Τουρκία: Ο διαρκής πειρασμός του βοναπαρτισμού

Σε μια εποχή που ο Ερντογάν διεκδικεί να μείνει στην Ιστορία ως ο πολιτικός που θα πραγματοποιήσει μια ιστορική τομή ανάλογη με αυτήν του Κεμάλ Ατατούρκ, αξίζει να δούμε τους δρόμους και τις συγκρούσεις μέσα από τις οποίες αναδύθηκε η σύγχρονη Τουρκία, αλλά και τη διαρκή επιστροφή αυταρχικών βοναπαρτιστικών τάσεων.

Παρότι εξαιρετικά κοντινή και ιδιαίτερα οικεία, η Τουρκία παραμένει πάντα σχετικά άγνωστη για την Ελλάδα ιδίως σε σχέση με το πώς διαμορφώθηκε ιστορικά. Άλλωστε, η μακρά ιστορία των ελληνοτουρκικών συγκρούσεων δεν είναι πάντα ο καλύτερος οδηγός για να μπορέσουμε να καταλάβουμε τις εσωτερικές δυναμικές της τουρκικής κοινωνίας και να εξηγήσουμε το σημερινό μεταίχμιό της.

Η νεότερη Τουρκία πηγάζει μέσα από τη διαδικασία κρίσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Και προκύπτει, παρά τη σημασία που έχει για τη συλλογική τουρκική μνήμη η ύστερη οθωμανική περίοδος, ως μια πραγματική ιστορική τομή. Άλλωστε, περισσότερο ακόμη και από τις ευρωπαϊκές αυτοκρατορίες, που διαλύθηκαν και αυτές οριστικά με το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν γέννημα μιας προκαπιταλιστικής ιστορίας που δύσκολα μπορούσε να αντέξει στη διπλή πίεση από την επέκταση των νέων καπιταλιστικών σχέσεων, αλλά και τη συνακόλουθη ανάπτυξη των εθνικών κινημάτων.

Ως ένα σύστημα που στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό στην αγροτική παραγωγή και την απόσπαση φόρων, η Οθωμανική Αυτοκρατορία μπορούσε να είναι και αποκεντρωμένη και να αφήνει μεγάλο περιθώριο οικονομικής δράσης στις διάφορες εθνότητες – κυρίως στους τομείς που είχαν σχέση με τον αναδυόμενο καπιταλισμό. Έτσι, επέτρεπε σε Έλληνες, Αρμένιους και άλλες μειονότητες να έχουν αναβαθμισμένο ρόλο στο εμπόριο, στη βιοτεχνία, στα εμπορεύσιμα και εξαγώγιμα αγροτικά προϊόντα, χωρίς αυτό να διασαλεύει τη συνολική ισορροπία. Εντός του πλαισίου της Αυτοκρατορίας μπορούσαν μάλιστα να διεκδικούν μαζί με τους Τούρκους και τις θεσμικές προόδους που έκαναν την Αυτοκρατορία να μοιάζει περισσότερο με ένα κράτος δικαίου το οποίο ανέπτυσσε την αγορά και την οικονομία. Το κίνημα των Νεότουρκων, καθοριστικό για την έκβαση της Τουρκικής Ιστορίας, γεννιέται ακριβώς σε αυτό το πνεύμα και εκφράζει αυτή τη δυναμική εκσυγχρονισμού. Το πρόγραμμα της «Επιτροπής Ενότητας και Προόδου» θα αποτελέσει τη βάση του μετέπειτα οραματισμού του ανεξάρτητου τουρκικού κράτους.

 

Η κρίση της Όθωμανικής Αυτοκρατορίας

Ωστόσο, η ενίσχυση των εθνικών κινημάτων σε όλο τον 19ο αλλά και τον 20ό αιώνα, με τους Βαλκανικούς Πολέμους, έθετε την ίδια την αυτοκρατορική μορφή υπό αίρεση. Η απώλεια μεγάλων τμημάτων της Αυτοκρατορίας στα Βαλκάνια, αλλά και η προοπτική απωλειών και στην Αραβική Χερσόνησο σήμανε μια αλλαγή πραγματικότητας. Η Τουρκία συμμετέχει με την πλευρά των Κεντρικών Αυτοκρατοριών στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, την πλευρά των ηττημένων. Ωστόσο, η αντίσταση στην Καλλίπολη, στην οποία παίζει κεντρικό ρόλο και ο ίδιος ο Κεμάλ Ατατούρκ, αποτελεί τη γενέθλια ίσως στιγμή του νεότερου τουρκικού αφηγήματος. Σε αυτήν τη συγκυρία είναι που αρχίζει και αλλάζει η στάση έναντι των μειονοτήτων. Η παράδοση του εμπορίου και κρίσιμων οικονομικών δραστηριοτήτων στους Έλληνες και τους Αρμένιους θεωρείται πλέον πρόβλημα. Μέσα σε ένα κλίμα εθνικών διεκδικήσεων και αναδυόμενου τουρκικού εθνικισμού, η στάση έναντι των μειονοτήτων αλλάζει με αποκορύφωμα τη Γενοκτονία των Αρμενίων. Ειδικά για τους ελληνικούς πληθυσμούς, η πίεση θα ξεκινήσει με τους Βαλκανικούς Πολέμους και θα συνεχιστεί μετά τη διεκδίκηση από την ελληνική πλευρά τμήματος της Μικράς Ασίας.

Το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου θα είναι καταλύτης. Γίνεται πλέον σαφές ότι ο αυτοκρατορικός θεσμός είναι παρωχημένος. Παρότι τα σχέδια των δυνάμεων της Αντάντ περιλάμβαναν τη διατήρηση της Ιεράς Πύλης για τη διακυβέρνηση μιας περιοχής που κατά βάση περιοριζόταν στην Ανατολία, η ανάπτυξη ενός αυτοτελούς κινήματος εθνικής αντίστασης απέναντι στις ελληνικές επιχειρήσεις της Μικράς Ασίας θα είναι καταλυτική. Ο Κεμάλ Ατατούρκ, που στέλνεται αρχικά στην Ανατολία ως ανώτατος αξιωματικός, αναδύεται ως ηγετική φυσιογνωμία. Με έδρα την Άγκυρα, σηματοδοτώντας και γεωγραφικά την τομή με το οθωμανικό παρελθόν, το ταυτισμένο με την Πόλη, και στο φόντο ενός διεθνούς συσχετισμού που τροποποιείτο καθώς οι δυτικές δυνάμεις αποκτούσαν συνείδηση ότι η ελληνική επιχείρηση ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία, θα οργανώσει την αντίσταση, πατώντας πάνω στην υπαρκτή υποστήριξη πληθυσμών που διεκδικούσαν την εθνική τους ανεξαρτησία έναντι εισβολέων και έτσι το 1922 θα έρθει η νίκη.

Η έξοδος των ελληνικών πληθυσμών είτε με την κατάρρευση του μετώπου είτε με την ανταλλαγή πληθυσμών διαμορφώνει μια νέα κοινωνική κατάσταση. Αν στην Ελλάδα η αντίστοιχη διαδικασία σήμαινε την επίλυση του αγροτικού ζητήματος (πιο σωστά την αποφυγή να υπάρξει «αγροτικό ζήτημα» σε μεγάλη κλίμακα) και την προσφορά φτηνού εργατικού δυναμικού για την εκβιομηχάνιση, στην Τουρκία η διαδικασία αυτή προσέφερε τη δυνατότητα να αποκτηθεί ο έλεγχος μεγάλου μέρους των εμπορεύσιμων αγροτικών προϊόντων και της βιοτεχνικής και βιομηχανικής παραγωγής.

 

Η διαμόρφωση του σύγχρονου τουρκικού κράτους

Η ίδια η διαδικασία της συγκρότησης του τουρκικού κράτους έβαζε πολύ έντονα το θέμα μιας συγκρότησης από τα πάνω και με έντονο τον ρόλο του κράτους. Αυτό πήρε δύο βασικές κατευθύνσεις. Η πρώτη αφορούσε την αποθωμανοποίηση του νέου κράτους. Η έμφαση σε μια ιδιαίτερα αυστηρή εκδοχή κοσμικού και ανεξίθρησκου κράτους, η διοικητική επιβολή, ακόμη και με τη χρήση δρακόντειων μέτρων, της δυτικής αμφίεσης, η υποχρεωτική εισαγωγή του δυτικού αλφάβητου, παρά την για αιώνες χρήση του αραβικού, είναι κινήσεις ενδεικτικές μιας επιμονής να διαμορφωθεί νέα ταυτότητα κράτους, νέα εθνική συνείδηση, να αναδυθεί η ταυτότητα του Τούρκου σε βάρος αυτής του Οθωμανού.

Η δεύτερη κατεύθυνση αφορούσε ακριβώς τον αναβαθμισμένο ρόλο του κράτους. Η διαμόρφωση μιας κρατικής γραφειοκρατίας που σε μεγάλο βαθμό ταυτιζόταν και με το κεμαλικό κόμμα, ιδίως από τη στιγμή που από ένα σημείο και μετά οι ανώτεροι κρατικοί λειτουργοί ήταν σχεδόν αυτόματα και στελέχη του κόμματος. Ο κρατικός μηχανισμός και το κεμαλικό κόμμα, το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (CHP), στη σύμφυσή τους θα αποτελέσουν το συνεκτικό στοιχείο του νέου κράτους. Θα προσπαθήσουν να ενισχύσουν την οικονομία αλλά και την αγροτική παραγωγή, πάντα όμως με μια νοοτροπία –που έκτοτε θα παραμείνει βαθιά ριζωμένη– αρθρωμένη γύρω από τον ηγετικό ρόλο του κράτους και του προσωπικού του. Εκείνη την περίοδο διαμορφώνεται στην ανώτερη κρατική διανόηση, τους «οργανικούς διανοούμενους» του κράτους θα λέγαμε, μια ιδιαίτερη ιδεολογική σύνθεση που κατεξοχήν απέδιδε στο κράτος ρόλο ως οργανωτή της κοινωνίας. Αυτή η τάση, που εντάσσεται σε μια ευρύτερη της δεκαετίας του 1930 για αναβάθμιση του ρόλου του κράτους, θα αφήσει μια κληρονομιά κρατισμού και αντίληψης της πολιτικής ως κάτι που οργανώνεται από τα πάνω, την οποία συναντάμε και αργότερα. Επιπλέον, η καταστολή των εξεγέρσεων των Κούρδων τις δεκαετίες του 1920 και του 1930 θα εξασφαλίζει και τη συνοχή γύρω από τη νέα τουρκική εθνική ταυτότητα. Η φιγούρα του Κεμάλ θα σηματοδοτεί ακριβώς την προσωποποίηση αυτού του αυταρχικού εκσυγχρονισμού «από τα πάνω», δημιουργώντας και μια αντίληψη ότι η μοίρα της χώρας προϋποθέτει ισχυρό ηγέτη και ισχυρό κράτος.

Στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Τουρκία θα κρατήσει ουδέτερη στάση, ενώ προς το τέλος του Πολέμου θα αναβαθμίσει και τις σχέσεις της με τους Συμμάχους. Θα εμπλακεί στους θεσμούς των συμφωνιών του Bretton Woods, αλλά και στον υπό διαμόρφωση ΟΗΕ. Μετά τον Πόλεμο και στο ξεκίνημα του Ψυχρού Πολέμου η όξυνση των σχέσεων με την ΕΣΣΔ, που θα προβάλει εδαφικές διεκδικήσεις, παρά τις αρχικά φιλικές σχέσεις τη δεκαετία του 1920, θα σπρώξουν την Τουρκία προς τη μεριά των ΗΠΑ, κίνηση που θα αποτυπωθεί και στην εισδοχή της στο ΝΑΤΟ.

Η σχέση της Τουρκίας με τις ΗΠΑ στον πολιτικό και στρατιωτικό τομέα θα είναι ιδιαίτερα στενή, Μεγάλο μέρος αυτού που θα αποκληθεί «βαθύ κράτος», δηλαδή τα αδιαφανή και στεγανοποιημένα δίκτυα όπου συναντιούνται στρατός, δυνάμεις καταστολής και μυστικές υπηρεσίες, σε μεγάλο βαθμό διαμορφώθηκαν πάνω στην υποδομή των δικτύων “stay behind” (Gladio) που είχαν οργανώσει οι αμερικανικές υπηρεσίες και το ΝΑΤΟ. Όμως, και οι οικονομικές σχέσεις θα είναι έντονες, με την Τουρκία να λαμβάνει βοήθεια και από το Σχέδιο Μάρσαλ και αργότερα.

Όπως συνέβη και σε άλλες χώρες που οι ΗΠΑ ενέταξαν στον «Δυτικό Κόσμο», οι σχέσεις αυτές αφορούσαν και το πολιτικό σύστημα, και τους θεσμούς, και τη χάραξη της οικονομικής πολιτικής. Αντί για την ιδιαίτερα κρατικιστική παράδοση που μέχρι τότε σφράγιζε την πορεία του τουρκικού κράτους, οι Αμερικανοί δίνουν έμφαση στην οικονομία της αγοράς και σε μια πιο παραδοσιακή κοινοβουλευτική αντίληψη, ενώ τονίζουν και τη θρησκευτική ελευθερία. Αυτό οδηγεί επομένως στην τομή των εκλογών με πολυκομματικό σύστημα, ενώ μέχρι τότε υπήρχε μια επίφαση εκλογών, αφού το σύστημα ήταν μονοκομματικό και οι υποψήφιοι είχαν ούτως ή άλλως προεπιλεγεί.

 

Η εμφάνιση του πολυκομματισμού

Στο νέο πολυκομματικό τοπίο πλέον το κεμαλικό προσωπικό καλείται να μετατραπεί σε πολιτικό κόμμα το οποίο θα ανταγωνίζεται άλλα ρεύματα, ενώ αναδεικνύεται και ένα ανταγωνιστικό ρεύμα με ιδιαίτερη απήχηση, αυτό του Δημοκρατικού Κόμματος. Το Δημοκρατικό Κόμμα συνδυάζει τη μεγαλύτερη έμφαση στην ελεύθερη οικονομία με εντονότερη αναφορά στη μουσουλμανική ταυτότητα –ας μην ξεχνάμε ότι παρά τον έντονα κοσμικό χαρακτήρα του τουρκικού κράτους, οι περισσότεροι πολίτες του παρέμειναν θρησκευόμενοι– αλλά και έντονα λαϊκιστικό χαρακτήρα, εφόσον εμφανιζόταν ως το κόμμα που αντιστρατευόταν τις κομματικές ελίτ. Η ίδια η διαδικασία των εκλογών, με τον ρόλο που έδινε στους τοπικούς πολιτευτές που λογοδοτούσαν στους ψηφοφόρους τους, έδινε και μια άλλη δυνατότητα εκπροσώπησης συμφερόντων και δημιουργούσε δυναμισμό υπέρ του νέου κόμματος. Οικονομικά είναι μια περίοδος στην οποία μπαίνουν οι βάσεις της μετέπειτα οικονομικής ανάπτυξης.

Ταυτόχρονα, αυτή η οικονομική ανάπτυξη απαιτούσε και πάλι το να ανακτηθεί ο έλεγχος κρίσιμων οικονομικών τομέων που ήταν στα χέρια μη τουρκικών μειονοτήτων. Η καθιέρωση, ήδη από τη δεκαετία του 1930, διαφορετικού ύψους φορολογίας για την περιουσία των Τούρκων και των μελών των μειονοτήτων, κυρίως των Ρωμιών, είχε αποτέλεσμα μαζικές πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων και έξοδο από κρίσιμους κλάδους.

Την ίδια στιγμή η εκκίνηση μιας περισσότερο διεκδικητικής στάσης σε ό,τι αφορά τα «εθνικά θέματα», σε αντίθεση με την κατευναστική πολιτική βαλκανικής συνεργασίας της δεκαετίας του 1930, με κεντρική αιχμή το Κυπριακό, διευκολύνει την επιθετικότητα απέναντι στην ελληνική μειονότητα, με συμβολική συμπύκνωση την ενορχηστρωμένη επίθεση στην ελληνική μειονότητα της Πόλης τον Σεπτέμβριο του 1955. Έτσι, πέραν όλων των άλλων, ολοκληρώνεται και μια διαδικασία περάσματος όλων των βασικών τομέων της οικονομίας σε τουρκικά χέρια.

 

Ό στρατός στο προσκήνιο

Το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1960 και η εκτέλεση Μεντερές σηματοδοτούν την πρώτη πράξη μιας ακολουθίας που θα δούμε να επαναλαμβάνεται. Παρότι δεν έχουμε πια την ενιαία έκφραση κράτους και κεμαλικού κόμματος, όπως ίσχυε πριν από την εισαγωγή του πολυκομματισμού, και παρότι είναι εμφανές ότι ευρύτερες κοινωνικές δυνάμεις δεν καλύπτονταν από αυτό το πλέγμα αλλά διεκδικούσαν κάτι κοντινό σε αυτό που εκπροσώπησε το Δημοκρατικό Κόμμα, ο στρατός θα αποτελέσει τη συνείδηση του κράτους και τον θεματοφύλακα της ιδρυτικής κεμαλικής κληρονομιάς και θα λειτουργήσει ως το πραγματικό κόμμα της τουρκικής αστικής τάξης μέσα σε συνθήκες οξείας πολιτικής κρίσης.

Αυτό θα επικυρωθεί και με τη διαμόρφωση ενός πανίσχυρου οργάνου, όπου τον πρώτο λόγο θα έχει ο στρατός, του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας, το οποίο διαμόρφωνε ένα παράλληλο κυβερνητικό κέντρο, καθώς πλάι στο Υπουργικό Συμβούλιο ήταν το πραγματικό κέντρο αποφάσεων, διαμορφώνοντας μια ιδιότυπη συνθήκη «επιτηρούμενης» δημοκρατίας.

Στην περίοδο αυτή κατοχυρώνονται και ορισμένα κοινωνικά δικαιώματα όπως και συνδικαλιστικές ελευθερίες. Το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα, με την αίγλη του Ινονού αρχικά ως ηγέτη, θα διεκδικήσει να είναι ταυτόχρονα και κληρονόμος του κεμαλισμού, αλλά και εκπρόσωπος μιας «αναπτυξιακής» στρατηγικής, με πυρήνα την υποκατάσταση εισαγωγών και τη βιομηχανική ανάπτυξη. Ταυτόχρονα, είναι μια περίοδος στην οποία θα συνεχιστούν οι κοινωνικές αντιθέσεις, σε μια Τουρκία που άλλαζε και στην οποία εμφανίζονταν νέα στοιχεία ριζοσπαστισμού.

Από τη μία, παρά την προηγούμενη καταστολή των κομμουνιστικών και αριστερών αναφορών, ιδίως στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1960 αναπτύσσεται η απήχηση αριστερών ιδεών. Το Εργατικό Κόμμα κατορθώνει να πάρει 3% και να εκλέξει 15 βουλευτές. Παράλληλα, η αριστερή συνομοσπονδία DΙSK αναπτύσσει σημαντική δράση, ενώ εμφανίζονται και ρεύματα που τείνουν περισσότερο προς την επαναστατική Αριστερά. H DEVGENÇ (Επαναστατική Νεολαία) θα αποτελέσει από το 1965 και μετά βασικό σημείο αναφοράς αλλά και μήτρα αρκετών ρευμάτων που παραμένουν ενεργά έως και σήμερα, ενώ ορισμένες οργανώσεις θα δοκιμάσουν και τον δρόμο της ένοπλης πάλης. Ριζοσπαστικοποιημένοι φοιτητές αλλά και προλεταριακά στρώματα στις λαϊκές γειτονιές των μεγάλων πόλεων και ιδίως της Πόλης θα τροφοδοτήσουν αυτό το ρεύμα.

Από την άλλη, στα τέλη της δεκαετίας του 1960 αναδεικνύεται και μια ιδιαίτερη βίαιη εκδοχή Ακροδεξιάς, υπό την ηγεσία του απόστρατου αξιωματικού Αλπαρσλάν Τουρκές με προϋπηρεσία στο NATO και την Gladio, που θεωρούσε ότι το κεμαλικό CHP απομακρυνόταν από τις αρχές του. Οι διαβόητοι «Γκρίζοι Λύκοι», με τη φασίζουσα ιδεολογία τους αλλά και τη στενή τους σχέση με το βαθύ κράτος, θα επιδοθούν στη μαζική τρομοκρατία ενάντια στους αριστερούς με ένα κύμα επιθέσεων και δολοφονιών.

Αυτή η κλιμάκωση των εσωτερικών αντιθέσεων οδήγησε σε ένα άλλο «διορθωτικό» πραξικόπημα του Στρατού το 1971, που απαίτησε να διαμορφωθεί κυβέρνηση η οποία θα επέβαλε την τάξη και θα προχωρούσε στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Παράλληλα, εξαπολύθηκε κύμα κρατικής τρομοκρατίας με επιβολή στρατιωτικού νόμου και εκτεταμένες συλλήψεις και βασανισμούς αριστερών συνδικαλιστών και διανοουμένων, την ίδια ώρα που τα επίσημα κόμματα αποδέχονταν την κατάσταση. Τα χρόνια πριν και μετά το πραξικόπημα οι τουρκικές υπηρεσίες ασφαλείας και ο στρατός θα επιδοθούν σε συστηματική τρομοκρατία κατά των αριστερών. Η Kontrgerilla, η τουρκική εκδοχή της Gladio θα πρωταγωνιστήσει σε αυτήν.

 

Η δεκαετία της κρίσης

Η δεκαετία του 1970 είναι περίοδος μεγάλων μετασχηματισμών και ως προς τη συνέχιση ενός μοντέλου καπιταλιστικής ανάπτυξης με έμφαση στην υποκατάσταση των εισαγωγών και ως προς την ολοένα μεγαλύτερη πολιτικοποίηση και ριζοσπαστικοποίηση τμημάτων της κοινωνίας, ιδίως των νέων, με τα πανεπιστήμια να γίνονται χώροι μεγάλων ζυμώσεων. Εκείνη την περίοδο μαζικοποιούνται και τα άλλα ρεύματα που ήταν έξω από τον κλασικό δικομματισμό ανάμεσα στο Κόμμα Δικαιοσύνης του Ντεμιρέλ και το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα, που υπό τον Ετσεβίτ υιοθετεί και μια περισσότερο «σοσιαλδημοκρατική» ρητορική.

Πλάι στην άνθηση των οργανώσεων της επαναστατικής Αριστεράς, έχουμε και τη συνεχιζόμενη ενίσχυση των ακροδεξιών εθνικιστών αλλά και τη σταδιακή ανάδυση αυτών που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «ρεύματα πολιτικού Ισλάμ», τα οποία συνδύαζαν την ευσέβεια με τον κοινωνικό συντηρητισμό. Το Κόμμα Εθνικής Τάξης και αργότερα Κόμμα Εθνικής Σωτηρίας του Νετσμετίν Ερμπακάν θα εκπροσωπήσει αυτές τις τάσεις τη δεκαετία του 1970. Με κοινωνική βάση, στρώματα βιοτεχνών, εμπόρων, τεχνιτών και ιδεολογία που επέμενε επίσης στον ενεργό ρόλο του κράτους για την οικονομική ανάπτυξη μπορούσε να συμμετέχει και στις διάφορες κυβερνήσεις συνεργασίας.

Ωστόσο, οι αντιφάσεις σε ό,τι αφορά την οικονομία και το αναπτυξιακό μοντέλο θα συνεχίσουν να οξύνονται, την ίδια ώρα που η μαζική μετανάστευση κυρίως προς τη Δυτική Ευρώπη και τη Γερμανία θα είναι ένας μηχανισμός εκτόνωσης κοινωνικών εντάσεων, αλλά και εσόδων μέσα από το μεταναστευτικό συνάλλαγμα.

Στην εξωτερική πολιτική όλη η περίοδος που συζητάμε σφραγίζεται και από την όξυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Ας μην ξεχνάμε ότι ο τρόπος που έληξε η σύγκρουση των δύο χωρών μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και το γεγονός ότι η τουρκική πλευρά ήθελε να ασχοληθεί περισσότερο με την εσωτερική της ανασυγκρότηση επέτρεψε στην Ελλάδα να αντιμετωπίζει το Αιγαίο ως δυνάμει ελληνική θάλασσα. Όμως, αυτό θα αρχίσει να αλλάζει όχι μόνο σε σχέση με την Κύπρο, όπου η Τουρκία έκανε σαφές ότι δεν θα μπορούσε να δεχτεί ένωση με την Ελλάδα, αλλά σταδιακά, ειδικά τη δεκαετία του 1970, και σε σχέση με τουρκικές διεκδικήσεις στο Αιγαίο, ιδίως από τη στιγμή που η πετρελαϊκή κρίση θα κάνει ελκυστικό το ενδεχόμενο της εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων στην ανατολική Μεσόγειο.

Ως προς το ίδιο το Κυπριακό, θα έχουμε τις πρώτες συγκρούσεις ανάμεσα στις κοινότητες, τη δεκαετία του 1960, και την πρώτη χάραξη της «πράσινης γραμμής», και μετά το πραξικόπημα της Χούντας κατά του Μακαρίου την τουρκική εισβολή του 1974 και τη διχοτόμηση και κατοχή μεγάλου μέρους του νησιού. Η εισβολή θα διαμορφώσει μια μόνιμη εστία έντασης αλλά και ένα πρόβλημα για το τουρκικό κράτος, ιδίως από τη στιγμή που θα αντιμετωπιστεί από τη συντριπτική πλειονότητα της διεθνούς κοινότητας ως παράνομη πράξη.

Σταδιακά, όμως, αρχίζει να ανοίγει ξανά και το Κουρδικό ζήτημα. Αυτή τη φορά μάλιστα και μέσα από τη διαμόρφωση ρευμάτων και με μαρξιστική αναφορά, καθώς το PKK ιδρύεται το 1978 από μια ομάδα στελεχών γύρω από τον Αμπντουλάχ Οτζαλάν, ο οποίος προερχόταν από την τουρκική επαναστατική Αριστερά.

Η σφαγή των διαδηλωτών στην Πλατεία Ταξίμ από ακροβολιστές της αστυνομίας το 1977 συμπύκνωσε την ένταση των εσωτερικών συγκρούσεων, την ίδια ώρα που βάθαινε και η πολιτική κρίση στο φόντο της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης. Η έκρηξη του πληθωρισμού και της ανεργίας επέτειναν αυτή την αίσθηση.

 

Το πραξικόπημα του 1980

Από όλα τα τουρκικά πραξικοπήματα, αυτό του 1980 υπό την ηγεσία του στρατηγού Εβρέν θύμιζε πολύ περισσότερο στρατιωτική δικτατορία, καθώς ο στρατός δεν προχωράει σε γρήγορη συγκρότηση πολιτικής κυβέρνησης, όπως έγινε το 1960 και το 1971, αλλά αντίθετα έχουμε εκτεταμένες διώξεις του πολιτικού προσωπικού και μακρά περίοδο διακυβέρνησης από τον στρατό μέσω του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας. Κορυφαία στιγμή διεκδίκησης του τουρκικού στρατού να παίξει πολιτικό ρόλο, με το τουρκικό επιτελείο να ξεκινά τον σχεδιασμό του έναν χρόνο πριν, το πραξικόπημα θα καταλήξει στην πλήρη αναστολή του Συντάγματος και των δημοκρατικών διαδικασιών και δικαιωμάτων.

Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι συνελήφθησαν, δεκάδες χιλιάδες καταδικάστηκαν και ένας πολύ μεγάλος αριθμός βρέθηκε στη «μαύρη λίστα». Χιλιάδες τούρκοι και κούρδοι αριστεροί θα αναγκαστούν να διαφύγουν στο εξωτερικό ως πολιτικοί εξόριστοι – από αυτούς αρκετοί και στην Ελλάδα.

Αυτή τη φορά η επιστροφή στον κοινοβουλευτισμό θα είναι πολύ πιο «ελεγχόμενη» και ο στρατός θα διεκδικήσει και πάλι τον κρίσιμο ρόλο για μακρό χρονικό διάστημα. Θα απαγορευτεί στις ηγετικές προσωπικότητες της προηγούμενης περιόδου η συμμετοχή στα πολιτικά, οπότε θα αναδειχτούν νέες πολιτικές προσωπικότητες. Παράλληλα και σε μερική απόκλιση από την κεμαλική κληρονομιά γίνονται ανοίγματα προς το Ισλάμ, συμπεριλαμβανομένων και αναφορών στο «Σύνταγμα» που συντάσσουν οι στρατηγοί.

Για ένα μεγάλο διάστημα θα σημαδέψει την Τουρκία η προσωπικότητα του Τουργκούτ Οζάλ. Ο Οζάλ θα προσπαθήσει να εισάγει έναν συνδυασμό επιθετικών νεοφιλελεύθερων μέτρων, άλλωστε είναι μια περίοδος τεράστιας καταστολής του συνδικαλιστικού κινήματος. Παράλληλα, όμως, ιδίως μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, θα πρωτοστατήσει στη διεκδίκηση ενός ανοίγματος της Τουρκίας προς τις δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας, στο όνομα μιας κοινής «παντουρκικής» καταγωγής. Ως προς τα Ελληνοτουρκικά, παρότι οι δύο χώρες θα φτάσουν στα πρόθυρα της ένοπλης σύγκρουσης τον Μάρτιο του 1987, εντούτοις, στη συνάντηση στο Νταβός το 1988, Παπανδρέου και Οζάλ θα δώσουν ένα στίγμα διάθεσης για ειρηνική επίλυση των αντιθέσεων, έστω και αν λίγο αργότερα ο Α. Παπανδρέου θα πει το περίφημο “mea culpa” ως προς την αναθέρμανση των σχέσεων.

 

Νεοφιλελευθερισμός και άνοδος του πολιτικού Ισλάμ

Η δεκαετία του 1990 θα είναι μια δεκαετία ακόμη μεγαλύτερης φιλελευθεροποίησης της οικονομίας, αλλά και όξυνσης των κοινωνικών αντιθέσεων και ανισοτήτων. Η εσωτερική μετανάστευση που είχε ξεκινήσει χρόνια πριν θα ενταθεί και θα διαμορφωθούν μεγάλες συγκεντρώσεις ιδίως στις αναπτυγμένες πόλεις στα δυτικά παράλια και στην Κωνσταντινούπολη. Η οικονομική ανάπτυξη θα στηριχτεί σε μεγάλο βαθμό και στις ξένες επενδύσεις, αλλά ταυτόχρονα αυτό θα γεννά και τον κίνδυνο σοβαρής οικονομικής κρίσης σε περίπτωση μαζικής φυγής ξένων κεφαλαίων. Όταν αυτό έγινε, το Χρηματιστήριο κατέρρευσε, η οικονομία βρέθηκε σε βαθιά κρίση και χρειάστηκε η καταφυγή στο ΔΝΤ.

Παράλληλα, διάφορες αποκαλύψεις οξύνουν και μια κρίση νομιμοποίησης των θεσμών του βαθέος κράτους, με πιο χαρακτηριστική την «Υπόθεση Σουσουρλούκ». Ένα τροχαίο ατύχημα θα αναδείξει όλη τη διασύνδεση κράτους, μυστικών υπηρεσιών, υποκόσμου, καθώς στο ίδιο αυτοκίνητο θα βρεθούν ένας βουλευτής, ένα στέλεχος της αστυνομίας και ένας ακροδεξιός κατηγορούμενος για εμπόριο ναρκωτικών και δολοφονίες.

Είναι η στιγμή που αναδύεται με ξεχωριστό δυναμισμό το πολιτικό Ισλάμ στην Τουρκία. Η ιστορία του έχει αρκετό βάθος, ήδη από τη δεκαετία του 1970, με την εμφάνιση των πρώτων συντηρητικών ισλαμικών κομμάτων. Όμως, οι μεταγενέστερες εξελίξεις είναι αυτές που θα οδηγήσουν και σε μια ορισμένη ριζοσπαστικοποίηση. Εδώ δεν πρέπει να υποτιμήσουμε την επίδραση που άσκησε το παράδειγμα της Ιρανικής Επανάστασης, που έδωσε σε όλον τον μουσουλμανικό κόσμο ένα ορισμένο παράδειγμα «ισλαμικής πολιτικής», ενώ τόσο ο πόλεμος στο Αφγανιστάν όσο και αργότερα η Βοσνία να αποτελούν επίσης σημεία αναφοράς. Παρότι στην Τουρκία παραδοσιακά το πολιτικό Ισλάμ θα είναι αρκετά συντηρητικό, εντούτοις θα υπάρχουν και πιο ριζοσπαστικές μορφές. Τη δεκαετία του 1990 όλα αυτά θα συγκεφαλαιωθούν στη δυναμική του Κόμματος Ευημερίας του Ερμπακάν, που θα μπορέσει να εκπροσωπήσει όλα τα κοινωνικά στρώματα που ένιωθαν ότι ήταν στο περιθώριο του τουρκικού μοντέλου ανάπτυξης.

Η εκλογική επιτυχία του Ερμπακάν και η ανάληψη της πρωθυπουργίας από αυτόν φάνηκε να απειλεί ταυτόχρονα και τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους αλλά και την ανάγκη ολόπλευρης στράτευσης σε μια νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση. Το «ήσυχο» πραξικόπημα του 1997 εξασφάλισε την καθαίρεση του Ερμπακάν και τις ποινικές διώξεις αρκετών στελεχών, ανάμεσά τους και του ίδιου του Ταγίπ Ερντογάν. Όμως, άνοιξε τον δρόμο για μια νέα πολιτική σύνθεση που θα συνδύαζε την ισλαμιστική αναφορά με την επιμονή στον νεοφιλελευθερισμό και την καπιταλιστική ανάπτυξη.

 

Η εποχή Ερντογάν

Στο φόντο της κορύφωσης της οικονομικής κρίσης το 2001, το πολιτικό Ισλάμ έδειχνε ότι μπορούσε να εκπροσωπήσει όλους εκείνους που ήταν στην πραγματικότητα παραμελημένοι σε όλη την προηγούμενη περίοδο, τους «ξεχασμένους» της μεταπολεμικής ανάπτυξης, από τους φτωχούς των πόλεων έως ακόμη και τους Κούρδους, δίνοντας υπόσχεση εξόδου από την κρίση με κοινωνική συνοχή. Η εμμονή σε μια σαφώς νεοφιλελεύθερη πολιτική και ιδιωτικοποιήσεων έδινε εχέγγυα όχι μόνο στη βιομηχανική αστική τάξη των δυτικών επαρχιών  και της Πόλης, παραδοσιακά προσανατολισμένη προς τους κεμαλικούς, αλλά και στα αναδυόμενα στρώματα επιχειρηματιών της Ανατολίας (τις «τίγρεις της Ανατολίας»), κατεξοχήν προσανατολισμένα ούτως ή άλλως προς το πολιτικό Ισλάμ. Η συμβολική αποδέσμευση από τα αλλεπάλληλα προγράμματα του ΔΝΤ συνέβαλε στην εικόνα του επιτυχημένου ηγέτη.

Σε αυτό το πλαίσιο αποτυπώνεται μια μετατόπιση ως προς το ιδεολογικό περιεχόμενο του ίδιου του πολιτικού Ισλάμ. Ενώ σε μεγάλο βαθμό στο εσωτερικό του Κόμματος Ευημερίας υπό την ηγεσία του Ερμπακάν υπήρχαν και έντονα στοιχεία κριτικής προς τον καπιταλισμό (άλλωστε ήταν έντονη και η επίδραση από την Ιρανική Επανάσταση), εντούτοις σταδιακά σημειώνεται μια μετατόπιση, ιδίως καθώς αναδύεται η φυσιογνωμία του Ερντογάν ως ηγετικής φυσιογνωμίας, προς την εκδοχή πολιτικού Ισλάμ που κατεξοχήν πρεσβεύει ο Φετουλάχ Γκιουλέν. Εκεί η θρησκευτική ευσέβεια συνδυάζεται με την πλήρη αποδοχή των καπιταλιστικών αξιών ως προς την οικονομία και με τον φιλοαμερικανισμό ως προς την εξωτερική πολιτική. Μπορεί το τελευταίο διάστημα και μετά το πραξικόπημα αυτή η ιδιαίτερη συνέργεια ανάμεσα στο κίνημα του Γκιουλέν, με την τεράστια διείσδυσή του μέσα στον κρατικό μηχανισμό, και τον Ερντογάν να διακόπηκε μάλλον βίαια, όμως ως προς την αρχική σύνθεση ήταν ιδιαίτερα σημαντική πλευρά.

O Ερντογάν και το AKP αρχικά αντιμετωπίζονται ιδιαίτερα θετικά από τη Δύση. Η εγγύηση μιας δυτικόφιλης πολιτικής, ο συνδυασμός ανάμεσα στη νεοφιλελεύθερη πολιτική και την προσπάθεια ενσωμάτωσης λαϊκών συμφερόντων και πληβειακών στρωμάτων, η διαφαινόμενη διάθεση να παραχωρηθούν περισσότερα δικαιώματα στους Κούρδους, η διάθεση υποχώρησης της έντασης σε σχέση με τα Ελληνοτουρκικά ήταν πλευρές που ενίσχυσαν αυτή την τάση. Κομβικό σημείο, ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός. Παρότι ο Ερντογάν και το AKP συνέχιζαν στη λογική ότι ο «φυσικός χώρος» της Τουρκίας είναι προς τα ανατολικά, εντούτοις αρχικά δοκίμασαν το ευρωπαϊκό χαρτί.

Ωστόσο, αυτή η ευρωπαϊκή πορεία συνάντησε εξαρχής εμπόδια, πρώτον με την απόρριψη του Σχεδίου Ανάν που θα έκλεινε μια μεγάλη ανοιχτή πληγή και δεύτερον με τη διαφαινόμενη όλο και μεγαλύτερη άρνηση των ηγετικών χωρών της Ευρώπης να αποδεχτούν την εισδοχή μιας τόσο μεγάλης μουσουλμανικής χώρας εντός της ΕΕ. Πρακτικά από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 2000, η ευρωπαϊκή πορεία είχε ανακοπεί και πλέον επιστρέψαμε στη γραμμή του «στρατηγικού βάθους».

Παράλληλα, η Τουρκία διεκδικεί και έναν ευρύτερο ρόλο στον αραβικό κόσμο. Στην πραγματικότητα, ιδίως την περίοδο της Αραβικής Άνοιξης, θεώρησε ότι θα μπορούσε να είναι στο κέντρο μιας στρατηγικής ανάλογης με αυτήν της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, δηλαδή μια ισλαμική εκπροσώπηση του δημοκρατικού αιτήματος. Η τουρκική ηγεσία θεώρησε ότι θα μπορούσε να πετύχει και τον στόχο μιας αλλαγής καθεστώτος στη Συρία, έτσι ώστε να μπορεί να διαμορφώσει έναν άξονα γύρω από αυτήν τη στρατηγική. Ωστόσο, ο εμφύλιος στη Συρία αποδείχτηκε ότι δεν θα είχε μια τόσο ομαλή εξέλιξη ή έκβαση, ενώ εξέθετε την Τουρκία ως προς την εισαγωγή «τρομοκρατίας», την ίδια ώρα που έκανε ξανά πραγματικό τον κίνδυνο κουρδικής κρατικής οντότητας υπό την αιγίδα του PKK και σε γεωγραφική συνέχεια με τις κουρδικές περιοχές στην Τουρκία. Η παράλληλη κλιμάκωση του πολέμου ενάντια στους Κούρδους μέσα στην Τουρκία ήταν η λογική συνέχεια αυτής της τάσης.

 

Η επιστροφή στον βοναπαρτισμό

Ένα μεγάλο μέρος της Τουρκικής Ιστορίας σφραγίστηκε από παραλλαγές βοναπαρτιστικών και «καισαρικών» λύσεων. Όχι τόσο μέσα από προσωπικότητες όπως ο Ερντογάν όσο μέσα από τη λειτουργία του κράτους αρχικά και του στρατού αργότερα, ισχυρών πόλων που μπορούν να συγκροτήσουν όρους συλλογικής πειθάρχησης και κοινωνικής συνοχής, με το ανάλογο ιδεολογικό πρόταγμα, όπως ήταν για παράδειγμα το μείγμα εκδυτικισμού και εκκοσμίκευσης στη «χρυσή εποχή» του κεμαλισμού. Η ιδιότυπη επανοικειοποίηση του αποκηρυγμένου από τον Κεμάλ οθωμανικού παρελθόντος επομένως δεν ήταν τυχαία, καθώς εντάσσεται στην προσπάθεια για ένα νέο πρόταγμα.

Στον Ερντογάν η βοναπαρτιστική στροφή γίνεται σαφής ήδη από την εποχή της σύγκρουσης γύρω από το Πάρκο Γκεζί. Εκεί έγινε περισσότερο εμφανής η σύγκρουση ανάμεσα στο μείγμα νεοφιλελευθερισμού, νεοσυντηρητισμού και αυταρχισμού που εκπροσωπούσε και ένα φάσμα από αντιστάσεις οι οποίες προέρχονταν είτε από αριστερόστροφες πολιτικές αναγνωρίσεις, είτε από την άρνηση του αυταρχικού κομφορμισμού.  Η σταδιακή διεκδίκηση όλο και περισσότερων εξουσιών στην εκτελεστική εξουσία με παράλληλη υποβάθμιση του ρόλου του στρατού αποτέλεσε εξαρχής κομβική πλευρά,  την ώρα που η προσπάθεια γεωπολιτικών ελιγμών οδηγούσε και σε μετατοπίσεις σε σχέση με τη Δύση. Αυτή η διεκδίκηση μιας βοναπαρτιστικής πολιτικής με κέντρο τον Πρόεδρο και την κυβέρνηση απαιτούσε κι άλλες ισορροπίες μέσα στο κράτος, εξ ου και η στοχοποίηση όχι μόνο των κεμαλικών κέντρων, αλλά και των γκιουλενικών δικτύων, διακόπτοντας την προηγούμενη συνεργασία.

Παράλληλα, η διαφαινόμενη συσπείρωση γύρω από το HDP, που είναι ταυτόχρονα το πιο πετυχημένο κουρδικό κόμμα αλλά και η πιο πετυχημένη έκφραση της Αριστεράς στην Τουρκία, έδωσε το κίνητρο για μια ολόκληρη εκστρατεία ποινικοποίησής του παράλληλα με την ένταση της καταστολής στις κουρδικές περιοχές.

Το πραξικόπημα αποτέλεσε την προσπάθεια άλλων κέντρων να ανακόψουν αυτή την πορεία, αλλά ταυτόχρονα έδωσε στον Ερντογάν την ώθηση που ήθελε για να μπορέσει να κάνει την τομή που χρειαζόταν στη δική του εκδοχή «δημοκρατικού» βοναπαρτισμού. Ένα σύνταγμα κομμένο και ραμμένο στη δική του εκδοχή άσκησης εξουσίας με τα πάλαι ποτέ κεμαλικά ή εθνικιστικά κόμματα να έχουν παραδεχτεί την ηγεμονία του και την Αριστερά να είναι υπό δίωξη.

About Παναγιώτης Σωτήρης (10 Articles)
O Παναγιώτης Σωτήρης εργάζεται ως δημοσιογράφος και μεταφραστής. Είναι διδάκτορας του Παντείου Πανεπιστημίου, έχει διδάξει πολιτική και κοινωνική φιλοσοφία σε ελληνικά πανεπιστήμια, και επιστημονικά άρθρα του έχουν δημοσιευτεί σε ελληνικά και διεθνή περιοδικά.
Αρέσει σε %d bloggers: