Τουρκία και Συρία: Η εκδίκηση της ιστορίας

Από όλες τις τομές με τον κεμαλισμό που δοκίμασε ο Ταγίπ Ερντογάν, η παράκαμψη της γραμμής της μη ανάμειξης στο Μεσανατολικό μπορεί και να αποβεί η πιο οδυνηρή. Η εμπλοκή της Τουρκίας στη συριακή κρίση αποδεικνύεται περιπέτεια από την οποία μόνο κόστος εισπράττει

Στις 11 Μαΐου  2013, στο Ρεϊχανλί, μια πόλη 64.000  κατοίκων στην τουρκική επαρχία Χατάι, που απέχει 5 χιλιόμετρα από τα σύνορα με τη Συρία, δύο εκρήξεις παγιδευμένων οχημάτων έσπειραν τον πανικό αφήνοντας πίσω τους 51 νεκρούς  και τουλάχιστον 140 τραυματίες. Ακολούθησαν ταραχές, με την αστυνομία να πυροβολεί  στον αέρα για να διαλύσει τα πλήθη τούρκων κατοίκων και σύρων προσφύγων  που συγκρούονταν. Επιβλήθηκε απαγόρευση μετάδοσης σχετικών ειδήσεων στα μέσα ενημέρωσης, απολύθηκαν πράκτορες των μυστικών υπηρεσιών με την κατηγορία ότι αμέλησαν να προωθήσουν εγκαίρως στην αστυνομία στοιχεία που διέθεταν για τους επίδοξους δράστες των επιθέσεων, ενώ διατυπώθηκαν οι πιο διαφορετικές θεωρίες σχετικά με τους δράστες του μακελειού – η πιο προσφιλής στην κυβερνητική εκδοχή αφορούσε μια παλιά τουρκική αριστερίστικη οργάνωση που φερόταν να έχει περάσει υπό τον έλεγχο της Ασφάλειας του Άσαντ.

Η επίθεση στο Ρεϊχανλί αποτέλεσε τη συμβολική στιγμή κατά την οποία η τουρκική κοινή γνώμη συνειδητοποίησε ότι η χώρα αποτελούσε ήδη τμήμα της συριακής αιματοχυσίας. Η συνέχεια θα αποδεικνυόταν ακόμη πιο θεαματική.

Πρόκειται για ενός είδους εκδίκηση της Ιστορίας, αφού η Συρία, την οποία οι ιθύνοντες της Άγκυρας ονειρεύονταν να μετατρέψουν σε οιονεί προτεκτοράτο, αποδείχθηκε η μοιραία χώρα για τη σταθερότητα– ενδεχομένως μελλοντικά και για την εδαφική ακεραιότητα της ίδιας της Τουρκίας.

Ή ίσως πρόκειται για την «κατάρα» του Κεμάλ Ατατούρκ, αφού, αν προειδοποιούσε για κάτι ο ιδρυτής της Τουρκικής Δημοκρατίας, αυτό ήταν η ανάγκη να κρατηθεί η χώρα έξω και πέρα από τις χαοτικές αντιπαραθέσεις της Μέσης Ανατολής και τις απρόβλεπτες προεκτάσεις τους. Η εξάντληση στις ημέρες μας της πολιτικής κληρονομιάς του κεμαλισμού επισφραγίστηκε ακριβώς στο σημείο αυτό.

Η συριακή κρίση υπήρξε το πεδίο στο οποίο δοκιμάστηκε η «επιστροφή» της Τουρκίας στη γειτονιά της, με μια πολιτική ριψοκίνδυνη και ιδεολογικά φορτισμένη. Όμως, έξι χρόνια μετά την έναρξη της αιματοχυσίας στη Συρία, η ετυμηγορία μπορεί να εκδοθεί χωρίς ταλαντεύσεις: αντί για την προβολή της τουρκικής ισχύος στις αραβικές αλλοτινές επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η συριακή περιπέτεια του Ταγίπ Ερντογάν απλώς αποσταθεροποίησε την ίδια την Τουρκία. Αντί για την «αλλαγή καθεστώτος» στη Δαμασκό και την εγκατάσταση μιας φιλικής κυβέρνησης μαριονετών, η Άγκυρα έρχεται αντιμέτωπη με την εμφάνιση μιας δεύτερης αυτονομημένης κουρδικής οντότητας στα νότια σύνορά της. Αντί για την εξαγωγή σε όλη την περιοχή του «τουρκικού μοντέλου», η χώρα του Ταγίπ Ερντογάν αγωνίζεται για περιορισμό των ζημιών, με μόνο εξωτερικό της στήριγμα την προσφάτως ανακαλυφθείσα –και πάντοτε επισφαλή– «φιλία» της Μόσχας. Οι παραδοσιακές συμμαχίες, αρχής γενομένης από αυτήν με τις ΗΠΑ, παραπατούν, οι ισορροπίες μεταξύ των υποσυνόλων της τουρκικής κοινωνίας ανατρέπονται, το εθνικό νόμισμα καταρρέει.

Η συριακή κρίση καταπίνει την Τουρκία –όπως θα είχε προβλέψει ο Ατατούρκ– και σενάρια εξόδου από την κινούμενη άμμο δεν προβάλλουν στον ορίζοντα.

 

Όι διακυμάνσεις των συριοτουρκικών σχέσεων

Η ιστορία των συροτουρκικών σχέσεων γνώρισε πολλές απότομες ανατροπές τα τελευταία χρόνια. Μέχρι τη δεκαετία του ’90 οι σχέσεις ήταν ψυχρές, όπως άρμοζε ανάμεσα σε μία χώρα του ΝΑΤΟ και ένα φιλικό προς τους Σοβιετικούς εθνικιστικό καθεστώς. Επιπλέον, τη μνήμη δηλητηρίαζε το παρελθόν της οθωμανικής κυριαρχίας και προπάντων ο ακρωτηριασμός της Συρίας από το σαντζάκι της Αλεξανδρέτας (σημερινό Χατάι), το οποίο παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου αποδόθηκε από τους γάλλους αποικιοκράτες στην Τουρκία, με εθνοκάθαρση των αλαουιτών και αρμενίων κατοίκων του. Μεγαλύτερο αγκάθι, όμως, αποτελούσε η στήριξη της συριακής κυβέρνησης προς το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν του Αμπντουλάχ Οτζαλάν. Χρειάστηκε η τουρκική πλευρά να απειλήσει με πόλεμο τη Συρία το 1998, προκειμένου ο Οτζαλάν να εκδιωχθεί από τη Δαμασκό – και να συλληφθεί, μετά από περιπετειώδη περιπλάνηση, λίγους μήνες αργότερα, έξω από την ελληνική πρεσβεία στο Ναϊρόμπι.

Ο παραμερισμός του «κουρδικού εμποδίου», η διαδοχή του Χάφεζ αλ-Άσαντ από τον εκσυγχρονιστή υιό του, Μπασάρ, καθώς και η πλήρης αναμόρφωση του τουρκικού πολιτικού σκηνικού στις εκλογές του 2002, με την ανάδειξη των «ισλαμο-δημοκρατών» στην εξουσία, έθεσαν τις βάσεις για τη διαμόρφωση μιας θερμής και όλο και πιο φιλόδοξης σχέσης μεταξύ Τουρκίας και Συρίας κατά την πρώτη δεκαετία του αιώνα.

Συνεχίζοντας μία προσπάθεια την οποία πρώτος –και σε αυτόν τον τομέα– είχε εγκαινιάσει δοκιμαστικά ο Τουργκούτ Οζάλ, η κυβέρνηση Ερντογάν υπέγραψε συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών με τη Συρία το 2004, ανέλαβε ρόλο μεσολαβητή κοινής εμπιστοσύνης στις συροϊσραηλινές συνομιλίες το 2008, ενώ το 2009 διεξήγαγε κοινές ασκήσεις των τουρκικών και των συριακών Ενόπλων Δυνάμεων. Ήταν μία εποχή κατά την οποία οι δύο χώρες προέβαλλαν τις αδελφικές τους σχέσεις, τα Υπουργικά τους Συμβούλια πραγματοποιούσαν κοινές συνεδριάσεις και τα ζεύγη Άσαντ και Ερντογάν μοιράζονταν οικογενειακές διακοπές.

Η ειρωνεία της Ιστορίας θέλει αυτού του είδους την ανάπτυξη των συροτουρκικών σχέσεων να αποτελεί έναν από τους παράγοντες που οδήγησαν στην έκρηξη του 2011, καθώς η κατάκτηση όλο και μεγαλύτερου μεριδίου της συριακής αγοράς από τουρκικές επιχειρήσεις συντέλεσε στην επιδείνωση του οικονομικού κλίματος και τη συσσώρευση της κοινωνικής δυσαρέσκειας.

Σε κάθε περίπτωση, οι σχέσεις Άγκυρας και Δαμασκού δεν άργησαν να γνωρίσουν μια θεαματική αντιστροφή. Από την έναρξη των διαδηλώσεων στη Συρία τον Μάρτιο του 2011 μέχρι το καλοκαίρι του ίδιου έτους, οπότε και οριστικοποιήθηκε η στρατιωτικοποίηση της σύγκρουσης, ο Άσαντ είχε μετατραπεί για τον Ερντογάν και τους συν αυτώ από «αδελφό» σε απονομιμοποιημένο «τύραννο». Ο ηγέτης της Τουρκίας δεν έκρυβε την «απογοήτευσή» του για το γεγονός ότι ο σύρος πρόεδρος αγνόησε τις συστάσεις του και ακολούθησε τον κατασταλτικό δρόμο. Παρότι κάτι τέτοιο ενδεχομένως έθιγε την προώθηση των συμφερόντων της, η Άγκυρα δεν μπορούσε παρά να ακολουθήσει μια «πολιτική αρχών».

Στην πραγματικότητα, το σχέδιο της δορυφοροποίησης της Συρίας στην Τουρκία απλώς περνούσε από τα οικονομικά στα παραστρατιωτικά μέσα. Η Τουρκία έγινε ο χώρος τροφοδοσίας και αναδίπλωσης του «Ελεύθερου Συριακού Στρατού» και η Κωνσταντινούπολη η έδρα του «Συριακού Εθνικού Συμβουλίου» (αποκλειστικού συνομιλητή της Δύσης), αφότου η θεωρία της «απονομιμοποίησης» της συριακής κυβέρνησης οδήγησε στη διακοπή των διπλωματικών σχέσεων με τη Δαμασκό. Ακόμη και όταν η επικράτηση αρχικά του Μετώπου αλ-Νούσρα (συριακού κλάδου της αλ-Κάιντα) και κατόπιν του «Ισλαμικού Κράτους» περιθωριοποίησε πλήρως τον «Ελεύθερο Συριακό Στρατό», η αφοσίωση της Τουρκίας στην υπόθεση της «αλλαγής καθεστώτος» στη Συρία δεν υποχώρησε. Αντιθέτως, ήταν χιλιάδες οι στρατολογημένοι από όλο τον κόσμο (συμπεριλαμβανομένων και Τούρκων) οι οποίοι μέσω της τουρκικής επικράτειας εισήλθαν στη Συρία για να ενταχθούν στις τάξεις των τζιχαντιστών. Η δε λεηλασία της Συρίας εντατικοποιήθηκε, με τον μηχανολογικό εξοπλισμό των εργοστασίων του Χαλεπίου, άλλοτε οικονομικής πρωτεύουσας της χώρας, να καταλήγει σε τουρκικά χέρια και την Αντάκια να μετατρέπεται σε διεθνή κόμβο παράνομου εμπορίου συριακών αρχαιοτήτων. Όσο για τις διακριτικές πετρελαϊκές μπίζνες της Τουρκίας με τους τζιχαντιστές, το Γενικό Επιτελείο της Μόσχας ήταν σε θέση, τη στιγμή της καταβύθισης των ρωσοτουρκικών σχέσεων, να διοργανώσει πολύ ενδιαφέρουσες σχετικές παρουσιάσεις με δορυφορική εικονογράφηση.

 

Η Τουρκία αυτοτραυματίζεται

Ωστόσο, το παιχνίδι της Άγκυρας κατέληξε στον αυτοτραυματισμό της.

Το καθεστώς του Άσαντ αποδείχθηκε ανθεκτικότερο των σεναρίων της Αραβικής Άνοιξης, με αποτέλεσμα και οι θιασώτες της «αλλαγής καθεστώτος» στη Δαμασκό να μένουν εγκλωβισμένοι σε ένα εγχείρημα ασαφούς ορίζοντα. Ακόμη χειρότερα: η ίδια η συνοχή της τουρκικής κοινωνίας δοκιμάστηκε. Ήδη στις διαδηλώσεις του Γκεζί τον Ιούνιο του 2013, λίγο μετά την επίθεση στο Ρεϊχανλί, το κοσμικό και αλεβιτικό στοιχείο της χώρας εκδήλωνε την ανησυχία του για τα στοιχεία θρησκευτικού σεχταρισμού που χρωμάτιζαν όλο και περισσότερο, λόγω της συριακής περιπέτειας, τόσο την εσωτερική όσο και την εξωτερική πολιτική.

Μέχρι να τελειώσει η ίδια χρόνια, το ρήγμα είχε μεταφερθεί και στους κόλπους του πολιτικού Ισλάμ, καθώς το δίκτυο του εγκατεστημένου στις ΗΠΑ ιεροκήρυκα Φετουλάχ Γκιουλέν επισημοποιούσε –λόγω κυρίως των επιφυλάξεών του στην ακολουθούμενη συριακή πολιτική– το διαζύγιό του με την ηγεσία του κυβερνώντος κόμματος, δημοσιοποιώντας μέσω των ανθρώπων του στην καρδιά του κράτους ενοχοποιητικά στοιχεία αφενός μεν για τη διαφθορά των υπουργών, αλλά και της οικογένειας του Ερντογάν, αφετέρου δε για την αποστολή πολεμικού υλικού από τις τουρκικές μυστικές υπηρεσίες στους αντάρτες της Συρίας.

Επιπλέον, η αξιοποίηση κακόφημων συνεργών, όπως οι ένοπλοι ισλαμιστές, έφερε την Τουρκία αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο της «πακιστανοποίησης» – όπως ακριβώς η υπόθαλψη των ταλιμπάν από τις πακιστανικές υπηρεσίες, προκειμένου να ελεγχθούν οι εξελίξεις στο γειτονικό Αφγανιστάν, μετατράπηκε σε μπούμερανγκ.

Μάλιστα, η αντίδραση των τούρκων ιθυνόντων και των οπαδών τους παρέμεινε χαρακτηριστικά χαλαρή και αφότου τρομοκρατικές επιθέσεις τζιχαντιστικής φυσιογνωμίας άρχισαν να εκδηλώνοται και επί τουρκικού εδάφους – με στόχο, όμως, το κουρδικό στοιχείο και την Αριστερά, όπως συνέβη στην προεκλογική συγκέντρωση του φιλοκουρδικού κόμματος HDP στο Ντιγιάρμπακιρ τον Ιούνιο 2015 (4 νεκροί), στη συγκέντρωση αλληλεγγύης προς το μαχόμενο Κομπάνι στη γειτονική πόλη Σουρούτς τον Ιούλιο 2015 (33 νεκροί), στο συλλαλητήριο συνδικάτων και αριστερών οργανώσεων στον σιδηροδρομικό σταθμό της Άγκυρας ενάντια στη στρατιωτική αντιμετώπιση του κουρδικού ζητήματος (102 νεκροί). Είναι χαρακτηριστικό ότι ήδη από το περιστατικό στο Ντιγιάρμπακιρ οι αστυνομικές αρχές παρεμπόδιζαν την πρόσβαση ασθενοφόρων και ψέκαζαν με χημικά τα θύματα της επίθεσης, ενώ σε αγώνα της εθνικής ποδοσφαίρου της Τουρκίας στο Ικόνιο η εξέδρα αρνήθηκε να τιμήσει με ενός λεπτού σιγή τους νεκρούς της επίθεσης στην Άγκυρα, της αιματηρότερης της Τουρκικής Ιστορίας. Άλλωστε, η επίθεση στο Σουρούτς είχε ήδη αξιοποιηθεί για την αναζωπύρωση της ένοπλης αντιπαράθεσης με το ΡΚΚ• με ένα μικρό άλμα από τον τζιχαντισμό στον ένοπλο κουρδικό αυτονομισμό, η αδιαφοροποίητη επίκληση της «τρομοκρατίας» χρησίμευσε ώστε ανάμεσα στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις του 2015 η πολιτική ατζέντα της Τουρκίας να αλλάξει, οι ψηφοφόροι να τρομοκρατηθούν και το HDP να συμπιεστεί.

 

Η αναζωπύρωση του Κουρδικού

Ό,τι ξεκίνησε πριν από έξι χρόνια ως εγχείρημα «αλλαγής καθεστώτος» στη Δαμασκό έχει φτάσει σήμερα να αποτελεί πρωτίστως την αναζωπύρωση του κουρδικού ζητήματος υπό νέες παραμέτρους. Όταν ο Ερντογάν δικαιολογούσε τον ζήλο του λέγοντας πως είναι εντέλει εσωτερική υπόθεση της Τουρκίας ό,τι συμβαίνει σε μια χώρα με την οποία μοιράζεται σύνορα 900 χιλιομέτρων, δεν θα μπορούσε ίσως να φανταστεί με ποιον τρόπο θα επαληθευόταν.

Αναδιπλώνοντας τον στρατό του στις περιοχές όπου κυρίως κρινόταν η εξουσία του και παραδίδοντας τον έλεγχο των κουρδικών επαρχιών στο PYD (συριακό παρακλάδι  του ΡΚΚ), ο Άσαντ ναρκοθέτησε πολύ αποτελεσματικά τη συριακή πολιτική της Άγκυρας. Πόσο μάλλον που τα τρία αυτονομημένα «καντόνια» της Ροτζάβα μπόρεσαν να οικοδομήσουν και ανθεκτικούς αντιπροσωπευτικούς θεσμούς και αξιόπιστη δύναμη μάχης. Η ηρωική αντίσταση του πολιορκούμενου Κομπάνι το 2014 (την ώρα που ο Ερντογάν προεξοφλούσε δημοσίως την πτώση του στα χέρια των τζιχαντιστών), η εδαφική συνένωσή του με το έτερο καντόνι της Τζαζίρα, μετά την κατάληψη της πόλης Τελ Αμπιάντ το 2015, η ανακήρυξη τον Μάρτιο του 2016 ομόσπονδης οντότητας της βόρειας Συρίας, και η κατάληψη τον Αύγουστο 2016 της πόλης Μάνμπιτζ (δυτικά του Ευφράτη, ο οποίος είχε οριστεί δημοσίως από την Άγκυρα ως «κόκκινη γραμμή») αποτελούν διαδοχικά στάδια ολοκλήρωσης ενός μεγάλου τουρκικού εφιάλτη: της δημιουργίας και δεύτερης, μετά από αυτή στο βόρειο Ιράκ, και μάλιστα ελεγχόμενης από πολύ λιγότερο φιλικές πολιτικές δυνάμεις, αυτόνομης κουρδικής οντότητας στα νότια σύνορα της Τουρκίας, με πιθανή έξοδο και στη Μεσόγειο.

Είναι αυτό το πλαίσιο που προσδιορίζει πλέον καθοριστικά την πολιτική Ερντογάν στην περιοχή, εξωθώντας σε συχνές και απότομες τακτικές στροφές, και εξηγεί την πρόσφατη εμμονή του με την περίοδο κατάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, καθώς, σύμφωνα με τοποθέτησή του τον Οκτώβριο στο Υπουργικό Συμβούλιο, βρισκόμαστε σε περίοδο ανακατατάξεων από τις οποίες η Τουρκία είτε θα επιδιώξει να βγει μεγαλύτερη είτε θα βγει εδαφικά μικρότερη.

Η προσπάθεια του Ερντογάν στρέφεται την τελευταία διετία κυρίως στη διεκδίκηση πολιτικού χώρου, με την αξιοποίηση των ΗΠΑ εις βάρος της Ρωσίας και αντιστρόφως. Είναι αυτό το στοιχείο που, από την κατάρριψη του ρωσικού μαχητικού αεροσκάφους Suhoi τον Νοέμβριο 2015 (ως σπασμωδική υπεράσπιση του σεναρίου της αλλαγής καθεστώτος στη Δαμασκό), έφερε τον Ερντογάν και τον Πούτιν να δοκιμάζουν την επαναπροσέγγισή τους τις παραμονές του αποτυχημένου τουρκικού πραξικοπήματος του Ιουλίου, και, πολύ περισσότερο, μετά από αυτό, οπότε πολλαπλασιάστηκαν και οι θόρυβοι περί πιθανής αποχώρησης της Τουρκίας από το ΝΑΤΟ. Και είναι το ίδιο στοιχείο που εμφανίζει την Άγκυρα πανέτοιμη να «αδειάσει» τη Ρωσία, αρκεί και μόνο να βρει την πρέπουσα κατανόηση στη Ουάσινγκτον.

Από τον Αύγουστο μάλιστα η Τουρκία διεξάγει επί συριακού εδάφους την Επιχείρηση «Ασπίδα του Ευφράτη», προκειμένου να υποστηρίξει τη διεκδίκηση ρόλου στη διαμόρφωση του μέλλοντος της Συρίας – και τον αντίστοιχο αποκλεισμό  του PYD. Ωστόσο, η πολύμηνη και επίπονη πολιορκία της πόλης αλ-Μπαμπ δεν λειτούργησε ως… διαφήμιση των δυνατοτήτων του στρατού της Τουρκίας, ενώ και πολιτικά πληθαίνουν οι ενδείξεις ότι η Ουάσινγκτον του Ντόναλντ Τραμπ προτιμά να στηριχθεί στις κουρδικές και όχι στις τουρκικές δυνάμεις.

Εν μέσω αλλεπάλληλων επισκέψεων και συναντήσεων όλων των ενδιαφερομένων (που κλιμακώθηκαν με την πρόσφατη κοινή συνεδρίαση των αρχηγών των Γενικών Επιτελείων της Τουρκίας, της Ρωσίας και των ΗΠΑ στην Αττάλεια), το γεγονός που ξεχωρίζει είναι ότι με ταυτόχρονη αμερικανική και ρωσική παρέμβαση επί του εδάφους η Μάνμπιτζ θωρακίστηκε απέναντι σε επαπειλούμενη τουρκική προέλαση και η Άγκυρα πήρε το μήνυμα ότι δεν της αντιστοιχεί ρόλος στην «επόμενη μέρα». Τα περιθώρια ελιγμών μηδενίζονται για τον Ερντογάν όταν οι «μεγάλοι» βρίσκουν γλώσσα απευθείας επικοινωνίας…

 

 

About REPORT (39 Articles)
Μηνιαίο περιοδικό έρευνας
Αρέσει σε %d bloggers: