατολικής Τουρκίας όπου μένουν πολλοί σύροι πρόσφυγες. Αναφορές κάνουν λόγο ακόμη και για απασχόληση με πλήρες ωράριο για παιδιά έως 7 ετών, που αμείβονται πολύ χαμηλότερα από τον κατώτατο μισθό. Δουλεύουν σε μαγαζιά, σε εργαστήρια ή απλά πουλώντας τσίχλες στον δρόμο. Αυτή η μορφή εκμετάλλευσης των παιδιών ήταν πρακτικά άγνωστη στην προεμφυλιακή Συρία όπου το 100% παρακολουθούσε τη σχολική εκπαίδευση. To γερμανικό Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων και Θεμάτων Ασφάλειας (SWP) σε μελέτη του τον Μάρτιο του 2016 συζητά για το θέμα με τούρκους αξιωματούχους, οι οποίοι αναφέρουν ότι είναι ενήμεροι, αλλά απαντούν πως η ανεπίσημη οικονομία στην Τουρκία είναι υπερβολικά μεγάλη για να παταχθεί.

Δεν λείπουν βέβαια και αυτοί που βλέπουν τις θετικές πλευρές αυτής της ανεπίσημης οικονομίας. Μέχρι την περασμένη άνοιξη και αντίθετα με ό,τι θα περίμενε κανείς, η προσφορά φθηνής εργασίας από τους πρόσφυγες ούτε αύξησε την ανεργία, ούτε και οδήγησε σε συστηματική μείωση των μισθών. Αντιθέτως, οι μισθοί στις επίσημες θέσεις εργασίας ανέβηκαν λόγω των αναγκών που γέννησε το Προσφυγικό. Μελέτη της Παγκόσμιας Τράπεζας διαπίστωσε, όμως, ότι τα εργασιακά θύματα εντοπίζονται σε συγκεκριμένες περιοχές. Πρόκειται για τις χαμηλού μορφωτικού επιπέδου γυναίκες από την Τουρκία, που έπαψαν να βρίσκουν τις άτυπες δουλειές τις οποίες εξασφάλιζαν έως τότε κυρίως στον αγροτικό τομέα.

Η παροχή στέγης και ιατρικής περίθαλψης στους πρόσφυγες εξελίχθηκε γρήγορα σε σημαντικό πρόβλημα, καθώς ο πληθυσμός τους αυξανόταν και οι καταυλισμοί έμεναν στην ίδια δυναμικότητα. Πολλοί αναγκάζονταν να μένουν σε εγκαταλελειμμένα κτίρια ή να κοιμούνται με βάρδιες σε καταλύματα επί πληρωμή. Η κατάσταση ουδέποτε αντιμετωπίστηκε καθώς έλειπαν τα αναλυτικά στοιχεία καταγραφής τους που θα μπορούσαν να αναδείξουν και τις ανάγκες τους. Η κυβέρνηση έδωσε μεν πρόσβαση στα νοσοκομεία, όμως οι ιατρικοί σύλλογοι ήδη από το 2014 κατήγγειλαν ότι διαπιστώνονται μεγάλες δυσκολίες, αφενός εξαιτίας του μεγάλου αριθμού των προσφύγων ειδικά στις επαρχίες κοντά στα σύνορα με τη Συρία, αφετέρου εξαιτίας της απροθυμίας του νοσηλευτικού προσωπικού να ενημερωθεί για τις κυβερνητικές προβλέψεις. Οι νότιες επαρχίες ως πιο φτωχές δεν έχουν τις υποδομές που θα μπορούσαν να αντέξουν την πίεση – ειδικά μάλιστα από ανθρώπους που μπορεί να φτάνουν στην Τουρκία άρρωστοι ή πληγωμένοι, ενώ μεγάλο είναι και το πρόβλημα της γλωσσικής επικοινωνίας. Τα αραβικά δεν μιλιούνται ευρέως στην Τουρκία, ενώ η θρησκευτική «συγγένεια» δεν οδηγεί και στην πολιτιστική ταύτιση. Σε έρευνα που έγινε τα πρώτα χρόνια της κρίσης, το 52,9% των Τούρκων απάντησε θετικά στο ερώτημα αν η θρησκευτική συγγένεια είναι λόγος να γίνουν δεκτοί οι Σύροι στην Τουρκία. Ωστόσο, με την πρόταση «μοιάζουμε πολιτισμικά με τους Σύρους» συμφώνησε μόνον το 17,2%.

Εντάσεις δημιουργήθηκαν ακόμη και από συγκεκριμένες κοινωνικές διαφορές ανάμεσα σε Τουρκία και Συρία. Για παράδειγμα, προέκυψε θέμα καθώς ο νόμος στην Τουρκία επιτρέπει στον άνδρα μόνο μία σύζυγο, ενώ στη Συρία περισσότερες. Γυναίκες έρχονται στην Τουρκία ως δεύτερες ή τρίτες σύζυγοι, αλλά γεννούν παιδιά τα οποία δεν μπορούν να καταγραφούν ληξιαρχικά ως εντός γάμου.

Οι Σύροι συνέχισαν να πηγαίνουν είτε με ανοιχτά είτε με μισόκλειστα σύνορα, και από το 2014 άρχισαν να ανοίγουν σταδιακά τον διάδρομο Αιγαίου-Βαλκανίων, που γιγαντώθηκε το 2015 για να περάσουν μέσω αυτού πάνω από 1 εκατομμύριο άνθρωποι προς τη Βόρεια Ευρώπη. Αυτό, όμως, καθόλου δεν μείωσε τον πληθυσμό στην Τουρκία, καθώς αποδείχθηκε παράγοντας προσέλκυσης πολύ περισσότερων ανθρώπων. Φτάσαμε έτσι στη συμφωνία του Μαρτίου 2016, βάσει της οποίας η Τουρκία αναλαμβάνει επισήμως τον ρόλο της «αποθήκης» που θα ανοίγει μόνο για επανεγκαταστάσεις κατευθείαν προς χώρες της Ευρώπης, αλλά θα δέχεται και την επιστροφή όσων καταφέρνουν να φτάσουν στα ελληνικά νησιά. Στην πράξη, τίποτε από τα δύο δεν συνέβη καθώς οι αριθμοί είναι εξαιρετικά ισχνοί.

Μπορεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση να επικρατεί κάποιος εφησυχασμός με τους μειωμένους αριθμούς νέων αφίξεων, οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν όμως είναι μεγάλοι. Και ξεπερνούν κατά πολύ τις ανησυχίες όσων φοβούνται ότι η Ευρώπη μπορεί να κάνει τα στραβά μάτια στον εντεινόμενο αυταρχισμό της τουρκικής ηγεσίας και τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μόνο και μόνο για να μη χάσει τη συνεργασία με την Τουρκία.

Στη διεθνή διπλωματία, βέβαια, τα κράτη είτε διαμορφώνουν τους όρους που εξυπηρετούν τα συμφέροντά τους, είτε προσαρμόζουν τα σχέδιά τους στους όρους που επιβάλλουν οι ισχυρότεροι. Η διοίκηση Ερντογάν μοιάζει έτοιμη, παρά την αστάθεια που απειλεί τη χώρα, να εκμεταλλευτεί μέχρι τέλους την προσφυγική κρίση ως ευκαιρία. Το περασμένο καλοκαίρι αλλά και πιο πρόσφατα, αλλεπάλληλα δημοσιεύματα κάνουν λόγο για παροχή τουρκικής υπηκοότητας σε σύρους πρόσφυγες που έχουν κάποια στοιχειώδη προσόντα. Υπολογίζεται ότι έως και 300.000 Σύροι μπορούν να επωφεληθούν αποκτώντας ταυτόχρονα δικαίωμα ψήφου στις εκλογές. Η πρόθεση αυτή της κυβέρνησης προκάλεσε την αντίδραση κομμάτων της αντιπολίτευσης αλλά και πολιτών μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα λίγο πριν από το αποτυχημένο πραξικόπημα. Το hashtag «δεν θέλω Σύρους στη χώρα μου» έγινε το πιο δημοφιλές στις 3 Ιουλίου. Από τη δική τους πλευρά οι ίδιοι οι Σύροι αισθάνονται στην πλειονότητά τους ότι δεν έχουν μέλλον στην Τουρκία, αφού συχνά δεν μπορούν να πάρουν ούτε μια προσωρινή άδεια διαμονής, να κινηθούν ελεύθερα μέσα στη χώρα ή να βρουν μια δουλειά που θα τους επιτρέψει να ενσωματωθούν στην κοινωνία.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, τα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιθυμούν να κρατήσουν τους πρόσφυγες στην Τουρκία δίνοντας απλώς στο εκεί καθεστώς χρήματα και το κύρος του εταίρου, χωρίς να ασκούν έστω κάποια πίεση για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσής τους. Στο πλαίσιο της συμφωνίας θα έπρεπε να έχουν ενεργοποιηθεί οι δρόμοι της νόμιμης μετανάστευσης, αλλά τα ευρωπαϊκά κράτη δεν ανοίγουν τις 72.000 θέσεις που είχαν υποσχεθεί από το 2015. Περιορίζονται απλώς στο να διαπιστώνουν με αναφορές –που γίνονται όλο και δυσκολότερες μετά το πραξικόπημα– όπως εκείνη που συνέταξε ο πολωνός εκπρόσωπος του Συμβουλίου της Ευρώπης Τόμας Μπότσεκ στις 17/8/2016.

«Η παιδική εργασία κορυφώνεται ενώ αυξάνεται συνεχώς ο αριθμός των μικρών κοριτσιών που παντρεύονται στην προσπάθεια των οικογενειών τους να τους εξασφαλίσουν τροφή και να τα κρατήσουν μακριά από τη σεξουαλική εκμετάλλευση», αναφέρει ο Μπότσεκ στην παραπάνω έκθεση, αλλά και ότι «Ελάχιστος είναι ο χρόνος που απομένει πριν οριστικά επιβεβαιωθεί ότι θα προκύψει μια χαμένη γενιά για τα παιδιά των προσφύγων και μεταναστών που δεν μπορούν να παρακολουθήσουν σχολείο στην Τουρκία», επισημαίνοντας ότι αυτή η κατάσταση μπορεί να οδηγήσει στην εγκληματικότητα και τον εξτρεμισμό.

About REPORT (39 Articles)
Μηνιαίο περιοδικό έρευνας
Αρέσει σε %d bloggers: