Ξετυλίγοντας το κουβάρι των ελληνοτουρκικών σχέσεων

Με εναλλαγές εντάσεων και περιόδων συνεννόησης, πολλά θέματα ανοιχτά, με τον πειρασμό των ρητορικών «υψηλών τόνων» να επανέρχεται συχνά και την αμερικανική επιδιαιτησία να παραμένει ένα από τα ανομολόγητα διακυβεύματα, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν προσφέρονται για απλουστευτικές προσεγγίσεις.

Oι εξελίξεις των τελευταίων εβδομάδων στοιχειοθετούν ένα –ακόμα– σκηνικό έντασης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις: δηλώσεις εκατέρωθεν περί κυριαρχικών δικαιωμάτων, φημολογία περί «θερμού επεισοδίου» στο Αιγαίο ή στην Κύπρο, επώνυμες αναφορές στο Διεθνές Δίκαιο, ανώνυμα non papers.

Χαρακτηριστική είναι η διαρροή από το ελληνικό Υπουργείο Εθνικής Άμυνας περί αναμονής θερμού επεισοδίου στην περιοχή της Κύπρου τον ερχόμενο Ιούνιο, όπως και οι δηλώσεις του αντιπροέδρου της τουρκικής κυβέρνησης Νουμάν Κουρτουλμούς σύμφωνα με τις οποίες «η Τουρκία έχει στρατηγική και έχει και την ισχύ να μπορέσει να προστατέψει τα δίκαιά της στο Αιγαίο».

 

Ό εχθρικός… σύμμαχος

Πολλοί συνδέουν αυτή την κατάσταση είτε με πάγια τουρκική εξωτερική πολιτική, είτε με τις εσωτερικές ανάγκες της κυβέρνησης Ερντογάν, είτε με τα εξοπλιστικά προγράμματα. Πρόκειται για μια συνθήκη ιδιαίτερα οικεία, αφού γενιές επί γενεών έχουν γαλουχηθεί με την πιθανότητα μιας επικίνδυνης κλιμάκωσης και την «τουρκική απειλή» πάντοτε παρούσα. Η κρίση των Ιμίων, το 1995-1996, πιστοποίησε άλλωστε το αληθές του πράγματος. Η ύπαρξη εθνικιστικών πόλων και στην Ελλάδα και στην Τουρκία διατηρούν επίσης την κατάσταση πάντοτε ζεστή.

Σε μια πιο ψύχραιμη αποτίμηση, πάντως, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις συνιστούν μια κατάσταση μεγάλων αντιφάσεων. Έχουν έντονη ιστορικότητα, πολιτικές, εθνολογικές, οικονομικές, πολιτισμικές και άλλες πλευρές. Η πορεία τους τις τελευταίες δεκαετίες, μετά το 1974 και την κυπριακή τραγωδία, θυμίζει… ταραγμένο καρδιογράφημα: από την όξυνση στην αποκατάσταση του διπλωματικού διαλόγου της μεταπολιτευτικής κυβέρνησης Καραμανλή, από το «Βυθίσατε το “Χόρα”» του Α. Παπανδρέου στα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ, από τις παραβιάσεις και τις αερομαχίες στο Αιγαίο στις «Επιτροπές Σοφών», από τις συμφωνίες για τους αγωγούς στις αναφορές περί «τουρκικού δακτύλου», και το θέμα της υφαλοκρηπίδας να είναι κάπου στα… μισά του δρόμου για το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης ως μόνο αποδεκτό για διαπραγμάτευση. Η έλευση του Ταγίπ Ερντογάν στην εξουσία δεν φαίνεται να έχει αλλάξει ιδιαίτερα τα πράγματα.

Στο πολιτικό επίπεδο, διαχρονικά η Δεξιά στην Ελλάδα έχει ως κεντρική ιδέα της αντίληψής της την «εθνική πολιτική» έναντι της Τουρκίας και η Αριστερά την ανάδειξη του ταξικού στοιχείου ως κομβικού σημείου για τη δημιουργία συνθηκών ειρηνικής συνύπαρξης ανάμεσα στους δύο λαούς. Παρ’ όλα αυτά, οι εκφάνσεις των πολιτικών θέσεων και στους δύο χώρους είναι πολύ περισσότερες.

Πάντως το κυρίαρχο αντιφατικό στοιχείο των σύγχρονων ελληνοτουρκικών σχέσεων είναι αναμφισβήτητα ένα: Η συνύπαρξή τους ως «συμμάχων» στο Βορειοατλαντικό Σύμφωνο, στο ΝΑΤΟ. Μπορεί η εν λόγω συμμαχία να γίνεται αντιληπτή από τις εκάστοτε κυβερνήσεις και των δύο χωρών ως ένα πεδίο διπλωματικής αντιπαράθεσης, πλην όμως οι σχέσεις τους είναι κάτω από μία συνεχή επιδιαιτησία. Το «Ευχαριστώ τους Αμερικανούς» του Κώστα Σημίτη το 1996 μετά την κρίση των Ιμίων είναι μια εύγλωττη απόδειξη.

Η δυτική εποπτεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων φαίνεται να διατηρεί σχετικά ελεγχόμενη την κατάσταση, όμως σε ένα status που προϋποθέτει υψηλότατες στρατιωτικές δαπάνες και από τις δύο χώρες. Αμφότερες δαπανούν  2,3%-2,5% του ΑΕΠ τους για εξοπλισμούς. Αντιστοιχεί σε περίπου 6 δισ. δολάρια ετησίως για την Ελλάδα και 20 δισ. ευρώ για την Τουρκία. Πρόκειται για νούμερα καθοριστικά και για τη διαμόρφωση πολιτικών.

Ελλάδα, Τουρκία και ΝΑΤΟ αποτελούν ένα «σύστημα» ιδιαίτερα ευαίσθητο, αφού είναι εντελώς διαφορετική η δυναμική της Τουρκίας στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Ο ηγεμονικός της ρόλος, τόσο λόγω μεγέθους όσο και στρατιωτικής δύναμης, παρέχει στην Τουρκία τη δυνατότητα μιας εντελώς διαφορετικής συμπεριφοράς που συχνότατα συμπαρασύρει και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Χαρακτηριστική η πρόσφατη κρίση στις σχέσεις Τουρκίας – Ρωσίας, αλλά και η τουρκική «ανυπακοή» στις αμερικανικές κατευθύνσεις κατά το παρελθόν.

Στην εξίσωση έχει μπει και ο παράγοντας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, παρά τις μεγαλόστομες διακηρύξεις ότι η ΟΝΕ θα έλυνε σχεδόν… αυτομάτως τις ελληνοτουρκικές διαφορές αφού πλέον η Τουρκία θα είχε να κάνει με την Ευρώπη, αυτό δεν έχει συμβεί. Αντιθέτως, η τουρκική πλευρά κάνει παιχνίδι, κατά το κοινώς λεγόμενο, με την ΕΕ, κάτι που ξεκάθαρα διαφάνηκε και στην τελευταία συμφωνία για το προσφυγικό ζήτημα. Εκεί όπου η ελληνική κυβέρνηση δήλωσε ότι… η παρουσία του Νατοϊκού στόλου στο Αιγαίο είναι η μόνη εγγύηση που υπάρχει για να μην μπορέσει η Τουρκία να εφαρμόσει τους σχεδιασμούς της.

 

Τα αγκάθια

Οι συντριπτικά περισσότεροι αναλυτές, πάντως, συγκλίνουν στο ότι τα βασικά σημεία που καθορίζουν την τουρκική εξωτερική πολιτική έναντι της Ελλάδας, τις τελευταίες δεκαετίες μέχρι και σήμερα, συνίστανται στις εξής τέσσερις έννοιες: Αιγαίο, υδρογονάνθρακες, Ευρωπαϊκή Ένωση και Βαλκάνια.

Αιγαίο: Η αφετηριακή λογική της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής –την οποία κάθε άλλο παρά έχει αμφισβητήσει η διακυβέρνηση Ερντογάν– συνίσταται στο δόγμα ότι «το Αιγαίο Πέλαγος δεν μπορεί να αποτελεί ελληνική λίμνη». Στη φράση αυτή, που συχνά-πυκνά φιλοξενείται σε δηλώσεις αλλά και στον τουρκικό Τύπο, εστιάζεται η ανάγκη την οποία εκφράζουν διαχρονικά –και σαφέστατα μετά το 1974– οι εκάστοτε κυβερνήσεις της γειτονικής χώρας για περισσότερο ζωτικό χώρο στα δυτικά της Τουρκίας. Εδώ ακριβώς πατάνε οι λογικές του casus belli για το ζήτημα της ρύθμισης της ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12 ναυτικά μίλια, δικαίωμα που απορρέει από το Διεθνές Δίκαιο. Εδώ και οι πολιτικές των «γκρίζων ζωνών», δηλαδή η συντονισμένη διπλωματική και στρατιωτική προσπάθεια ώστε να διαμορφωθεί η αίσθηση ενός αμφισβητούμενου καθεστώτος κυριαρχίας σε όλη τη γραμμή μεταξύ των νησιών του Αιγαίου και των τουρκικών παραλίων. Η εκπόρευση  της κατεύθυνσης από το πλέον κεντρικό επίπεδο δεν καταδεικνύεται  μόνο στην τακτική των συνεχών παραβιάσεων  και παραβάσεων  ή των ανά τακτά χρονικά διαστήματα μικρότερων ή μεγαλύτερων επεισοδίων όπως στα Ίμια, γύρω από μικρά νησιά και βραχονησίδες. Είναι επίσης εμφανής από τις πάγιες τουρκικές παρεμβάσεις στο επίπεδο του ΝΑΤΟ ή άλλων διεθνών θεσμών, όπου υπάρχει ταυτόχρονα ελληνική και τουρκική συμμετοχή. Ακόμη και οι φαινομενικά ασήμαντες συμβάσεις π.χ. για ενέργειες διάσωσης, ναυτιλιακά ζητήματα, θέματα αλιείας, τουρισμού, πόσο μάλλον στρατιωτικών ασκήσεων, αποτελούν ένα ιδιότυπο πεδίο διπλωματικής διαμάχης προκειμένου να διασαφηνιστεί επακριβώς το κυριαρχικό καθεστώς. «Η ανάγνωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων είναι ότι τις τελευταίες δεκαετίες η Τουρκία προσπαθεί να προσθέτει θέματα στην ατζέντα της διαπραγμάτευσης, τα οποία όμως δεν είναι τρίτα θέματα. Είναι θέματα που είναι δικαιώματα, που απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο για την Ελλάδα. Αυτά τα θέματα, η Τουρκία τα ανάγει αρχικά σε “γκρίζες ζώνες” ή σε αμφισβητούμενα πράγματα και μετά μας καλεί σε μια διεθνή διαπραγμάτευση, για να τα διαπραγματευτούμε», θα πει χαρακτηριστικά στη Βουλή ο Νίκος Κοτζιάς στις 18 Μαρτίου του 2015, ενημερώνοντας για την πορεία των Ελληνοτουρκικών και εκφράζοντας ακριβώς αυτή την πραγματικότητα.

Κοιτάσματα υδρογονανθράκων: Δεδομένο πρέπει να θεωρείται το τουρκικό ενδιαφέρον  για τα ενεργειακά κοιτάσματα στους θαλάσσιους χώρους κοντά στη συνοριακή γραμμή. Τα κίνητρα προφανή και φυσικά σχετίζονται με τις προοπτικές της εκμετάλλευσής τους από διεθνή επιχειρηματικά συμφέροντα μεγάλου οικονομικού βεληνεκούς, έτσι ώστε η κρατική οντότητα που θα διαμορφώνει το πλαίσιο να αποκτά μια σχέση που μπορεί να αποβεί ιδιαίτερα προσοδοφόρα σε όλα τα επίπεδα. Τα κοιτάσματα του Πρίνου βρίσκονται στο πεδίο των τουρκικών ενδιαφερόντων. Όμως πέρα και πριν από όλα η προσοχή της γειτονικής χώρας εστιάζεται στα κοιτάσματα πέριξ της Κύπρου. Εκεί όπου τα κοιτάσματα Ζορ, Λεβιάθαν και Οικόπεδο 12 εμπλέκουν Τουρκία, Ελλάδα, Κύπρο και Ισραήλ, λόγω των θαλάσσιων συνόρων τους, σε ένα δαιδαλώδες γεωπολιτικό παιγνίδι. Καθοριστική και η γεωγραφική δομή του χώρου, όπου ένα νησάκι, το Καστελόριζο, μόλις 72 ναυτικά μίλια από τα τουρκικά  παράλια  φράζει τον δρόμο της Τουρκίας να διεκδικήσει τον ορισμό μιας τεράστιας Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης που θα μπορούσε να συνορεύει με την Αιγυπτιακή, καλύπτοντας μέρος των δύο τελευταίων αναφερόμενων κοιτασμάτων. Με αυτό το σκεπτικό η τουρκική πλευρά –μέσω και των ερεισμάτων που διαθέτει στο ψευδοκράτος της βόρειας Κύπρου– αμφισβητεί ευθέως την υφιστάμενη συμφωνία για τις ΑΟΖ μεταξύ Αιγύπτου και Κύπρου, ενώ διαμέσου πάντα της κατάστασης που επικρατεί στην Κύπρο επιχειρεί να παρέμβει στην όλη διαδικασία.

Ενταξιακή πορεία Τουρκίας στην ΕΕ: Από το 1995 που υπογράφτηκε στο Ελσίνκι η Συμφωνία Τελωνειακής Ένωσης μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Τουρκίας και εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, οι εκάστοτε ελληνικές κυβερνήσεις δεν κρύβουν τη μικρότερη ή μεγαλύτερη ικανοποίησή τους. Θεωρώντας δεδομένη και στρατηγική την πρόθεση της Άγκυρας να εμπλακεί στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα κατά κύριο λόγο με οικονομικές προσδοκίες, εκτιμούν ότι έχουν βρει έναν σημαντικό μοχλό πίεσης που μπορεί να καθορίσει την έκβαση των ελληνοτουρκικών διαφορών. Τη θέση αυτή υιοθέτησε εξαρχής η κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη, τη στήριξε –ομολογουμένως με πιο προσεκτικό τρόπο– η κυβέρνηση Καραμανλή, και… την αποθέωσε η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου.

Σύμφωνα με τις πάγιες θέσεις του υπουργείου Εξωτερικών, στην προοπτική της ευρωπαϊκής της πορείας «η Τουρκία καλείται να εφαρμόσει έναντι όλων των κρατών-μελών, άρα και της Κύπρου, τη Συμφωνία Επανεισδοχής ΕΕ – Τουρκίας και τον Οδικό Χάρτη για τις θεωρήσεις, ενώ επιβεβαιώνεται το δικαίωμα εκμετάλλευσης των πλουτοπαραγωγικών πηγών των κρατών-μελών της ΕΕ στα χωρικά τους ύδατα». Επίσης, σύμφωνα με την υφιστάμενη συμφωνία η Τουρκία οφείλει να προάγει «τον σεβασμό των αρχών του κράτους δικαίου και θεμελιωδών δικαιωμάτων (ιδίως δικαίωμα ελευθερίας έκφρασης και ελευθερίας του συνέρχεσθαι), ενώ καλείται να ενισχύσει τις προσπάθειες για προστασία των μειονοτήτων».

Φυσικά, άλλο πράμα είναι οι συμφωνίες και άλλο η εφαρμογή τους. Λόγω της περιφερειακής  της ισχύος στην ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου, η Τουρκία μέσα και από αυτούς τους διαύλους καταφέρνει να διατηρεί ιδιαίτερες και ξεχωριστές σχέσεις με τις κυρίαρχες χώρες της ΕΕ, γεγονός που έγινε κάτι παραπάνω από φανερό με τις επισκέψεις της Άνγκελα Μέρκελ στις αρχές του 2016 και το πόσο αυτές καθόρισαν τις ευρωπαϊκές πολιτικές έναντι της Τουρκίας που ισχύουν και σήμερα.

Βαλκάνια: Η βαλκανική πολιτική της Τουρκίας είναι ίσως η πιο υποτιμημένη πτυχή της εξωτερικής της πολιτικής. Η γειτονική χώρα διατηρεί ιδιαίτερα θερμές σχέσεις τόσο με την Αλβανία όσο και με την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (ΠΓΔΜ), δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στο μουσουλμανικό στοιχείο που υπάρχει στα Βαλκάνια, με πληροφορίες να θέλουν ότι για τη συνοχή αυτή δαπανά αξιοσέβαστα ποσά σε σχετικούς φορείς.

Η Τουρκία διατηρεί διπλωματικές σχέσεις με την ΠΓΔΜ από το 1992 και σε κάθε ευκαιρία επισημαίνεται ότι αυτές βρίσκονται «σε άριστο επίπεδο». Είναι η φράση που χρησιμοποιείται σε κάθε επίσημη συνάντηση των δύο πλευρών. Στο ΝΑΤΟ η Τουρκία είναι η χώρα που έχει επιλέξει η ΠΓΔΜ ως σύνδεσμο για τις σχέσεις της με τη συμμαχία. Όσο για τη Αλβανία, είναι ενδεικτικό ότι τον περασμένο Μάιο ο Ταγίπ Ερντογάν επισκέφθηκε τη χώρα για τα εγκαίνια του μεγαλύτερου μουσουλμανικού τεμένους που χτίστηκε με τουρκική χρηματοδότηση, ακριβώς δίπλα στο κτίριο που στεγάζει το Κοινοβούλιο της Αλβανίας. Με τουρκική χρηματοδότηση, επίσης, λειτουργούν μουσουλμανικά σχολεία στην Αλβανία, ενώ το τουρκικό κράτος έχει αναλάβει και προγράμματα εκπαίδευσης τμημάτων του αλβανικού κράτους σε στρατό, υγεία και αστυνομία.

Αξίζει να σημειωθεί  ότι ο υπουργός Εξωτερικών έθιξε το συγκεκριμένο θέμα στην τελευταία επίσκεψη που πραγματοποίησε στην Αλβανία, τονίζοντας ότι η βαλκανική πολιτική της Τουρκίας είναι ο λόγος που απαιτείται μια νέου τύπου ελληνική παρέμβαση στα Βαλκάνια, με στόχο τη λύση εστιών προβλημάτων.

 

Κυπριακό

Το κυπριακό ζήτημα αποτελεί φυσικά τον πλέον καθοριστικό παράγοντα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Το δεδομένο αυτό ισχύει από το 1950, αφού οι μετεμφυλιακές κυβερνήσεις είχαν στους προβληματισμούς τους το ζήτημα της επανένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα. Τα πράγματα άλλαξαν άρδην, ως γνωστόν, το καλοκαίρι του 1974 με την εισβολή των τουρκικών στρατευμάτων στις 20 Ιουλίου («Αττίλας Α΄») και στις 14 Αυγούστου («Αττίλας Β΄»), δημιουργώντας το καθεστώς κατοχής στη βόρεια Κύπρο, στο 36,3% του νησιού, που έχει αναγνωριστεί διεθνώς από τα ψηφίσματα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών το 1977 και το 1979.

«Ό,τι κερδίζεται στο πεδίο της μάχης, δεν παραδίδεται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων». Αυτό αποτελεί ουσιαστικά το δόγμα της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας αναφορικά με το ζήτημα της Κύπρου, όπως διαμορφώθηκε τις επόμενες δεκαετίες. Αποτελεί, άλλωστε, και την ανομολόγητη βάση της τουρκικής θέσης για τη διαμόρφωση των όποιων διεθνών πρωτοβουλιών έχουν ληφθεί για την επίλυση του προβλήματος. Εξ ου και το θέμα της παραμονής των τουρκικών στρατευμάτων ήταν το πλέον ακανθώδες το 2002, όταν παρουσιάστηκε το περίφημο Σχέδιο του τότε γ.γ. του ΟΗΕ Κόφι Ανάν. Σε αυτό προβλεπόταν η διατήρηση του τουρκικού στρατού, ενώ υπήρχαν και όροι για τη δυνατότητα παρέμβασής του εφόσον κρινόταν απαραίτητο. Ως εχέγγυο της ειρήνευσης στο νησί και στη δικοινοτική ομοσπονδία που προβλεπόταν θα ήταν το καθεστώς των εγγυητριών δυνάμεων (Ελλάδα, Τουρκία, Βρετανία). Το σχέδιο απορρίφθηκε από την ελληνοκυπριακή πλευρά το 2004.

Το ίδιο ακριβώς ζήτημα, των στρατευμάτων, ήταν αυτό που κυριάρχησε και στις διαπραγματεύσεις του Ιανουαρίου στη Γενεύη, όπου συμμετείχαν εκπρόσωποι όλων των πλευρών, δηλαδή και η ελληνική και η τουρκική κυβέρνηση. Παράλληλα υπήρξαν αναλυτικές διαπραγματεύσεις τεχνικών κλιμακίων στο Μον Πελεράν της Ελβετίας από τις 18 έως τις 20 Ιανουαρίου.

«Δεν τίθεται θέμα να φύγουν τα τουρκικά στρατεύματα από την Κύπρο. Έχουμε πει ξεκάθαρα στην Κύπρο και την Ελλάδα ότι δεν θα πρέπει να περιμένουν μία λύση χωρίς την Τουρκία ως εγγυήτρια δύναμη. Θα είμαστε εκεί για πάντα». Αυτή ήταν η ξεκάθαρη δήλωση του Ταγίπ Ερντογάν, που αναφέρεται σε μία στρατιωτική δύναμη που, σύμφωνα με εκτιμήσεις της ελληνικής πλευράς, φτάνει τους 43.000 στρατιώτες, διαμοιρασμένους σε 2 μεραρχίες Πεζικού και δύο μηχανοκίνητες ταξιαρχίες που υπάγονται στην 3η Στρατιά της Τουρκίας.

Την τρέχουσα περίοδο είναι σε εξέλιξη μία νέα προσπάθεια από τον γ.γ. του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτιέρες, προκειμένου να υπάρξει πρόοδος στις επαφές των δύο κυπριακών πλευρών, προκειμένου να διαμορφωθούν οι συνθήκες ακόμη και για ένα νέο δημοψήφισμα επίλυσης του Κυπριακού επί τη βάσει των μέχρι τώρα συνομιλιών του προέδρου της Κύπρου Ν. Αναστασιάδη και του Μ. Ακιντζί. Ο στόχος είναι να υπάρξει κατάληξη ακόμη και μέσα στο 2017, αφού, αξίζει να επισημανθεί, το 2018 είναι χρονιά προεδρικών εκλογών για την Κύπρο.

Σε ό,τι αφορά τη στάση της ελληνικής πλευράς, πάντως, παρουσιάζεται μία μάλλον ιδιότυπη συνθήκη. Παρότι το 2004 ο τότε Συνασπισμός είχε στηρίξει, έστω και μετά από έντονη συζήτηση στο εσωτερικό του, το Σχέδιο Ανάν, ο σημερινός υπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, Νίκος Κοτζιάς, φέρεται να έχει εντελώς διαφορετική αντίληψη. Ουσιαστικά, η θέση του συνίσταται στο ότι δεν μπορεί να υπάρξει λύση χωρίς ένα ταχύτατο χρονοδιάγραμμα αποχώρησης των τουρκικών στρατευμάτων. Αντίστοιχη δήλωση έκανε στις 29 Ιανουαρίου και ο γ.γ. του ΑΚΕΛ Άντρος Κυπριανού, σημειώνοντας ότι «λύση του Κυπριακού που θα επιτρέπει στην Τουρκία να εδραιώσει με οποιονδήποτε τρόπο την παρουσία της στην Κύπρο για πάντα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή», ενώ ειδικά για το θέμα των τουρκικών στρατευμάτων επισήμανε πως «οι διεθνείς πρακτικές είναι καθοδηγητικές και μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα αυτή η διαδικασία μπορεί και θα πρέπει να ολοκληρωθεί, στη βάση πάντα σύντομων και καταληκτικών χρονοδιαγραμμάτων».

Τέλος, δεν μπορεί κανείς να μην αναφερθεί και στο θέμα της μουσουλμανικής μειονότητας στην περιοχή της Θράκης, όπου η τουρκική εξωτερική πολιτική επιχειρεί παγίως να «ποντάρει» μιλώντας για «τουρκικό πληθυσμό» και εγείροντας τακτικά ζητήματα δικαιωμάτων. Έως σήμερα πάντως το θέμα αυτό δεν έχει αναχθεί σε κομβικό στην ατζέντα των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

 

About gerasimoslivitsanos (8 Articles)
Από το 1990 σε ημερήσιες εφημερίδες, περιοδικά, ραδιοσταθμούς και ιστοσελίδες και από το 1995 στο κοινοβουλευτικό ρεπορτάζ.
Αρέσει σε %d bloggers: