Μια καταστολή που ξεπερνά το πραξικόπημα

Το τεράστιο κύμα καταστολής και διώξεων που ακολούθησε το πραξικόπημα του περασμένου Ιουλίου δείχνει ότι η στόχευση της κυβέρνησης Ερντογάν δεν περιορίζεται στους υπεύθυνους της εκτροπής, αλλά επιδιώκει μια συνολικότερη βαθιά αυταρχική στροφή.

H επανάσταση δεν θα μεταδοθεί τηλεοπτικά, σύμφωνα με το διάσημο τραγούδι ή σωστότερα ποίημα του Τζιλ Σκοτ Χίρον. Όμως, κατά τις βραδινές ώρες της 15ης Ιουλίου του 2016, γίναμε μάρτυρες μιας απόπειρας πραξικοπήματος στη γείτονα χώρα που μεταδόθηκε τηλεοπτικά, παρέχοντας το έναυσμα στον τούρκο πρόεδρο Ταγίπ Ερντογάν να καλέσει τον κόσμο μέσω του CNN Türk –του ομίλου Ντογκάν που παραδοσιακά συνδέεται με το κεμαλικό κατεστημένο– να κατέβει στους δρόμους προς προάσπιση της δημοκρατίας. Λίγες ώρες μετά, κατά την άφιξή του στο αεροδρόμιο Ατατούρκ στην Κωνσταντινούπολη, ο Ερντογάν χαρακτήρισε το πραξικόπημα έργο του ορκισμένου του εχθρού και πρώην μέντορά του Φετουλάχ Γκιουλέν και σε κάθε περίπτωση «δώρο θεού για να εκκαθαριστούν πλήρως οι Ένοπλες Δυνάμεις» και να ξηλωθεί το παράλληλο κράτος που είχε συγκροτήσει η αδελφότητα Γκιουλέν. Επιβάλλεται κατάσταση έκτακτης ανάγκης, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου τίθεται σε αναστολή και ο τούρκος πρόεδρος δεν διστάζει να κάνει λόγο για επαναφορά της θανατικής ποινής.

«Εν είδει αποθαρρυντικού προάγγελου αυτών που θα ακολουθήσουν, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης ανακοίνωσε ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της κατάστασης έκτακτης ανάγκης η κυβέρνηση θα αναστείλει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο, υπάρχουν ορισμένα δικαιώματα, όπως το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και η απαγόρευση των βασανιστηρίων και των διακρίσεων, τα οποία δεν μπορούν ποτέ ούτε να ανασταλούν ούτε να περιοριστούν με άλλον τρόπο. Η κυβέρνηση έχει παραβιάσει την ισχύουσα νομοθεσία, η κατάσταση έκτακτης ανάγκης τής δίνει περισσότερα περιθώρια για να συνεχίσει σε αυτό το επικίνδυνο μονοπάτι», σημειώνει ανήσυχη τις πρώτες ημέρες μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα η Διεθνής Αμνηστία, προσθέτοντας: «Μια ασυνήθιστη καταστολή και σε τέτοια κλίμακα είχε να δει η Τουρκία από τις σκοτεινές ημέρες της στρατιωτικής δικτατορίας του 1980. Τέτοιες εκκαθαρίσεις και επιχειρήσεις σύλληψης επεκτείνονται σαφώς πολύ πιο πέρα από εκείνους που είναι άμεσα υπεύθυνοι για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια της απόπειρας πραξικοπήματος. Και όμως υπάρχουν ανησυχητικές ενδείξεις ότι οι ενέργειες αυτές είναι μόνο η αρχή».

Στις 10 Ιανουαρίου ο υπουργός Εργασίας της Τουρκίας Μεχμέτ Μου- εζίνογλου ανακοίνωσε ότι μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου συνολικά 135.000 άνθρωποι έχουν εκδιωχθεί από τις θέσεις εργασίας τους ή έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα, ενώ, σύμφωνα με ανεξάρτητους παρατηρητές, ο αριθμός αυτός υπερβαίνει τις 150.000. Σύμφωνα με την ιστοσελίδα turkeypurge.com, έως τις 28 Φεβρουαρίου του 2017 128.625 άτομα απολύθηκαν από τις εργασίες τους, 93.248 κρατούνται χωρίς να τους έχει απαγγελθεί κατηγορία, 46.274 έχουν προφυλακιστεί.  Επίσης, 2.099 σχολεία και πανεπιστημιακά ιδρύματα έχουν κλείσει, 7.316 ακαδημαϊκοί έχουν χάσει τη δουλειά τους, καθώς και 4.070 δικαστικοί και εισαγγελείς από το σύνολο των 14.661 εισαγγελέων και δικαστών που συγκροτούν το τουρκικό δικαστικό σύστημα. Μάλιστα δεν δίστασαν να συλλάβουν ακόμη και τον τούρκο δικαστή Αϊντίν Σεφά Ακάι, ο οποίος υπηρετεί στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (αρμόδιο για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, γενοκτονίας, πολέμου), προκαλώντας τριβή στις σχέσεις της χώρας με τα Ηνωμένα Έθνη. Πέραν αυτών, 149 μιντιακοί οργανισμοί έχουν κλείσει ενώ 162 δημοσιογράφοι έχουν συλληφθεί,1 ενώ η σύλληψη γερμανού δημοσιογράφου τουρκικής καταγωγής προκάλεσε διπλωματική κρίση στις σχέσεις των δύο χωρών, με τη Γερμανία να ακυρώνει πολιτικές εκδηλώσεις κυβερνητικών στελεχών της Τουρκίας στα εδάφη της. Η Ένωση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα προσδιορίζει τον αριθμό των φυλακισμένων στις 195.000. Τα διαβατήρια 56.000 ανθρώπων έχουν κατασχεθεί, ενώ 20 εμπορικοί σύλλογοι, 104 ιδρύματα και 1.225 ενώσεις έχουν σφραγιστεί. Επιπλέον, 3.750 διώκονται για τη χρήση των μέσων κοινωνικών δικτύων, με τους 1.656 εξ αυτών να έχουν ήδη προφυλακιστεί με την κατηγορία της πρόκλησης οργής και μίσους στον λαό, της πρόκλησης αναταραχών και προπαγάνδας υπέρ των τρομοκρατικών οργανώσεων. Οι ηγέτες και τα στελέχη του φιλοκουρδικού HDP, του τρίτου μεγαλύτερου κόμματος, φυλακίζονται, ενώ αποτρόπαιες είναι οι αναφορές των οργανισμών ανθρωπίνων δικαιωμάτων περί των συνθηκών φυλάκισης και των βασανιστηρίων στα οποία υποβάλλονται οι κρατούμενοι.

 

«Όλες κλαίνε εδώ»

Τον Μάιο του 2012, η καθηγήτρια πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης Μ.Ε. στέλνει μια κάρτα από τις φυλακές όπου βρίσκεται έγκλειστη στους φίλους της στην Αθήνα, που έχουν κινητοποιηθεί για την απελευθέρωσή της. Η κάρτα απεικόνιζε το κάστρο Ρούμελι Χισάρ με τους τρεις πύργους που χτίστηκαν γύρω στο 1451 και ήταν φρούρια στην Κωνσταντινούπολη, στον λόφο από την ευρωπαϊκή πλευρά του Βοσπόρου. Η Μ. έγραφε τα εξής: «[…] στέλνω κάρτα με τους διάσημους πύργους. Η γειτονιά μου είναι ακριβώς πίσω από το κάστρο στα αριστερά. Το σπίτι μου είναι εκεί όπου θα έπρεπε πραγματικά να βρίσκομαι. Θερμούς χαιρετισμούς από τις Γυναικείες Φυλακές». Και συμπλήρωνε: «Μελετάω το θέμα του “χρόνου” μέσα στη φυλακή και χαίρομαι που βλέπω τον ήλιο». Η ακαδημαϊκός Μ.Ε. έχει ένα μακρύ ιστορικό αγώνων στην Τουρκία, που ξεπερνά τα 50 έτη, για τα ανθρώπινα δικαιώματα, τα δικαιώματα των γυναικών και την ειρήνη. Τη σύλληψή της το 2012 ακολούθησε πανευρωπαϊκή κινητοποίηση για την απελευθέρωσή της από κινήματα εργαζομένων, ακτιβιστών, πανεπιστημιακών, ενώ στο πλευρό της τάχθηκαν από την πρώτη στιγμή και οι φοιτητές της. Η ίδια έγραφε: «Η αγάπη είναι ενθουσιασμός και ελευθερία. Κάποιος εν αγνοία του κάνει ένα μεγάλο βήμα προς την ευθύνη για χάρη της ελευθερίας. Ανακαλύπτει την αλήθεια εντός του ονείρου και σκιρτά μπροστά στη δύναμη της αγάπης.

Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, όπως μία λέξη στον σοφό είναι αρκετή, καμία οδηγία δεν είναι απαραίτητη για τον εραστή. Η οικογένεια χρειάζεται αγάπη, όλοι χρειάζονται αγάπη, και η πολιτεία χρειάζεται πραγματική δημοκρατία και ελευθερία».

Όπως δηλώνει η ίδια στο Report, με την εύλογη παράκληση να μη δημοσιευτεί το όνομά της, «η Ένωση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα εκτιμά ότι περίπου 195.000 άτομα βρίσκονται αυτή τη στιγμή σε 180 φυλακές». Εκτιμά παράλληλα πως 6.000 φυλακισμένοι δεν διαθέτουν καν κρεβάτι να κοιμηθούν καθώς οι φυλακές έχουν γεμίσει ασφυκτικά. Έτσι, για παράδειγμα, σε ένα κελί χωρητικότητας οκτώ ατόμων συνωστίζονται πέραν των 21 ακριβώς εξαιτίας της έλλειψης χώρου. Αθλητικά κέντρα και χώροι εκδηλώσεων έχουν μετατραπεί σε φυλακές για τους πλεονάζοντες φυλακισμένους. Τα βασανιστήρια στην Τουρκία, εξάλλου, ουδέποτε καταργήθηκαν. Το πρόβλημα είναι ότι τώρα επεκτείνονται και αποκτούν νέες μορφές στις φυλακές και στα κέντρα κράτησης. Η αλληλογραφία έχει απαγορευτεί με τους κρατούμενους. Αυτό είναι κάτι πραγματικά καινούργιο. Στη φυλακή Σιλιβρί της Κωνσταντινούπολης και σε πολλές άλλες δεν μπορείς να στείλεις ούτε να λάβεις γράμματα τους τελευταίους μήνες.

Σε γράμμα δημοσιογράφου από γυναικείες φυλακές, που η δημοσιοποίησή του επετεύχθη στις 28 Φεβρουαρίου, σημειώνεται χαρακτηριστικά για τις συνθήκες κράτησης: «Είναι πολύ δύσκολο να περιγράψεις τις συνθήκες. Το Ισλάμ απαγορεύει τη δολοφονία ή τον βασανισμό γυναικών και παιδιών ακόμη και σε καιρό πολέμου. Η σκληρότητα με την οποία έρχονται αντιμέτωπες οι γυναίκες στις τουρκικές φυλακές είναι πρωτοφανής. Προσπαθούμε 28 γυναίκες και ένα βρέφος να ζήσουμε σε ένα κελί που έχει σχεδιαστεί για οκτώ άτομα. Ούτε να αναπνεύσουμε δεν μπορούμε. Η κατάσταση του βρέφους δεν είναι καθόλου καλή. Όλες κλαίνε εδώ. Κάποιες κάτω από την κουβέρτα, άλλες στο χαλί της προσευχής. Βουβά και σιωπηλά».

Ένας φυλακισμένος δάσκαλος απολογείται στο δικαστήριο του Κιρίκαλε καταγγέλλοντας τα βασανιστήρια που υπέστη κατά τους έξι μήνες της προφυλάκισής του. Ζητά να απομακρυνθεί η μητέρα του από το ακροατήριο για να μην ακούσει τις περιγραφές. «Δεν θα μπορέσω να γίνω ποτέ πατέρας λόγω των βασανιστηρίων που υπέστην στη φυλακή», τονίζει. Το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σε έκθεσή του, που δημοσιοποιήθηκε τον περασμένο Οκτώβρη, σημείωνε ότι «η κατάσταση εκτάκτου ανάγκης που επιβλήθηκε αμέσως μετά στη χώρα και παραμένει σε ισχύ δίνει εν λευκώ εξουσιοδότηση στις υπηρεσίες ασφαλείας να προβαίνουν σε καταχρήσεις». Στέρηση ύπνου, ξυλοδαρμοί, σεξουαλικές κακοποιήσεις και απειλές για βιασμούς περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, στις συνεντεύξεις που κατέγραψε η οργάνωση. Αξιόπιστες αποδείξεις περί διάπραξης βασανιστηρίων καθώς και βιασμών είχε ανακοινώσει από τον περασμένο Ιούλιο και η Διεθνής Αμνηστία, ενώ ο ειδικός εισηγητής του ΟΗΕ για τα βασανιστήρια Νιλς Μέλτσερ σχολίαζε από την Άγκυρα ότι «οι πρόσφατοι νόμοι και τα διατάγματα δημιούργησαν ένα περιβάλλον ευνοϊκό για τα βασανιστήρια». Στην έκθεσή του για τα ανθρώπινα δικαιώματα, που παρουσίασε στις αρχές Μαρτίου το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ, αφιερώνει 73 σελίδες στην Τουρκία. Όπως σημειώνεται, «η κυβέρνηση απέδωσε την ευθύνη για την απόπειρα του πραξικοπήματος στο κίνημα του Φετουλάχ Γκιουλέν, το οποίο ορίζεται ως τρομοκρατική οργάνωση. Τα δικαστήρια φυλάκισαν δεκάδες χιλιάδες άτομα που κατηγορούνται για την υποστήριξη του πραξικοπήματος ή τρομοκρατικών ομάδων, σε πολλές περιπτώσεις με ελάχιστη σαφήνεια σχετικά με τις κατηγορίες και τα αποδεικτικά στοιχεία εναντίον τους. Κυβερνητικά διατάγματα που εκδίδονται στη βάση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης περιόρισαν την πρόσβαση των υπόπτων σε νομική συνδρομή, επέτρεψαν την κράτηση υπόπτων πέραν του μηνός χωρίς να τους ασκηθεί δίωξη και σε ορισμένες περιπτώσεις πάγωσαν τα περιουσιακά στοιχεία των τεθέντων σε διαθεσιμότητα ή απολυθέντων δημοσίων υπαλλήλων ή μελών των οικογενειών τους». Παράλληλα υπογραμμίζονται οι περιορισμοί που η κυβέρνηση επιβάλλει στην ελευθερία έκφρασης, στον Τύπο, στο Διαδίκτυο και η εντεινόμενη πίεση στα ΜΜΕ μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα. «Οι Αρχές συνέλαβαν τουλάχιστον 140 δημοσιογράφους, οι περισσότεροι από τους οποίους κατηγορήθηκαν για σχέσεις με το κίνημα Γκιουλέν ή διασυνδέσεις με το ΡΚΚ». Στην πληθώρα των προβλημάτων περιγράφονται, μεταξύ άλλων, οι δικαστικές έρευνες σε βάρος λειτουργών του Τύπου στη βάση ισχυρισμών για υποστήριξη προς τρομοκρατικές οργανώσεις, διατάγματα λόγω δημοσιευμάτων που σχετίζονται με την τρομοκρατία, μπλοκάρισμα σελίδων του Διαδικτύου, αυτολογοκρισία, το κλείσιμο σχεδόν όλων των κουρδικών εφημερίδων και ο περιορισμός της πρόσβασης ξένων δημοσιογράφων και παρατηρητών σε περιοχές όπου υπάρχουν συγκρούσεις. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται επίσης στα μέτρα που έχουν ληφθεί από το Υπουργείο Παιδείας προκειμένου να ξαναγραφτούν 58 βιβλία απαλείφοντας τα «μυστικά μηνύματα» που υποτίθεται ότι πέρασαν οι γκιουλενιστές. «Στην πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια, τριτοβάθμια εκπαίδευση και στα πανεπιστήμια έχουν γίνει ιδιαίτερα προσεκτικοί σχετικά με τα βιβλία που επιτρέπεται να διαβάζουν οι σπουδαστές. Η Ένωση Τούρκων Εκδοτών αναφέρει ότι υποβάλλονται σε αυτολογοκρισία προκειμένου να αποφύγουν δημοσιεύσεις που κριτικάρουν την κυβέρνηση, έχουν ερωτικό περιεχόμενο ή φέρουν υποψία φιλοκουρδικής συμπάθειας». Και επειδή οι λέξεις έχουν δύναμη, να αναφέρουμε το εξής χαρακτηριστικό περιστατικό: το “hayιr” στα τούρκικα σημαίνει όχι• χρησιμοποιείται επίσης με την έννοια της ευχής και του καλού. Εν όψει του προσεχούς δημοψηφίσματος στην Τουρκία για τη διεύρυνση των εξουσιών του Προέδρου, λοιπόν, το κυβερνών κόμμα AKP εκδήλωσε την απαρέσκειά του για τη χρήση ευχών σε δημόσιους χώρους που περιλαμβάνουν τη λέξη “hayιr”.

 

Η Ιστορία δεν εξελίσσεται γραμμικά

«Τα βασανιστήρια έξω από τις φυλακές είναι άλλο ένα ζήτημα», προσθέτει η ακαδημαϊκός στο Report. «Και αυτό συνδέεται με την κοινωνική, πολιτική και ψυχολογική απορρύθμιση των ανδρών που ενθαρρύνονται ευθέως από την εξουσία τα τελευταία πέντε χρόνια για τη διάπραξη δολοφονιών γυναικών, βιασμών και σεξουαλικών κακοποιήσεων. Οι ηθικές αντιστάσεις με την ευρύτερη έννοια του όρου έχουν μειωθεί δραματικά». Και τα παραδείγματα είναι πολλά, όπως ο βιασμός, η πυρπόληση και η δολοφονία της τρανς ακτιβίστριας Χαντέ Καντέρ τον περασμένο Αύγουστο στην Κωνσταντινούπολη ή ακόμη η επίθεση που δέχτηκε 23χρονη νοσοκόμα μέσα σε λεωφορείο επειδή φορούσε σορτσάκι. Ο Ερντογάν πάντως σε μια επίδειξη μεγαλοψυχίας εν όψει της Διεθνούς Ημέρας της Γυναίκας δήλωσε πως «βλέποντας τη γυναίκα ως ανθρώπινο πλάσμα μπορούμε να επιλύσουμε πολλά προβλήματα». Ο ίδιος έχει δηλώσει ουκ ολίγες φορές ότι οι γυναίκες δεν είναι ισότιμες με τους άνδρες και καθήκον τους είναι να κάνουν τουλάχιστον τρία παιδιά, κατακεραυνώνοντας την αντισύλληψη και τις εκτρώσεις. Επιπλέον, «όσες επιλέγουν την εργασία έναντι της μητρότητας αρνούνται τη γυναικεία τους φύση». Μεταξύ άλλων τραγελαφικών περιλαμβάνεται και η κυκλοφορία των ροζ ταξί αποκλειστικά για τις γυναίκες. Η διακυβέρνηση Ερντογάν με τη συνδρομή των «Γκρίζων Λύκων» έχει δημιουργήσει έναν εντυπωσιακό παρακρατικό μηχανισμό παρέχοντας αφειδώς άδειες οπλοφορίας και διορίζοντας πολλούς εξ αυτών (γίνεται λόγος για περισσότερα από 50.000 άτομα) σε δημόσιες θέσεις. «Οι επιπτώσεις της συνεργασίας του Ερντογάν με το εθνικιστικό κόμμα είναι σαφείς από την αύξηση των ανδρών της πολιτοφυλακής, που ασκούν κάθε μορφή καταστολής στον αντίθετο λόγο. Ο απολυταρχισμός είναι ολοκληρωτικός και θέλουν να καταστεί οργανικός (σ.σ.: απαραίτητο στοιχείο της διακυβέρνησης). Αυτό που μένει εντέλει είναι λιγότερη παιδεία και μεγαλύτερη αγραμματοσύνη με την πολιτική έννοια του όρου», προσθέτει η καθηγήτρια πανεπιστημίου. Αναφερόμενη δε στις διώξεις των βουλευτών του φιλοκουρδικού κόμματος, προσθέτει με έμφαση ότι «Ο Ντεμιρτάς παραμένει ο πλέον υποσχόμενος ηγέτης για τη διασφάλιση της δημοκρατίας καθώς και η τελευταία ελπίδα για εκατομμύρια ανθρώπους. Η εξουσία επιθυμεί να καταπνιγεί αυτή η ελπίδα. Στην αρχή το HDP εκτοπίστηκε από τα ΜΜΕ, στη συνέχεια έκλεισαν σχεδόν όλα τα φιλοκουρδικά Μέσα». Η πολιτική εξουσία θέλει να ξεμπερδέψει με αυτούς στον δρόμο τηςπρος τον «προεδροκεντρισμό», όρο που, όπως μας υπογραμμίζει, «χρησιμοποιούν οι πολιτικοί επιστήμονες για τους δικτάτορες».

«Ο διαχωρισμός των εξουσιών εκλαμβάνεται ως εμπόδιο. Αυτό το έχει δηλώσει ο ίδιος ο Ερντογάν και το έχει επαναλάβει αρκετές φορές τελευταία. Θυμάμαι τα βιβλία της Ιστορίας από το 1960 να περιγράφουν την αντιπολίτευση ως κάτι επιβλαβές για τη σταθερότητα του πολιτικού συστήματος. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτή είναι η πολιτική κουλτούρα της Τουρκίας και ότι οι θετικές πολιτικές αλλαγές εύκολα διαγράφονται. Η επανάληψη της Ιστορίας μερικές φορές μάς εκπλήσσει, προσωπικά όμως τρέφω μεγάλο θαυμασμό στους ιστορικούς Λέοπολντ φον Ράνκε και Τζ. Βίκο, οι οποίοι ουδέποτε έδωσαν έμφαση στη γραμμική εξέλιξη της Ιστορίας». Πάντως, όπως καταλήγει, «εκατομμύρια λαού συμπαρατάσσονται με το HDP. Οι επικεφαλής του μπορεί να βρίσκονται στη φυλακή, ωστόσο η πολιτική εξουσία φοβάται αυτά τα εκατομμύρια ανθρώπων που θα αυξήσουν το ποσοστό της απόρριψης στο επικείμενο δημοψήφισμα της συνταγματικής αναθεώρησης».

Στις αρχές Μαρτίου ο τούρκος εισαγγελέας στην Άγκυρα παρέδωσε το κατηγορητήριο αναφορικά με το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου, ορίζοντας 2.988 ποινές ισοβίων για 38 από τους 221 υπόπτους που φέρονται να το σχεδίασαν. Όμως, στην Τουρκία, παρά την ακραία  καταστολή, τη βία, τις φυλακίσεις και τα βασανιστήρια η αντίσταση ενδυναμώνεται. H Τζόαν Μπαέζ αναφερόμενη στη σύλληψη του λαοφιλούς συγκροτήματος Grup Yorum σχολίασε: «Ο πραγματικός λόγος για τη σύλληψή σας είναι ότι η μουσική σας αγγίζει τους ανθρώπους, τους κινητοποιεί και τους εμψυχώνει, καθώς και για το γεγονός ότι έχετε το δίκιο στη σκέψη σας. Πρέπει να συνεχίσετε να είστε γενναίοι. Θα λέω την ιστορία σας καθώς τραγουδάω. Σας ευχαριστώ για τις θυσίες σας». Το συγκρότημα αθωώθηκε μετά το παλιρροϊκό κύμα συμπαράστασης που εκδηλώθηκε.

Όταν η δικηγόρος Μπαρκίν Τιμτίκ, μέλος του Νομικού Γραφείου του Λαού, προφυλακίστηκε αποχαιρέτησε τους συναδέλφους της λέγοντας: «Τελικά θέλω να πω ότι είμαι περήφανη, επειδή είμαι ένα κομμάτι από εσάς. Εδώ δημιουργήσαμε μια πολύ ωραία εικόνα, αγκαλιάζω έναν-έναν αυτούς που παρευρίσκονται και τους φίλους που δεν είναι εδώ αυτή τη στιγμή. Σας αγαπώ πολύ. Μην ανησυχείτε. Θα είμαι πολύ καλά. Ή μέσα ή έξω θα βρεθούμε ξανά». Στην Άγκυρα, η Νουριέ Γκιουλμέν, καθηγήτρια πανεπιστημίου, συνεχίζει τη διαμαρτυρία της για την απόλυση τη δική της και των συναδέλφων της επί 115 ημέρες. Τα πανό που υψώνονται με το σύνθημα «Θέλουμε να επιστρέψουμε στη δουλειά μας» πληθαίνουν. Η Νουριέ Γκιουλμέν και ένας ακόμη δάσκαλος ανακοίνωσαν ότι από τις 11 Μαρτίου ξεκίνησαν απεργία πείνας μέχρι την τελική δικαίωσή τους. Πράγματι η εξέλιξη της Ιστορίας ουδέποτε υπήρξε γραμμική…

 

Τουρκικό στράτευμα και πολιτικό άσυλο
Μία από τις πιο χαρακτηριστικές εικόνες του αποτυχημένου πραξικοπήματος σ την Τουρκία ήταν το λιν τσάρισμα των στρατιωτών όχι μόνο στις στρατιωτικές βάσεις που καταλάμβανε ένα πλήθος ανάμεικτο από αστυνομικούς και ένοπλους πολίτες οπαδούς του Ερντογάν, αλλά και σε διάφορα σημεία της Κωνσταντινούπολης. Οι οκτώ τούρκοι αξιωματικοί που κατέφυγαν στην Ελλάδα έχουν περιγράψει τις σκηνές αυτές ως καταλύτη για την απόφασή τους να εγκαταλείψουν  την πατρίδα τους και να ζητήσουν άσυλο στη χώρα μας: «Επί πέντε ώρες προσπαθούσαμε να βρούμε κάποιον ανώτερο. Δεν μας απάντησε ποτέ κανείς. Την ίδια στιγμή, βλέπαμε  στο Ίντερνετ εικόνες από αυτό που συνέβαινε. Παντού σκότωναν στρατιώτες. Στη γέφυρα του Βοσπόρου, μέσα στις βάσεις. Τους λιντσάριζαν, τους πέταγαν από τη γέφυρα, τους ξυλοκοπούσαν, τους έκοβαν τ’ αυτιά, τους κρέμαγαν, τους αποκεφάλιζαν. Σκεφτήκαμε τις οικογένειές μας. Για να βοηθήσεις την οικογένειά σου, πρέπει πρώτα απ’ όλα να είσαι ζωντανός. Όπως το βλέπαμε εκείνη τη στιγμή, είχαμε δύο επιλογές: ή να γυρίσουμε στη βάση και να μας σκοτώσει το πλήθος ή να φύγουμε. Ήμασταν εννιά. Τρία πληρώματα. Οι οκτώ είχαμε οικογένεια, ο ένας όχι. Όσοι είχαμε οικογένεια αποφασίσαμε να φύγουμε. Ο ένατος έμεινε. Τον είδαμε αργότερα σε φωτογραφίες, βασανισμένο και ματωμένο. Από τις χώρες στις οποίες επαρκούσαν τα καύσιμά μας για να πάμε, διαλέξαμε  την Ελλάδα. Πλησιάσαμε στην Αλεξανδρούπολη και εκπέμψαμε σήμα κινδύνου. Από τότε είμαστε εδώ και ζητάμε πολιτικό άσυλο στη χώρα σας».2

Η απόφαση για το αν η Ελλάδα θα παράσχει πολιτικό άσυλο στους οκτώ ακόμη εκκρεμεί. Ωστόσο προ μηνός περίπου ο Άρειος Πάγος απέρριψε το αίτημα των τουρκικών αρχών να εκδοθούν στην Τουρκία. Το γεγονός ότι το ανώτατο δικαστήριο αποφάσισε με αυτόν τον τρόπο, ενώ είχαν προηγηθεί πολλά νεύματα της ελληνικής κυβέρνησης προς τον Ερντογάν –από τον αναπληρωτή υπουργό Άμυνας ως και τον ίδιο τον πρωθυπουργό– ότι βλέπει με συμπάθεια το τουρκικό αίτημα, χαιρετίστηκε ως δείγμα της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, μπορεί όμως να ενταχθεί και σε μια «παράδοση» μη έκδοσης εκζητουμένων στην Τουρκία που έχει χαρακτηρίσει τις ελληνικές δικαστικές αρχές. Το σκεπτικό του Αρείου Πάγου είχε να κάνει ξεκάθαρα με την απουσία των εγγυήσεων δίκαιης δίκης και την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία, ωστόσο οι οκτώ από την πρώτη στιγμή διατράνωσαν την αθωότητά τους και υποστήριξαν ότι δεν είχαν καμία σχέση με το πραξικόπημα.

Λιγότερη έκταση από την υπόθεση των οκτώ έχει πάρει στη δημοσιότητα το αίτημα ασύλου δύο ακόμη τούρκων στρατιωτών –των Ειδικών Δυνάμεων–, οι οποίοι πρόσφατα κατέφυγαν εδώ ζητώντας προστασία. Οι τουρκικές αρχές επιδιώκουν και σε αυτή την περίπτωση την έκδοσή τους στην Τουρκία.

Όσο κι αν ήταν αναμενόμενο ότι η καθεστωτική αντίδραση μετά το πραξικόπημα  θα άφηνε βαθύ ίχνος στο τουρκικό στράτευμα, η έκταση της καταστολής προκάλεσε αίσθηση – κυρίως επειδή η κοινή γνώμη στη Δύση ήταν πεισμένη ότι καμία δημοκρατική εγγύηση δεν ίσχυσε κατά τη διαδικασία «εκκαθάρισης». Η φυγή μελών του τουρκικού στρατεύματος, συνεπώς, δεν αφορά μόνο την «άσπονδη φίλη» της Τουρκίας, την Ελλάδα, αλλά μια σειρά χωρών στις οποίες συνέβη να υπηρετούν τούρκοι στρατιωτικοί – κυρίως, όπως είναι λογικό, χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ.

Οι πληροφορίες για τον αριθμό των τούρκων στρατιωτικών που ζητούν προστασία είναι λιγοστές. Τους μήνες που ακολούθησαν το πραξικόπημα είχε γίνει γνωστό ότι η Τουρκία είχε ανακαλέσει περίπου 400 στρατιωτικούς, ενώ ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Τζενς Στόλτενμπεργκ είχε δηλώσει τον περασμένο  Νοέμβριο ότι «κάποιοι τούρκοι αξιωματικοί που υπηρετούν  στο ΝΑΤΟ ζητούν άσυλο στις χώρες στις οποίες εργάζονται». Παράλληλα, ήρθαν στοιχεία στο φως ότι στη Γερμανία οι αιτήσεις ασύλου από τούρκους πολίτες το 2016 ξεπέρασαν τις 4.500,  ενώ την προηγούμενη χρονιά ήταν κάτω από 1.500 – χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις σχετικά με το πόσες από αυτές τις αιτήσεις αφορούν στρατιωτικούς. Δημοσιεύματα θέλουν τούρκους στρατιωτικούς να ζητούν άσυλο και στο Βέλγιο, όπως και στη Νορβηγία.

___

1. Για λεπτομέρειες, βλ. «Η καταστολή του Τύπου στην Τουρκία», Report 05 Ιανουάριος 2017.

2. «Μια επίσκεψη στους 8 τούρκους αξιωματικούς: Η ιστορία τους με τα δικά τους λόγια», UNFOLLOW, διαδικτυακή δημοσίευση: http://bit.ly/2mPPn63

About REPORT (39 Articles)
Μηνιαίο περιοδικό έρευνας
Αρέσει σε %d bloggers: