Πάμε πόλεμό; ελληνοτουρκικά και πολεμοχαρείς δημοκόποι

Από το «Βυθίσατε το Χόρα» του Ανδρέα Παπανδρέου στον ξεσηκωμό για τα Ίμια, κι από την υπόθεση Οτζαλάν έως τις πιρουέτες του Πάνου Καμμένου, η ελληνική δημοσιότητα διακατέχεται από μια σταθερή «τουρκοφαγία», με το περιεχόμενό της να μετασχηματίζεται ανάλογα με την εκάστοτε πολιτική κατάσταση και την κάθε φορά κυρίαρχη κατασκευή του ιδανικού πολίτη-υπηκόου.

Το 1997, ο Παναγιώτης Κονδύλης, διάσημος στοχαστής, αλλά αποκλεισμένος από το ελληνικό πανεπιστήμιο, ετοίμαζε την ελληνική έκδοση του μνημειώδους έργου του Θεωρία του πολέμου. Γραμμένο πρωτότυπα στα γερμανικά, το έργο αποτελεί μια συνθετική, κατά τον τρόπο του Κονδύλη, ανασκόπηση των βασικότερων νεωτερικών προσεγγίσεων του φαινομένου, αρχής γενομένης από τον μεγάλο θεωρητικό Καρλ φον Κλαούζεβιτς και φτάνοντας ως το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Όπως συνήθιζε ο Κονδύλης, η ελληνική έκδοση θα περιλάμβανε ένα μπόνους: ένα επίμετρο ειδικά για την ελληνική έκδοση με αντικείμενο έναν ενδεχόμενο ελληνοτουρκικό πόλεμο. Σε αυτό το επίμετρο, ο Κονδύλης, με βάση όσα είχε εκθέσει στο βιβλίο, κατέληγε στο συμπέρασμα ότι από καθαρά θεωρητική έποψη σε ενδεχόμενη ελληνοτουρκική σύρραξη η Ελλάδα θα είχε ελπίδες να κερδίσει μόνο αν ξεκινούσε πρώτη την επίθεση.

Ο επίλογος προδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Το Βήμα, όπου ο Κονδύλης επιφυλλιδογραφούσε. Το αποτέλεσμα αυτής της προδημοσίευσης ήταν η οργισμένη απάντηση ενός άλλου επιφυλλιδογράφου της εφημερίδας, του Ριχάρδου Σωμερίτη. Ο Σωμερίτης, εκπροσωπώντας μια παράδοση φιλελεύθερης μετριοπάθειας, σοκαρίστηκε από την πολεμοχαρία, την οποία εντόπισε στο έργο του θεωρητικού. Εξ ου και αισθάνθηκε την ανάγκη να τον επαναφέρει στην τάξη. Ακολούθησε μια ανταλλαγή επιφυλλίδων σε οξυμένο ύφος –βούτυρο στο ψωμί του πολεμοχαρούς Κονδύλη– η οποία, πέρα από τις ένθεν κακείθεν δημοσιολογικές ύβρεις

–δείγμα ειλικρίνειας, όπως αφοριστικά ήθελε τις θεωρητικές διαμάχες ο Κονδύλης–, ανέδειξε και ένα μείζον διακύβευμα: αυτό του δημόσιου λόγου περί των Ελληνοτουρκικών.1

Διότι μπορεί, κατά γενική ομολογία, ο Παναγιώτης Κονδύλης να κατατρόπωσε τον Ριχάρδο Σωμερίτη, η βασική αιχμή ωστόσο του δεύτερου παρέμεινε για να φωτίζει μια διαχρονική τροπή της ελληνικής δημοσιότητας• ένα «Πάμε πόλεμο» που αναδύεται κάθε φορά που οι σχέσεις των δύο χωρών βρίσκονται σε οριακό σημείο και το οποίο χρησιμοποιείται σε ένα ρητορικό πλαίσιο που σκοπό έχει την παραγωγή μιας συναίνεσης που επικαθορίζεται από ανορθολογικά εθνικιστικά κριτήρια. Η δε αδυναμία, εμφανής στην περίπτωση Σωμερίτη, του φιλελεύθερου, καταστατικά «μη εθνικιστικού» χώρου, να διαγνώσει με τρόπο πειστικό αυτή την παραγωγή λόγου καθιστά ακόμα πιο ηγεμονική αυτή την τάση. Αξίζει, λοιπόν, να δούμε με συγκεκριμένα παραδείγματα τους τρόπους που αυτή μορφοποιείται και τη δύναμη που διατηρεί ακόμα και σήμερα.

 

«Βυθίσατε το Χόρα!»

Δεκαετία του 1970. Τα Ελληνοτουρκικά βρίσκονται σε ένταση όχι μόνο εξαιτίας της πρόσφατης τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, αλλά με αφορμή τις έρευνες στην περιοχή του Αιγαίου για πετρέλαιο. Με πρόσχημα αυτές τις έρευνες τίθενται στο τραπέζι και τα των συνόρων. Το 1975, το ερευνητικό σκάφος «Χόρα» βγαίνει στο Αιγαίο για έρευνα σχετική με υποθαλάσσια κοιτάσματα πετρελαίου, και μάλιστα στην αμφισβητούμενη ελληνική υφαλοκρηπίδα, την οποία και παραβίασε. Έναν χρόνο αργότερα, τον Ιούλιο του 1976, η Τουρκία τορπιλίζει τον ελληνοτουρκικό διάλογο και αναγγέλλει εκτεταμένα γυμνάσια στο Αιγαίο και έξοδο του «Χόρα» για σεισμικές έρευνες και σε ζώνες του Αιγαίου που ανήκουν στην υφαλοκρηπίδα των ελληνικών νησιών.

Ο τότε αρχηγός του ΠΑΣΟΚ Ανδρέας Παπανδρέου, που βρίσκεται σε περιοδεία στη Θράκη, σε συνεννόηση, κατά τη δική του εκδοχή, με τον τότε πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή, λέει το περιβόητο «Βυθίσατε το Χόρα». Δήλωση που έχει συζητηθεί συχνά έκτοτε αναφορικά με τη συναίνεση του έθνους μπροστά στον κίνδυνο.

Πέρα από αυτά, η δήλωση εγγράφει τον ορίζοντα προσδοκίας ενός μεγάλου αριθμού πολιτών στο πώς ένας ηγέτης μπορεί να φέρεται σε παρόμοιες περιστάσεις. Η στιβαρότητα της δήλωσης που, αδιαφορώντας για τον πολιτικό ανταγωνισμό, θέτει το εθνικό συμφέρον στο προσκήνιο, με απόλυτα ριζικό τρόπο, τοποθετεί ψηλά τον πήχη για κάθε επόμενο ανάλογο διάβημα. Σύμβολο της πολιτικής διορατικότητας του Ανδρέα Παπανδρέου, το αίτημα για βύθιση του αντίπαλου σκάφους διαρράφει το πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης με όριο αναφοράς το εθνικό. Με αυτή την έννοια, αν ο μετέπειτα πρωθυπουργός επέδειξε εδώ πολιτική διορατικότητα, αναφορικά με τον χειρισμό του πλήθους, ταυτόχρονα νομιμοποίησε και την αρχή ενός δημοκοπικού εθνικισμού των λόγων, κατάλληλου για χρήση στο κεντρικό πολιτικό παιχνίδι. Μια δεκαετία αργότερα, πρωθυπουργός πια, θα αντιμετωπίσει με επίδειξη αποφασιστικότητας την έξοδο του «Σισμίκ» στο Αιγαίο, τον Μάρτιο του 1987, εκμεταλλευόμενος και τις καλές σχέσεις με την ΕΣΣΔ, για να σπεύσει ο ίδιος να δοκιμάσει τη δική του εκδοχή «ελληνοτουρκικής φιλίας» έναν χρόνο μετά στη συνάντησή του με τον Τουργκούτ Οζάλ στο Νταβός της Ελβετίας.

 

Ίμια

Κομβική διαλεκτική στιγμή στην ιστορία της «τουρκοφαγίας» αποτέλεσε η κρίση των Ιμίων. Η κρίση που ξεκίνησε τον Δεκέμβρη του 1995, με τουρκικό πλοίο να προσαράζει στην περιοχή και την τουρκική κυβέρνηση να εγείρει μια πιο έντονη ρητορική αμφισβήτησης της κυριότητας των νησιών, κορυφώθηκε τον Ιανουάριο του 1996. Τα ανεβοκατεβάσματα των σημαιών των δύο χωρών, από τον δήμαρχο της Καλύμνου αρχικά και δημοσιογράφους της Χουριέτ μετά, προετοίμασαν την «άνοδο της διαμάχης στα άκρα» . Στις 31 Ιανουαρίου τούρκοι βατραχάνθρωποι αποβιβάστηκαν στη μία βραχονησίδα. Ως γνωστόν, το ελληνικό ελικόπτερο που πήγε στην περιοχή για να κατοπτεύσει την κατάσταση δεν γύρισε ποτέ. Τα τρία μέλη του πληρώματος ανασύρθηκαν νεκρά. Με παρέμβαση του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ η κρίση αποσοβήθηκε και το επεισόδιο έληξε.

Ωστόσο, το αποτύπωμα του συμβάντος έμεινε ενεργό, αποτελώντας τον πυρήνα όπου κτίστηκε μια νέα «τουρκοφαγική» ρητορική. Δεν είναι μόνο η ύπαρξη των τριών νεκρών που κίνησε αυτήν τη ρητορική. Πέρα από το γεγονός φυσικά ότι η επίσημη εκδοχή της πτώσης λόγω κακοκαιρίας γέννησε μια σειρά συνωμοσιολογικών σεναρίων περί απόκρυψης της κατάρριψης από τους Τούρκους, την ευνόησαν και πολιτικοί λόγοι. Ο Κώστας Σημίτης, πρωθυπουργός την περίοδο της κρίσης, ήταν ο αντικαταστάτης του Ανδρέα Παπανδρέου, χωρίς

όμως ακόμη να έχει λάβει ψήφο εμπιστοσύνης. Αυτή η απουσία τυπικής νομιμοποίησης του πρωθυπουργού δημιούργησε ένα κατάλληλο απολιτικό υπόστρωμα για να κτιστούν αφηγήματα προδοσίας. Το «ευχαριστώ» προς τις ΗΠΑ από τον Κ. Σημίτη την επόμενη μέρα στη Βουλή ερμηνεύτηκε μαζικά ως τεράστια επίδειξη υποταγής στις ξένες δυνάμεις. Ο πρωθυπουργός που πήρε το δαχτυλίδι της διαδοχής υπόγεια, μέσα από τους κομματικούς βυζαντινισμούς, έσπευσε να ακούσει τους ξένους και να αφήσει χωρίς εκδίκηση το αίμα των πολεμιστών μας: το στόρι μιας πολεμοχαρούς, ρεβανσιστικής δεξιάς ρητορικής είναι έτοιμο.

Και είναι πολλοί αυτοί που θα σπεύσουν να χτίσουν το σχετικό ηγεμονικό αφήγημα: πρώτη και καλύτερη η Χρυσή Αυγή, που από την επόμενη χρονιά θα διοργανώνει πορείες στη μνήμη των νεκρών –τηρουμένων των αναλογιών, ένα αντι-Πολυτεχνείο της Ακροδεξιάς. Η επιδίωξη ενός «ακροδεξιού πανηγυριού», μια επίδειξη δύναμης στο κέντρο της Αθήνας, ήταν στις προθέσεις του νεοναζιστικού κόμματος από την αρχή, αλλά εσχάτως μαζικοποιήθηκε. Θα πρέπει δε να έχουμε υπόψη πως ελλείψει Τούρκων η βία των νεοναζί ξέσπαγε σε μετανάστες.

Οι νεκροί των Ιμίων «αξιοποιήθηκαν» προφανώς και από πιο μετριοπαθείς δεξιές και ακροδεξιές δυνάμεις. Υπό τη σκέπη ακόμα της Νέας Δημοκρατίας, πολιτικοί όπως ο Βύρων Πολύδωρας ή ο Γιώργος Καρατζαφέρης έχτισαν ένα αγωνιστικό προφίλ, όπου ανάμεσα στα άλλα η ταυτότητα του τούρκου εχθρού ήταν σε δεσπόζουσα θέση. Και η εθνικιστική Αριστερά όμως δεν ξέφυγε από τον σκόπελο. Αρκεί να θυμηθούμε τη Λιάνα Κανέλλη που σχεδίαζε μέχρι και τη διοργάνωση συναυλίας στα Ίμια – ήταν εξάλλου η εποχή που εξέδιδε το περιοδικό Νέμεσις, το οποίο συνδύαζε την κομμουνιστική στράτευση της εκδότριας με έναν πατριωτισμό στα όρια του εθνικισμού, ιδανικό συνωμοσιολογικό μείγμα.

Ο ρητορικός αντίκτυπος των Ιμίων φτάνει ως τις μέρες μας. Τον φετινό Γενάρη μετά από αντίστοιχη παραβίαση ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος δήλωσε μετά το συμβάν σε συνέντευξη στο πορτογαλικό κανάλι APTP: «Η σημερινή παραβίαση ήταν πάρα πολύ σοβαρή γιατί δεν παραβιάστηκαν μόνο τα ελληνικά σύνορα αλλά και τα σύνορα της Ευρώπης. Παραβιάστηκε η Συνθήκη της Λωζάννης». Η επίκληση του συναισθήματος των συνευρωπαίων απέναντι στον προαιώνιο εχθρό ανακαλεί μνήμες οθωμανικής επέκτασης.

 

Ότζαλάν

Λίγα χρόνια αργότερα, άλλο ένα περιστατικό ήρθε να προστεθεί στην κατασκευή ενός αντιτουρκισμού που συναρθρώνει ωστόσο και μια απόρριψη του υπαρκτού πια εκσυγχρονισμού. Πρόκειται για την περιβόητη υπόθεση Οτζαλάν. Ο ηγέτης των Κούρδων του PKK σε ένα παγκόσμιο τουρ αναζήτησης πολιτικού ασύλου βρέθηκε και στην Ελλάδα. Ανάστατη η ελληνική κυβέρνηση για ένα πρόβλημα που ήταν το τελευταίο που θα ήθελε να της συμβεί, μεθόδευσε με αποτελεσματικό τρόπο την –έστω και βίαιη– επίλυσή του. Κατευθυνόμενος προς τη Νότιο Αφρική με ελληνική υποστήριξη, ο Οτζαλάν σταμάτησε στην πρεσβεία στην Κένυα, από όπου και επί της ουσίας παραδόθηκε στην Τουρκία.

Οι δηλώσεις του Κώστα Σημίτη απέναντι σε μια ανάστατη δημοσιότητα έριξαν κι άλλο λάδι στην φωτιά: «Είμαστε κατά των ένοπλων ανταρσιών και των πράξεων τρομοκρατίας και βίας. Κάναμε το χρέος μας με τον καλύτερο τρόπο απέναντι στην Ελλάδα και τα συμφέροντά της, απέναντι στο κουρδικό ζήτημα και τον ίδιο τον Οτζαλάν».

Εδώ έχουμε αντιμέτωπα δύο στρατόπεδα αρκετά προβληματικά. Από τη μία, το εκσυγχρονιστικό πρόταγμα, οι θέσεις του οποίου για τη βία και την τρομοκρατία προοιωνίζονται αυτό που αργότερα αποκρυσταλλώθηκε ως Ακραίο Κέντρο: μια συμμορφωτική αντίληψη του πολιτικού που ενσωματώνει κάθε ιδεολογικό στοιχείο αντίστασης στην υπεράσπιση του υπάρχοντος.

Από την άλλη, μια φαύλη άρνηση αυτού του μοντέλου που συναρθρώνει στους κόλπους της τα πλέον αντιφατικά στοιχεία: στην ομάδα υποστήριξης του Οτζαλάν συμμετείχε π.χ. και ο Φαήλος Κρανιδιώτης, ενώ η αριστερή δημοσιότητα έσπευσε να τον υπερασπιστεί.

Η «τουρκοφαγία» σε αυτό το συγκείμενο, δηλαδή, απέκτησε και ένα αντιεκσυχρονιστικό πρόσημο. Την ίδια περίοδο η επέμβαση του ΝΑΤΟ στη Σερβία και η διαμάχη για τις ταυτότητες προστέθηκαν στο μείγμα. Το γεγονός ότι αυτό το μείγμα που αργότερα ονομάστηκε «εθνολαϊκιστικό» έτυχε ευρείας διάδοσης δεν είναι άσχετο και από το ότι αποτελούσε τον ιδανικό αντίπαλο για τον εκσυγχρονισμό, παρουσιαζόμενο ως το απόλυτο απέναντι και αντίθετο.

 

Έθνος εθνοφυλάκων

Αν όλες αυτές οι στιγμές της «τουρκοφαγίας» που έχουμε εκθέσει ως τώρα κλιμακώνουν μια όλο και πιο πυκνή ιδεολογικά αντιμετώπιση των Ελληνοτουρκικών, μέσα σε ένα όλο και πιο σύνθετο πλαίσιο απόδοσης πολιτικών ιδιοτήτων, σίγουρα η κορυφαία ως τώρα στιγμή της διαδικασίας είναι η τοποθέτηση του Πάνου Καμμένου στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας και μάλιστα με διπλή ιδιότητα αφού είναι και αρχηγός κόμματος που συγκυβερνά.

Ο Καμμένος με τη δημόσια παρουσία του αυτά τα δύο χρόνια κατορθώνει και ενοποιεί αίροντας (με την κλασική εγελιανή έννοια της υπέρβασης και διατήρησης ταυτόχρονα) όλα τα μοτίβα των προηγούμενων περιπτώσεων. Όταν, για παράδειγμα, πριν από λίγες μέρες δηλώνει «Αν θέλουν να έρθουν στα Ίμια, να δούμε. Θα φύγουν από εκεί;», για να πάρει μέρος με τη σειρά του στη διαμάχη Νταβούτογλου – Κοτζιά αναφορικά με τα επεισόδια στο Αιγαίο, ανακαλεί κάτι από την εθνοσωτήριο στάση του Ανδρέα Παπανδρέου. Μιλά κυρίως όχι ως υπουργός, αλλά ως σύμμαχος του πρωθυπουργού δίνοντας την επίρρωση της εθνικής ενότητας στους κυβερνητικούς χειρισμούς. Αυτή η «τουρκοφαγία» διαρράφει έτσι ακόμα πιο έντονα τις προηγούμενες  εκδηλώσεις  ενότητας: από το φιλί με τον Τσίπρα, την ημέρα της εκλογικής επιτυχίας του Σεπτέμβρη του 2015, υπόμνηση του φιλιού του Μπρέζνιεφ με τον Χόνεκερ, έως την υπόμνηση του Γοργοπόταμου στο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ. Η «τουρκοφαγία» επανεγγράφει αυτό το αφήγημα από δεξιά τώρα πλευρά.

Στην ίδια συνέντευξη, στον Γιώργο Αυτιά και στον ΣΚΑΪ, στις 26 Φλεβάρη, ο Πάνος Καμμένος θα συνεχίσει: «Η Ελλάδα δεν έχει πρωθυπουργό τον Σημίτη και υπουργό τον Πάγκαλο, που είχε τη θεωρία για τις σημαίες που τις παίρνει ο αέρας». Από τη στιγμή Παπανδρέου, στη στιγμή Ίμια. Η ενθύμηση του τραγικού γεγονότος επισημαίνεται για να διαφοροποιήσει αυτούς που τώρα κυβερνάνε και ξέρουν να υπερασπίζονται κάθε σπιθαμή του εδάφους, πραγματικού και συμβολικού – και ειδικά του δεύτερου, καθώς η σημαία αναδεικνύεται σε ιερό και απαραβίαστο τοτέμ. Τη στιγμή της δήλωσης ο υπουργός φορούσε το κουστούμι του, αλλά εύκολα θα μπορούσε κανείς να τον φανταστεί σε μια από τις άπειρες εμφανίσεις του με στρατιωτικές στολές• από καταδρομέα έως πιλότο και από δύτη έως στρατηγό. Σε αντίθεση με τους προηγούμενους προκατόχους του, ο νυν υπουργός δίνει στον αντίπαλο και οπτικό ερέθισμα της σκληρής πολιτικής του. Η διάζευξη μιας πολιτικής διαχείρισης με μια πολιτική περιεχομένου και αξιών αναδεικνύεται εδώ σε όλο της το μεγαλείο.

Η ιδεολογική λειτουργία της «τουρκοφαγίας» αποκαλύπτεται εδώ στην πρακτική που την υποβαστάζει. Αυτό που συνενώνει την αναφορά στην ενότητα του έθνους και την απέχθεια της διαχειριστικής πολιτικής είναι η στρατιωτικοποίηση. Μπορεί να φαίνεται εν πρώτοις γραφικό, αλλά ο βίος και η πολιτεία του Πάνου Καμμένου στο Υπουργείο συνηγορεί επ’ αυτού. Από τα πιο γκροτέσκα και αθώα, όπως η επαναφορά της τηλεοπτικής εκπομπής του Στρατού «Με αρετή και τόλμη», έως τα πραγματικά σοβαρά. Ποιος δεν θυμάται π.χ. τις διακηρύξεις του στους κατοίκους του Έβρου για ανασύσταση της ΜΟΜΑ, της περίφημης κατασκευαστικής εταιρείας του Στρατού; Και οπωσδήποτε δεν μπορεί να ξεχάσει κανείς, επίσης, τις μπίζνες με το ΤΑΙΠΕΔ του στρατού, την Υπηρεσία Αξιοποίησης της Ακίνητης Περιουσίας των Ενόπλων Δυνάμεων, μια υπηρεσία διαχείρισης ακινήτων με τρόπο που δίνει υπερεξουσίες στον υπουργό.2

Βλέπουμε έτσι ότι η «τουρκοφαγία» ως ιδεολογία συνέχει συγκεκριμένες πρακτικές που κυμαίνονται από γκροτέσκες στιγμές έως πολύ καλά υπολογισμένες οικονομικές κινήσεις. Για να είναι αποτελεσματική, ωστόσο, περιέχει αυτό το γκροτέσκο στον πυρήνα της: πρέπει να πιστέψει κανείς όντως. Το όραμα του Πάνου Καμμένου, όραμα που τελειοποιεί την κατασκευή του τουρκοφάγου έθνους, που από τα Ίμια και μετά είναι ένα έθνος εθνοφυλάκων. Ατόμων δηλαδή που προτάσσουν την εθνική τους ταυτότητα έναντι της πολιτικής. Έτσι, το αίτημα της διάδοσης της χρήσης των όπλων στον λαό, αίτημα κατεξοχήν νεωτερικό, μετατρέπεται σε αίτημα διαίρεσης: ο σωστός πολίτης είναι ο εθνικά σωστός – και τι πιο εύκολο να τον ορίσεις απέναντι σε έναν τόσο προφανή εχθρό όσο ο Τούρκος.

 

___
1. Όλα τα κείμενα της διαμάχης βρίσκονται πλέον συγκεντρωμένα εδώ: http://bit.ly/2mpjhMi
2. Βλ. Γιάννης-Ορέστης Παπαδημητρίου, «Τα επενδυτικά γαλόνια του στρατιωτικού ΤΑΙΠΕΔ», UNFOLLOW 60, Δεκέμβριος 2016, http://bit.ly/2nkVQ5P

About Χρήστος Νάτσης (8 Articles)
Ο Χρήστος Νάτσης είναι υποψήφιος διδάκτορας στο τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Από τον Οκτώβριο 2015 είναι Υπεύθυνος Πολιτιστικών του περιοδικού UNFOLLOW, όπου επίσης γράφει πολιτικά άρθρα.
Αρέσει σε %d bloggers: