Η Τουρκία και το κουρδικό: Από την εκεχειρία στον ολοκληρωτικό πόλεμο

Παρότι ο Ερντογάν ξεκίνησε ως ο ηγέτης που θα μπορούσε να δρομολογήσει μια ειρηνική αντιμετώπιση του Κουρδικού, τελικά η Τουρκία, υπό την ηγεσία του, κατέληξε να εξαπολύει μια κλιμακούμενη πολιτική επίθεση ενάντια τους Κούρδους, την ίδια ώρα που εντείνονται τα αδιέξοδα της τουρκικής εμπλοκής στη συριακή κρίση

Όταν τον Αύγουστο του 2005, στο Ντιγιάρμπακιρ, την «πρωτεύουσα» των κουρδικών περιοχών της Τουρκίας, ο πρωθυπουργός (τότε) Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν τασσόταν υπέρ του «πολιτιστικού πλουραλισμού», υποστήριζε ότι το τουρκικό κράτος έκανε λάθη απέναντι στους Κούρδους, ενώ δήλωνε ότι το κουρδικό πρόβλημα είναι και δικό του πρόβλημα και πως θα κάνει ό,τι μπορεί ώστε τα πολιτιστικά και γλωσσικά τους δικαιώματα να γίνουν σεβαστά, γινόταν ο πρώτος τούρκος ανώτατος κυβερνητικός αξιωματούχος που όχι απλώς αναγνώριζε ότι υπάρχει πρόβλημα με τους Κούρδους, αλλά δήλωνε  και ότι θα κάνει κάτι γι’ αυτό.

Μπορεί η Συνθήκη των Σεβρών που σφράγισε τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τη διανομή των εδαφών της κατά την επιθυμία των τότε Μεγάλων Δυνάμεων να έκανε λόγο για ανεξάρτητο κουρδικό κράτος, η νέα τουρκική δημοκρατία υπό τον Κεμάλ όμως δεν συμφωνούσε. Η «διαφωνία» λύθηκε με τη Συνθήκη της Λωζάννης, όπου το… κουρδικό κράτος εξαφανίστηκε. Έκτοτε, το τουρκικό κράτος μετέτρεψε σχεδόν σε νούμερο ένα εχθρό του καθετί κουρδικό: απαγορεύτηκαν η κουρδική γλώσσα, τα κουρδικά ονόματα, η μουσική, τα τοπωνύμια, οι παραδόσεις, χωριά εξαφανίστηκαν από τον χάρτη, περίπου 3 εκατομμύρια άνθρωποι εκτοπίστηκαν, χιλιάδες εξαφανίστηκαν, βασανίστηκαν, φυλακίστηκαν, εκτελέστηκαν.

Οι κουρδικές περιοχές στα νοτιοανατολικά της χώρας υποβαθμίστηκαν από την κεντρική τουρκική διοίκηση, με την ανεργία συχνά να κυμαίνεται πάνω από το 70%, τις υποδομές να είναι ανύπαρκτες, την εξαθλίωση πανταχού παρούσα και φυσικά την οργή που κάθε φορά καταστελλόταν ολοένα πιο άγρια. Ουδείς μπορεί να πει με βεβαιότητα πόσοι είναι οι Κούρδοι παγκοσμίως, το «πολυπληθέστερο έθνος χωρίς πατρίδα». Καμία απογραφή δεν έγινε στις περιοχές όπου ζουν και οι οποίες εκτείνονται σε τέσσερις χώρες: Τουρκία, Ιράκ, Ιράν, Συρία. Διεθνείς οργανισμοί, όπως ο ΟΗΕ, εκτιμούν ότι ο πληθυσμός τους κυμαίνεται μεταξύ 15 και 20 εκατομμυρίων με την πλειοψηφία τους να ζει στην Τουρκία. Τουλάχιστον 2 εκατομμύρια ζουν στη Δυτική Ευρώπη και μισό εκατομμύριο στις ΗΠΑ.

Οι διώξεις έγιναν ανοιχτός πόλεμος όταν έκανε την εμφάνισή του, τη δεκαετία του ’80, το Εργατικό Κόμμα Κουρδιστάν (ΡΚΚ) ζητώντας, εκτός από σεβασμό δικαιωμάτων, και ανεξάρτητη κουρδική πατρίδα. Τα νερά ήρθε να τα ταράξει, όμως, ο Ερντογάν.

 

Ό διάλογος με τον φυλακισμένο Ότζαλάν και η εκεχειρία

Ο Ερντογάν στην πολύχρονη σύγκρουσή του με το στρατιωτικό κατεστημένο για την εξουσία είδε στους Κούρδους έναν ιδιόμορφο εν δυνάμει σύμμαχο. Και μπορεί η «Ανοιχτή Πολιτική για το Κουρδικό», που ακολούθησε τα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησής του, να μην έφερε αποτελέσματα, καθώς οι δυνάμεις ασφαλείας τίναζαν διαρκώς στον αέρα με νέες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις το καλό κλίμα, ο διάλογος που άνοιξε όμως με τον φυλακισμένο Κούρδο ηγέτη Οτζαλάν το κατάφερε.

Ο Οτζαλάν καλεί επισήμως το ΡΚΚ σε εκεχειρία τον Μάρτιο του 2013. Φαίνεται να εκτιμούσε ότι για πρώτη φορά θα είχε κάποια απτά κέρδη για τον κουρδικό πληθυσμό: δικαιώματα στη γλώσσα, στα ήθη, στα έθιμα, στη μουσική. Ο στόχος της ανεξαρτησίας, από τη φυλάκισή του και μετά, σταδιακά έχει δώσει τη θέση του στον αγώνα για δικαιώματα.

Ο Ερντογάν αφαιρεί έτσι από τον στρατό ένα σημαντικό ζήτημα βάσει του οποίου ασκούσε ανεξέλεγκτα πολιτική για να εντείνει την προσπάθεια περιθωριοποίησής του. Ταυτόχρονα, καλλιεργεί την προοπτική συμμαχίας για τα μακροπρόθεσμα σχέδιά του για συνταγματική αλλαγή και μετατροπή του σε απόλυτο άρχοντα-σουλτάνο από τον προεδρικό θώκο. Τους Ερντογάν και Οτζαλάν τούς ενώνει η εχθρότητά τους για το τουρκικό στρατιωτικό κατεστημένο. Η ιστορία θα μπορούσε να είχε λήξει εδώ. Αλλά ο Ερντογάν επεδίωξε «τελική λύση» για το Κουρδικό.

 

Θερμό ειδύλλιο με τους Κούρδους του Ιράκ

Από τη δεκαετία του ’80 η Άγκυρα είχε αρχίσει δειλά-δειλά επαφές με την κουρδική ηγεσία των οργανώσεων στο βόρειο Ιράκ, όμως ο Ερντογάν έκανε τη διαφορά. Βρέθηκε στην ηγεσία της Τουρκίας την κατάλληλη στιγμή: όταν, μετά την επέμβαση των «προθύμων» υπό τις ΗΠΑ, το Ιράκ μετατρεπόταν σε κινούμενη άμμο και η κουρδική περιοχή στο βόρειο Ιράκ γινόταν de facto αυτόνομη. Ο Ερντογάν αρνήθηκε να παραχωρήσει τις τουρκικές βάσεις για επιδρομές κατά του Ιράκ, δεν δίστασε όμως να κάνει «επίθεση φιλίας» στην εμπροσθοφυλακή της αμερικανικής εισβολής από Βορρά στη γειτονική του χώρα: τους Κούρδους του Ιράκ και κυρίως στο Δημοκρατικό Κόμμα του Μασούντ Μπαρζανί, που κρατούσε τα ηνία της περιοχής.

Το 2013, οι αυτόνομες κουρδικές περιοχές ήταν ο τρίτος μεγαλύτερος εταίρος στις εξαγωγές της Τουρκίας με 5,1 δισ. δολάρια τον χρόνο. Ανάμεσα στο 2009 και το 2013, ο αριθμός των τουρκικών επιχειρήσεων στην αυτόνομη κουρδική περιοχή του βορείου Ιράκ ξεπέρασε τις 1.500, από 485. Περίπου το 75%-80% των έργων υποδομής (αυτοκινητόδρομοι, σήραγγες, φράγματα, οικιστικά σχέδια και αεροδρόμια) το ανέλαβαν τουρκικές εταιρείες. Η διαρκής αυτή οικονομική κλιμάκωση ανακόπηκε τον Ιούνιο του 2014, όταν το ISIS κατέλαβε τη Μοσούλη και μπλόκαρε αρκετούς μεγάλους εμπορικούς δρόμους προς τον Νότο.

Επιπλέον, μέχρι τον Ιούλιο του 2015, οι εξαγωγές πετρελαίου από το βόρειο Ιράκ προς τον τερματικό σταθμό Τσεϊχάν έφταναν τα 16 εκατομμύρια βαρέλια. Από τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου, δε, η κυβέρνηση της αυτόνομης κουρδικής περιοχής ανακοίνωσε ότι σχεδιάζει και αγωγό εξαγωγής φυσικού αερίου προς την Τουρκία.

Η Τουρκία, όμως, δεν στήριξε χωρίς ανταλλάγματα την οικονομία των αυτόνομων κουρδικών περιοχών. Ο Μπαρζανί έγινε εταίρος του Ερντογάν στη διαδικασία «ειρήνευσης» με τους Κούρδους εντός Τουρκίας σε μια προσπάθεια περιθωριοποίησης της ηγεσίας του ΡΚΚ, το οποίο, ούτως ή άλλως, είχε κάκιστες σχέσεις με το Δημοκρατικό Κόμμα.

Πετυχαίνοντας εκεχειρία με το ΡΚΚ εντός Τουρκίας και στενές σχέσεις με τον Μπαρζανί, ο Ερντογάν φαινόταν να διαχειρίζεται το Κουρδικό: πρόσβαση σε φτηνή ενέργεια, αναβάθμιση του ρόλου της Άγκυρας ως ενεργειακού κόμβου, αποκλιμάκωση της έντασης με το κουρδικό στοιχείο και ταυτόχρονα διχασμός του, αξιοποίησή του στην αντιπαράθεση με το τουρκικό στρατιωτικό κατεστημένο.

 

Ό «νεο-οθωμανισμός»

Ο Ερντογάν, τα πρώτα χρόνια στην εξουσία, ακολούθησε μια εξωτερική πολιτική «ήπιας προσέγγισης» που κύριο χαρακτηριστικό είχε την επίμονη «προσφορά» του να «διαμεσολαβήσει», προκειμένου να αναδειχτεί σε κρίσιμο ενδιάμεσο ανάμεσα στις δυτικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και τον μουσουλμανικό κόσμο. Η Άγκυρα είχε αντιληφθεί ότι η Μέση Ανατολή εισερχόταν σε φάση ανασχεδιασμού συνόρων, συμμαχιών και ισορροπιών. Το κόμμα του Ερντογάν εξέφραζε το τμήμα της τουρκικής αστικής τάξης που δεν είχε ταυτιστεί με το στρατιωτικό κατεστημένο και είχε ανάγκη από μια κυρίαρχη αφήγηση, ένα «εθνικό όραμα» που εκτός από συνεκτικός ιστός θα λειτουργούσε και ως πλαίσιο για να στηθεί το «οικονομικό θαύμα» της γείτονος με τη «βοήθεια» προγραμμάτων του ΔΝΤ. Ο περίφημος «νεο-οθωμανισμός» σήμαινε τον τερματισμό της αντιμετώπισης της Τουρκίας ως «τσιράκι» των ΗΠΑ στην περιοχή, το «μετριοπαθές» Ισλάμ ως ιδανικό πρότυπο που συνδυάζει τα μουσουλμανικά πολιτισμικά χαρακτηριστικά με τις ανάγκες της καπιταλιστικής αγοράς, και την ανάδειξη της χώρας σε κρίσιμο περιφερειακό παίκτη. Η Άγκυρα υπηρέτησε τον στόχο αυτό μεθοδικά. Μία από τις στρατηγικές κινήσεις που έκανε ήταν η ανάπτυξη στενών σχέσεων με το Ιράν, με στόχο η Τουρκία να καταστεί ο ενδιάμεσος Ιράν και Δύσης, ο ενδιάμεσος ανάμεσα στο σιιτικό Ιράν και στις σουνιτικές χώρες, αλλά και να εξασφαλιστεί συνεννόηση για τους Κούρδους που ζουν στο βορειοδυτικό Ιράν.

Έμενε να ελεγχθεί μόνο το κουρδικό στοιχείο στη Συρία. Εκεί, όμως, ήρθε η λεγόμενη Αραβική Άνοιξη και τα πάντα τινάχτηκαν στον αέρα.

 

Συρία: Το Βατερλό του Ερντογάν

Η Άγκυρα στήριξε κάθε προσπάθεια κατάκτησης της εξουσίας από δυνάμεις του λεγόμενου «μετριοπαθούς Ισλάμ». Η προσπάθειά της να ηγεμονεύσει στις εξελίξεις στις αραβικές χώρες με τις ανατροπές καθεστώτων και την ανάδειξη δυνάμεων, φίλα προσκείμενων στους «Αδελφούς Μουσουλμάνους» ήταν απροκάλυπτη. Και κορυφώθηκε στη Συρία.

Μέσα στους πρώτους έξι μήνες ο Ερντογάν είχε ήδη εγκαταλείψει τον στενό του σύμμαχο Άσαντ. Τον Άσαντ που συνέχιζε την πολιτική μη ανοχής στους Κούρδους, που ξεκίνησε το 1998 όταν μετά τη συμφωνία των Αδάνων, η Δαμασκός εκδίωξε το ΡΚΚ που διατηρούσε βάσεις επί συριακού εδάφους. Η απόσυρση της συριακής «κάλυψης» στο ΡΚΚ δεν βελτίωσε απλώς τις τουρκοσυριακές σχέσεις. Κατάφερε και ισχυρό πλήγμα στη δράση του. Όμως ο Ερντογάν τώρα είχε άλλες προτεραιότητες.

Η Άγκυρα χρηματοδότησε, εξόπλισε, φιλοξένησε, σχεδίασε όλες τις πρώτες μορφές έκφρασης των σύρων αντικαθεστωτικών. Αποτέλεσε τον βασικό δίαυλο επικοινωνίας τους με τις ΗΠΑ. Δέχτηκε δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Επί τουρκικού εδάφους, υπό την επιτήρηση της CIA, εκπαιδεύτηκε σημαντικό κομμάτι σύρων αντικαθεστωτικών όλων των αποχρώσεων. Συνεργάστηκε στενά με τις πετρελαιομοναρχίες για τον εξοπλισμό και ακραίων ισλαμιστικών οργανώσεων, όπως το «Ισλαμικό Κράτος», ενώ τα τουρκικά σύνορα παρέμεναν μέχρι προ ολίγων μηνών δημοφιλές πέρασμα για ισλαμιστές μισθοφόρους και μαχητές στο συριακό έδαφος, αλλά και για το λαθρεμπόριο που ενίσχυσε οικονομικά το «Ισλαμικό Κράτος».

Όσο πιο χαώδης γινόταν η κατάσταση στη Συρία, τόσο πίεζε η Άγκυρα για άμεση στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ και δημιουργία «ουδέτερης ζώνης» στα τουρκοσυριακά σύνορα επί συριακού εδάφους. Μια τέτοια εξέλιξη θα έθετε υπό ξένη στρατιωτική κατοχή τα εδάφη που κατοικούν οι Κούρδοι της Συρίας. Η Άγκυρα έπαιξε τα ρέστα της σχεδιάζοντας και προβοκάτσιες, όπως αποκαλύφθηκε στα τέλη του 2013, από καταγεγραμμένες συνομιλίες του τότε αρχηγού των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών Χακάν Φιντάν με τον πρωθυπουργό Ερντογάν και τον ΥΠΕΞ Αχμέτ Νταβούτογλου, όπου μιλούν για «σχεδιασμό» επίθεσης με όλμους από συριακό σε τουρκικό έδαφος.

Οι τουρκικές πιέσεις όμως δεν απέδωσαν. Η κατάσταση στη Συρία περιπλέκεται. Ρωσία και Ιράν ανοιχτά στηρίζουν τη Δαμασκό, με τη δεύτερη να είναι εξοργισμένη με την Τουρκία. Το ISIS γιγαντώνεται. Οι ΗΠΑ δυσφορούν και βρίσκονται σε δύσκολη θέση. Όχι για ηθικούς λόγους, αλλά επειδή, όπως εξελίσσονται τα πράγματα, υποσκάπτονται τα ευρύτερα σχέδιά τους στην περιοχή. Οι τουρκικές διαβεβαιώσεις για «γρήγορη ανατροπή» Άσαντ διαψεύδονται. Σε έναν ευφυή ελιγμό, η Δαμασκός, από το 2012, έχει αποσύρει τον στρατό της από τις κουρδικές περιοχές της Συρίας. Η προοπτική ευρείας αυτονομίας είναι προφανώς πολύ πιο δελεαστική για τους Κούρδους της Συρίας, κυρίως το PYD (Κόμμα Δημοκρατικής Ένωσης, «αδελφό» κόμμα του ΡΚΚ) απ’ ό,τι η συμμετοχή τους στα ρευστά σχήματα των σύρων αντικαθεστωτικών που καθοδηγούνται από την Άγκυρα. Στήνουν τις δικές τους υποδομές, υπηρεσίες και δυνάμεις σε βάσεις ιδιαίτερα φιλολαϊκές. Παράλληλα καταφέρνουν σε αλλεπάλληλες περιπτώσεις (το καλοκαίρι του 2012 και του 2013) να εκδιώξουν το «Ισλαμικό Κράτος» από τις περιοχές τους. Ελέγχουν σχεδόν όλη τη μεθόριο με την τουρκική επαρχία Μάρντιν.

Ο τότε ΥΠΕΞ Νταβούτογλου σπεύδει, το καλοκαίρι του 2012, στο βόρειο Ιράκ και ζητά από τον Μπαρζανί «να πείσει» τους Κούρδους της Συρίας να ενταχθούν στα υπό τουρκικό έλεγχο αντικαθεστωτικά σχήματα. Ο Μπαρζανί όντως δρομολογεί τη σύσταση ενός ενωτικού συμβουλίου στη βόρεια Συρία, προκειμένου διά αντιπροσώπων να ελέγξει την κατάσταση. Ωστόσο, το PYD, όντας ισχυρότερο, δεν υπακούει.

Οι εξελίξεις καλλιεργούν προσδοκίες στο σύνολο του κουρδικού πληθυσμού στην περιοχή. Υπό την πίεση των γεγονότων, στο Ιρμπίλ του βορείου Ιράκ πραγματοποιείται, το καλοκαίρι του 2013, η πρώτη στην Ιστορία πανκουρδική συνάντηση, η οποία αποφασίζει τη διενέργεια παν- κουρδικού συνεδρίου, με στόχο τον συντονισμό όλων στην προσπάθεια ίδρυσης ανεξάρτητου κουρδικού κράτους – προοπτική που ευνοείται λόγω των γενικών ανακατατάξεων στην περιοχή. Για λόγους που ποτέ δεν διευκρινίστηκαν, η πραγματοποίηση του συνεδρίου, που είχε οριστεί για το φθινόπωρο του 2013, αναβάλλεται «μέχρι νεωτέρας». Αρκετοί βλέπουν δάκτυλο της Άγκυρας.

Το καλοκαίρι του 2014, το ISIS αυτονομείται εντελώς. Καταλαμβάνει τη Μοσούλη, και αφήνει προκλητικά αλώβητη την εκεί τουρκική διπλωματική αποστολή. Προχωρά σε αλλεπάλληλες καταλήψεις εδαφών στη Συρία, φτάνοντας να ελέγχει πλέον και συριακές πετρελαιοπηγές. Πολιορκεί τις κουρδικές περιοχές. Μία από τις σκληρότερες μάχες του πολέμου στη Συρία ξεκινά. Οι Κούρδοι του PYD μετατρέπουν το Κομπάνι σε σύμβολο αντίστασης μέχρι θανάτου απέναντι στους ισλαμιστές: Δύο κόσμοι συγκρούονται ανηλεώς.

Η διεθνής κοινή γνώμη συγκλονίζεται. Οι πιέσεις για στήριξη στους Κούρδους κλιμακώνονται. Η έξοδος των αμάχων προς τα σύνορα, όπου τα τουρκικά στρατεύματα «παρακολουθούν» σε απόσταση αναπνοής μια σφαγή, κατακλύζει τις τηλεοπτικές οθόνες. Η Ουάσινγκτον, εν όψει ενεργότερης ρωσικής εμπλοκής, κάνει τη στροφή και στηρίζει με αεροπορικές επιδρομές τους Κούρδους στη βόρεια Συρία, ενώ έχει ήδη στραφεί κατά του ISIS στο Ιράκ. Στην Τουρκία ξεσπούν διαδηλώσεις κατά του Ερντογάν και της στάσης του απέναντι στο ISIS. Οι κουρδικές περιοχές φλέγονται, η εκεχειρία με το ΡΚΚ παραπαίει. Η σκληρή καταστολή δίνει τέλος σε αρκετούς μήνες ηρεμίας.

Η πίεση στην Άγκυρα αλλά και προς τον σύμμαχό της Μπαρζανί στο βόρειο Ιράκ κορυφώνεται και ο Ερντογάν κάνει, απρόθυμα, μια κίνηση καλής θέλησης: ανοίγει τα σύνορα για να περάσουν στα τέλη Οκτωβρίου 2014 από τουρκικό έδαφος περίπου 150 πεσμεργκά από το κουρδικό βόρειο Ιράκ προς Κομπάνι. Αν και η κίνηση έχει κυρίως συμβολικό χαρακτήρα, αφού η αμερικανική παρέμβαση έχει ήδη απωθήσει το ISIS, θα μπορούσε να περιγραφεί ίσως ως η πιο χαρακτηριστική εικόνα ήττας της νεο-οθωμανικής πολιτικής Ερντογάν στο Κουρδικό: Οι πεσμεργκά από το βόρειο Ιράκ περνούν επευφημούμενοι από τουρκικό έδαφος για να ενισχύσουν τους Κούρδους του PYD στη βόρεια Συρία απέναντι στο ευνοημένο από την Άγκυρα ISIS, με τις σύμμαχες ΗΠΑ να βομβαρδίζουν στο πλευρό των Κούρδων και το πάλαι ποτέ σύμμαχο Ιράν να βρίσκεται στην άλλη πλευρά του πεδίου μάχης στη Συρία, ενώ η κουρδική –και όχι μόνο– οργή βράζει στους δρόμους της χώρας.

Η νέμεση του HDP

Ακολουθούν μήνες στοχευμένης βίας κατά των Κούρδων και κατά του φιλοκουρδικού HDP (Λαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα), που εν μέρει αποτελεί πολιτικό σκέλος του ΡΚΚ και συνέχεια του BDP (Κόμμα Δημοκρατίας και Ειρήνης). Η βουλευτική κάλπη δίνει άλλο ένα ηχηρό χαστούκι στον Ερντογάν.

Στις κάλπες της 7ης Ιουνίου 2015, το ΑΚΡ όχι απλώς δεν κατάφερε να ελέγξει τα 2/3 της νέας Βουλής εδραιώνοντας περαιτέρω τη θέση του, αλλά απώλεσε και το 8,96% των ψήφων του μαζί με 53 έδρες. Παραμένει φυσικά στην πρώτη θέση με 40,87% και 258 έδρες στην 550μελή Βουλή. Πρωταγωνιστής των εκλογών αναδεικνύεται το HDP με 13% και 80 έδρες, το οποίο στηρίχθηκε και από αρκετές συνιστώσες της τουρκικής Αριστεράς.

Το HDP κέρδισε ψήφους και από το ΑΚΡ, το οποίο στις νοτιοανατολικές, βαθιά συντηρητικές κουρδικές περιοχές της χώρας κατέγραφε μεγάλα ποσοστά. Επιπλέον, κατάφερε να προσεταιριστεί τη δυσφορία και τη δυσαρέσκεια  τμήματος του συνολικού τουρκικού πληθυσμού, κεφαλαιοποιώντας εκεί όπου οι κεμαλιστές απέτυχαν: στη δυσαρέσκεια και στο αίσθημα καταπίεσης που ξέσπασε με τις συγκρούσεις στο πάρκο Γκεζί τον Ιούνιο του 2013.

Η νεο-οθωμανική αφήγηση διαψευδόταν γραμμή-γραμμή, η παντοδυναμία ΑΚΡ και Ερντογάν αμφισβητούνταν, ο συνεκτικός ιστός του εθνικού οράματος παρέπαιε και ένας «εχθρός» χρειαζόταν άμεσα, αφού δεν υπήρχε πια στόχος.

Όταν τον Ιούλιο του 2015, οι τουρκικές αρχές «έδειξαν» για πρώτη φορά το ISIS πίσω από το αιματοκύλισμα στο Σουρούτς, στα σύνορα με τη Συρία (31 νεκροί, περισσότεροι από 100 τραυματίες μεταξύ συμπαθούντων του HDP), ήταν ξεκάθαρο ότι ο Ερντογάν κατέφευγε στα έσχατα μέσα κάθε εξουσίας: έβρισκε έναν βολικό και χρήσιμο εχθρό για περαιτέρω τρομοκρατία, καταστολή εναντίον όλων όσοι δεν δέχονται την ηγεμονία του. Είναι η ώρα ο Ερντογάν να «πουλήσει» και το ISIS, ενώ ταύτισε τους Κούρδους μαζί του ως τρομοκράτες. Η «σκούπα» ασφαλείας σάρωσε τα πάντα. Και πλέον το φθινόπωρο του 2015 έληξε και η εκεχειρία από το ΡΚΚ. Στις εκλογές του Νοεμβρίου, όμως, το HDP, παρά το αίμα και την τρομοκρατία, μπήκε εκ νέου στη Βουλή με 10,7%.

Η ενεργή ανάμειξη της Ρωσίας στο πολεμικό μέτωπο, τον Σεπτέμβριο του 2015, έδωσε τη χαριστική βολή στα τουρκικά σχέδια στη Συρία. Οι δυνάμεις που στήριζε η Άγκυρα, ακόμη και το ISIS, υποχρεώθηκαν σε αναδίπλωση. Το μαλακό της υπογάστριο στα σύνορα, στον μεγαλύτερο βαθμό, βρισκόταν στα χέρια των Κούρδων της Συρίας.

 

Η ύστατη προσπάθεια της «Ασπίδας του Ευφράτη»

Μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016, ο Ερντογάν εξαπολύει πογκρόμ κατά πάντων και οι Κούρδοι έχουν την τιμητική τους. Συλλαμβάνονται αιρετοί και στελέχη του HDP κατά δεκάδες, ενώ οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στις περιοχές τους κλιμακώνονται. Ενδεικτικό των διαθέσεων είναι ότι ο Εισαγγελέας εισηγήθηκε 142 και 83 χρόνια κάθειρξης για τους συμπροέδρους του HDP, τον Σελαχατίν Ντεμιρτάς και τη Φιντέν Γιουκσεντάγ, που συνελήφθησαν τον Νοέμβριο.

Ο τουρκικός στρατός, ήδη από τα τέλη Αυγούστου, έχει εισβάλει στο συριακό έδαφος (Επιχείρηση «Ασπίδα του Ευφράτη»), με πρόσχημα το ISIS και στόχο τους Κούρδους, επιδιώκοντας να διαμορφώσει δεδομένα στο έδαφος που θα αποτρέπουν τη μελλοντική ανακήρυξη αυτόνομης κουρδικής οντότητας, πολύ περισσότερο ανεξάρτητης. Σήμερα, με δεδομένο ότι πλέον οι κουρδικές δυνάμεις απέχουν μερικές δεκάδες χιλιόμετρα από τον σχεδόν πλήρη έλεγχο των τουρκοσυριακών συνόρων, αυτό που σώζει την Άγκυρα από τον «κουρδικό εφιάλτη» στον Νότο είναι ότι ούτε ΗΠΑ – Ρωσία, ούτε Δαμασκός – Τεχεράνη, για διαφορετικούς λόγους η καθεμία, στην παρούσα φάση δεν εμφανίζονται διατεθειμένες να αναγνωρίσουν έστω αυτονομία στους Κούρδους της Συρίας. Αυτό φάνηκε και στην υπό ρωσική αιγίδα Διάσκεψη της Αστάνα στο Καζακστάν για την επίτευξη ειρήνευσης στη Συρία, όπου δεν προσκλήθηκαν καν. Από την πλευρά τους, οι Κούρδοι της Συρίας, στα τέλη Δεκεμβρίου, προχώρησαν στη Δεύτερη Συνάντηση της Συντακτικής Συνέλευσης της Δημοκρατικής Ομοσπονδίας της Βόρειας Συρίας, όπως ονομάζουν τα εδάφη τους, στην τελική διακήρυξη της οποίας καθιστούν σαφές ότι θα σταματήσουν την «Ασπίδα του Ευφράτη» και ότι δεν διεκδικούν ανεξαρτησία, αλλά να είναι μέρος μιας Δημοκρατικής Ομοσπονδιακής Συρίας.

Έχει διαμορφωθεί, ως προς το Κουρδικό, μια πραγματικότητα εντός και εκτός τουρκικών συνόρων που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Ο Ερντογάν έφτασε όσο κανένας άλλος τούρκος ηγέτης κοντά σε μια «συνεννόηση» με το κουρδικό στοιχείο. Και κατάφερε, με τους νεο-οθωμανικούς μεγαλοϊδεατισμούς του να το καταστήσει πιο σημαντικό παίκτη παρά ποτέ.

About REPORT (39 Articles)
Μηνιαίο περιοδικό έρευνας
Αρέσει σε %d bloggers: