Σταυρός Ψυχάρης: Η άνοδος και η πτώση του διοικητή

Από την προδικτατορική Δημοκρατική Αλλαγή στο πηδάλιο του Δημοσιογραφικού Ομίλου Λαμπράκη, και από την κουμπαριά με τον Ανδρέα Παπανδρέου στη διοίκηση του Αγίου Όρους, η άνοδος του Σταύρου Ψυχάρη στη θέση του Πατριάρχη της Τέταρτης Εξουσίας υπήρξε παραδειγματική. Εξίσου παραδειγματική δείχνει να είναι και η πτώση του: οικονομικές ατασθαλίες και μια σκληρή ματαιοδοξία σημαδεύουν την παρακμή όχι μόνο ενός ισχυρού ανδρός, αλλά και μιας ολόκληρης εποχής που βλέπει νέα μιντιακά συμφέροντα να πλασάρονται καλύτερα στη μάχη της πληροφορίας και στο αλισβερίσι με την εξουσία.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: EUROKINISSI // ΜΠΟΛΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ

Σχεδόν έναν μήνα πριν, στις αρχές Απριλίου, ο Σταύρος Ψυχάρης αποχαιρετούσε με κείμενό του στην πρώτη σελίδα του Κυριακάτικου Βήματος το κοινό της εφημερίδας. Μία ημέρα πριν, τα Νέα κυκλοφορούσαν χωρίς την αναγραφή του ονόματός του στην ταυτότητα της εφημερίδας. Ο κύβος είχε ριφθεί, μια εποχή είχε τελειώσει. Η εποχή της παντοδυναμίας του ανδρός στον ελληνικό Τύπο μαζί με την παντοδυναμία του συγκροτήματος είχαν παρέλθει. Η βασιλεία βασίλευσε• ο ήλιος χάθηκε στο σούρουπο. Το γκρίζο έβαφε πάνω στο γκρίζο.

Βέβαια, μακράν από το να τοποθετείται στην εγελιανή παράδοση, που θέλει τη γλαύκα της Αθηνάς να πετά το σούρουπο, ήγουν τη Δύση να συνοδεύει η σοφία, ο Σταύρος Ψυχάρης σε κείνο το τελευταίο κείμενο φέρεται περισσότερο σαν κούκος του πρωινού, που επαναλαμβάνει μονότονα τη μουσική του, σίγουρος ότι είναι ακόμα άνοιξη. Διαβάζουμε, για παράδειγμα: «Υπηρετώ εδώ και 54 έτη τη δημοσιογραφία με το ίδιο πάθος και την ίδια αγάπη.

Την τίμησα και με τίμησε. Είχα την ευκαιρία, είχα την τύχη να ζήσω εκ του σύνεγγυς όλα τα μεγάλα γεγονότα της πατρίδας μας, τις καλές και δυστυχείς στιγμές της.

Και μαζί να συναντήσω, να συνομιλήσω, να συνεργαστώ και να συγκρουστώ ακόμη με ιστορικά πρόσωπα της πολιτικής, της οικονομίας, της τέχνης, του πολιτισμού και της διανόησης στα χρόνια της μεταπολεμικής Ελλάδας.

Έζησα την εποχή των διώξεων, βίωσα τη λογοκρισία, συμμετείχα στη μεγάλη άνοιξη των εφημερίδων στα χρόνια της Μεταπολίτευσης, είδα την εισβολή της τηλεόρασης και, τελευταία, την επανάσταση του Internet. Και βεβαίως, τη μεγάλη οικονομική κρίση και την ακόμη μεγαλύτερη του Τύπου.

Πρωταγωνίστησα στην ανάδειξη πρώτα του “Βήματος” σε ναυαρχίδα της ενημέρωσης και αργότερα στην κατάκτηση της κορυφής από τον ΔΟΛ.

Συνεργάστηκα αρμονικά με τον ιστορικό εκδότη Χρήστο Λαμπράκη και αποδέχθηκα το βάρος της διαδοχής του σε μια κρίσιμη και δύσκολη περίοδο για τον Οργανισμό.

Όλα αυτά τα χρόνια της μεγάλης κρίσης του Τύπου αντιμετώπισα ανυπέρβλητα εμπόδια και ταυτόχρονα δέχθηκα πρωτοφανή και μοναδική στα χρονικά πολιτική πίεση. Όλοι οι μηχανισμοί προπαγάνδας και εξουσίας επιδίωξαν την εξόντωσή μου. Ωστόσο μπορώ να βεβαιώσω τους αναγνώστες ότι πάντα έδρασα με γνώμονα τις αρχές της έγκυρης και αξιόπιστης ενημέρωσης.».1

Πώς αλλιώς άλλωστε; Ποιος ηγέτης έχει τη διορατικότητα να αναλάβει στην πτώση την ευθύνη, ψελλίζοντας έστω δυο λόγια αυτοκριτικής; Διόλου τυχαία εξάλλου το κείμενο τιτλοφορείται «αποχωρισμός» και όχι, φέρ’ ειπείν, «αποχαιρετισμός». Ακόμα και την ύστατη ώρα ο Διοικητής δεν μοιάζει διατεθειμένος να αφήσει το μετερίζι του με τη θέλησή του.

Ο «αποχωρισμός» υπονοεί έτσι ένα βίαιο τράβηγμα που αφήνει εντέλει τα δύο μέρη που χωρίζονται σαν ακρωτηριασμένα. Και κάπως έτσι θα πρέπει να νιώθει και ο πάλαι ποτέ ισχυρός άνδρας, που μετά την ταπείνωση της εξεταστικής επιτροπής στερείται και το τελευταίο όπλο του: το κύριο, πρωτοσέλιδο άρθρο της εφημερίδας που τον καταξίωσε. Αντί της ηρωικής αποχώρησης, η ίδια άτεγκτη γραμμή, που θεωρεί τα προνόμια της θέσης φυσικά και την άσκηση επιρροής κάτι σαν φυσική ιδιότητα. Που ανασκοπεί το παρελθόν με την αλαζονεία της μη μεταμέλειας. Το κοινό, που είναι υποτίθεται το πρόσωπο της απεύθυνσης, θα γίνει απλώς ο καθρέφτης όπου ο Διοικητής θα ατενίσει σαν σε ταινία την πρότερη ζωή του και θα τη βρει καλή καγαθή. Είθισται τα εγκώμια να τα γράφουν άλλοι, αλλά σε καιρούς πολέμου, όπου οι σύμμαχοι ακολουθούν τη φορά του ανέμου, δεν βλάπτει να παίρνει κανείς και τα μέτρα του.

Ας πάμε όμως λίγα χρόνια πίσω, πιάνοντας τα πράγματα από τη μέση. Βρισκόμαστε στο 1999. Είναι ήδη Σεπτέμβρης. Ο Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη διανύει –φαινομενικά τουλάχιστον– την περίοδο της απόλυτης ακμής του. Εισηγμένος ήδη επί έναν χρόνο στο φρενιτιώδες εκείνη την εποχή του εκσυγχρονιστικού μεγαλείου Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, απολαμβάνει οικονομικά μεγέθη πέραν κάθε προσδοκίας. Ταυτόχρονα, το Συγκρότημα έχει επεκτείνει τον στόλο του κυριαρχικά, ηγεμονεύοντας στο πεδίο. Τέσσερις εφημερίδες. Είκοσι ένα περιοδικά. Σάιτ. Συμμετοχή σε τηλεοπτικό κανάλι. Τυπογραφείο. Πρακτορείο διανομής. Πολιτικά, ο εκσυγχρονισμός σαρώνει την πολιτική ζωή, εντάσσοντας αθρόα αριστερούς στους κρατικούς μηχανισμούς και χτίζοντας το αφήγημα του Κεντροαριστερού Τρίτου Δρόμου. Και ο ΔΟΛ τον ακολουθεί, ακόμα κι αν ο Σημίτης δεν υπήρξε ακριβώς προτεραιότητά του. Η Ελλάδα διανύει περίοδο απόλυτης αισιοδοξίας, η Αριστερά είναι περιχαρακωμένη σε μερικά πανεπιστημιακά τμήματα, η Δεξιά προσπαθεί να ανασυγκροτηθεί για τη διαδοχή. Ο ΔΟΛ βρίσκεται στο κέντρο των εξελίξεων. Υψηλές κυκλοφορίες, πένες, άνθηση των ιδεών και των ιδεολογημάτων. Νέα ένθετα για το βιβλίο δημιουργούνται, τα παλιά ενδυναμώνονται, συντάκτες που ειρωνεύονται δυσνόητους φιλοσόφους απομακρύνονται.

Βρισκόμαστε στο 1999. Είναι Σεπτέμβρης. Σε μια σύσκεψη των συντακτών του Βήματος ο Σταύρος Ψυχάρης, διευθυντής της εφημερίδας, παρουσιάζει την καινούργια μεταγραφή. Έναν δημοσιογράφο που έχτισε την καριέρα του σε διάφορα έντυπα της ανανεωτικής αριστεράς, γράφοντας από κριτική κινηματογράφου μέχρι εγκώμια στο γιαούρτωμα για να βρει κατόπιν την ευκαιρία της μεγάλης κωλοτούμπας. Η παρουσίαση έχει τελειώσει, όταν ξαφνικά ο Ψυχάρης θυμάται πως έχει ξεχάσει το σημαντικότερο: «Για την αμοιβή σου δεν είπαμε», λέει και βγάζοντας από την τσέπη ένα πάκο χαρτονομίσματα ρέει μ’ αυτά, σαν τραγουδίστρια με λουλούδια, τη φερέλπιδα μεταγραφή. Εκείνη τη στιγμή γίνεται ο μεγάλος σεισμός του 1999.

Η ιστορία αυτή υπήρξε αντικείμενο διήγησης επί σειρά ετών στους διαδρόμους του ΔΟΛ. Η γνησιότητά της αμφισβητείται, αλλά η αλήθεια της βρίσκεται αλλού: στην υποδειγματική σκιαγράφηση του Διοικητή Σταύρου Ψυχάρη. Η επιβολή του νέου στην παλιά ομάδα με όρους μύησης, η αποφασιστικότητα, η σκληρότητα που φτάνει στα όρια του μπούλινγκ κι ένας δολοφονικός κυνισμός που δεν σταματά παρά μόνο μπροστά στην οριστική και απόλυτη επιτυχία.

Η αλήθεια είναι ότι τελευταία οι επιτυχίες δεν υπήρξαν πολλές. Από το 2009 και μετά, ο Στρατηγός έδειξε να είναι ντεφορμέ. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

 

Από τη Δημοκρατική Αλλαγή στο Συγκρότημα

Γιος αριστερού, με γαλόνια του τις φυλακές και τις εξορίες, ο Σταύρος Ψυχάρης ξεκινά την πορεία του στη δημοσιογραφία από τη Δημοκρατική Αλλαγή. Λογική εκκίνηση για έναν ανιψιό του ιστορικού στελέχους του Κομμουνιστικού Κόμματος, Κώστα Λουλέ. Βρισκόμαστε στο 1965, κι ο Σταύρος Ψυχάρης υπηρετεί τη θητεία του ως λιμενικός αποσπασμένος στο γραφείο του υπουργού Εμμανουήλ Κεφαλογιάννη. Η σωστή εκκίνηση για μια καριέρα που ξέρει να μην αφήνει ανεκμετάλλευτη καμία ευκαιρία. Γρήγορα, πιο γρήγορα από τον φέρελπι δημοσιογράφο του αρχικού μας ανεκδότου, αντιλαμβάνεται ότι το μέλλον βρίσκεται αλλού. Μεταπηδά έτσι, μεσούσης της δικτατορίας, πρώτα στο Έθνος και ύστερα στο Βήμα. Εκεί κάνει, οποία ειρωνεία της Ιστορίας, κοινοβουλευτικό ρεπορτάζ. Αυτές οι χαριτωμένες αντιφάσεις, που προκαλούν ελαφρά μειδιάματα, δεν θα πάψουν ποτέ να τον ακολουθούν, σε βαθμό που σκέφτεται κανείς ότι τις επιδιώκει συνειδητά ο ίδιος για να προσδώσει γκροτέσκες πινελιές σε μια μελλοντική βιογραφία.

Μετρ της σωστής κουμπαριάς, θα έχει στο ενεργητικό του δύο εκ διαμέτρου αντίθετες. Επί δικτατορίας, κάνει κουμπάρο του τον υπουργό Τύπου της χούντας, Βύρωνα Σταματόπουλου, ο οποίος και βαφτίζει τον πρωτότοκο γιο του, Παναγιώτη. Τον δευτερότοκο, Ανδρέα, θα τον βαφτίσει ο ίδιος ο μεγάλος ηγέτης της προοδευτικής παράταξης, ο Ανδρέας Παπανδρέου. Λένε ότι το επιχειρείν δεν έχει πολιτική πατρίδα, το ίδιο ισχύει και για το δημοσιογραφείν, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται αυτό.

 

Οι σχέσεις με τον Ανδρέα

Οι σχέσεις του με τον ηγέτη της Αλλαγής θα είναι κάθε άλλο παρά ευθύγραμμα καλές και ομαλές. Ίσα-ίσα. Παρά το «βάπτισμα» που ξέπλυνε για τον προοδευτικό χώρο το ύποπτο παρελθόν του Σταύρου στην προγενέστερη περίοδο του κράτους της Δεξιάς και τη χουντική κουμπαριά, οι σχέσεις με τον Ανδρέα θα δοκιμαστούν πολλαπλώς. Τόσο επί περιόδου Κοσκωτά, σε μια συνθήκη όπου οι παραδοσιακοί εκδότες θα δείξουν τα δόντια τους σημαδεύοντας την περιοχή τους και μετρώντας τη δύναμή τους, όσο και γενικότερα: ο Ανδρέας χαλιέται από τον τρόπο που παίζει ο Ψυχάρης. Τη μια μοιάζει πιστός φίλος, ενώ την άλλη μπορεί να κάνει στροφή 180 μοιρών, βγάζοντας από το καπέλο του έναν λαγό που μπορεί να σε καταστρέψει. Θα τους ενώσει, όμως, η Δήμητρα Λιάνη, την οποία ο Ψυχάρης θα παραδώσει στο ελληνικό κοινό απαλλαγμένη από τις ρετσινιές του αυριανισμού. Για αυτή την «πλαστική του λόγου» που αποκαθάρει την αεροσυνοδό ως Πρώτη Κυρία ο Ανδρέας θα είναι ευγνώμων. Ο Ψυχάρης θα φροντίσει ώστε στα μάτια των αναγνωστών του η Δήμητρα να παρουσιαστεί ως άμωμη μαντόνα της Αναγέννησης – συμβολή καθόλου μικρή.

 

Ένας μεγάλος παίκτης

Ο Ψυχάρης υπήρξε πάντα μεγάλος παίκτης. Και όπως όλοι οι μεγάλοι παίκτες, ήξερε ότι το παιχνίδι δεν παίζεται με την κανονική τράπουλα, αλλά είτε με τα σημαδεμένα χαρτιά που τα δελτία Τύπου των κομμάτων μοιράζουν non paper στην πιάτσα, είτε, ακόμα καλύτερα, με τους κρυμμένους άσους στα μανίκια• το ρεπορτάζ που ψάχνει, που δεν αρκείται στα έτοιμα. Πολύ πριν από τα νεοσύστατα πανεπιστημιακά Τμήματα Δημοσιογραφίας και Επικοινωνίας, πολλοί εκ των διδασκόντων των οποίων έχουν θητεύσει με επιτυχία στο μεγάλο σπίτι του Συγκροτήματος, ο Ψυχάρης έχει αναπτύξει μια δική του θεωρία περί πληροφορίας που θα τη ζήλευε και ο πιο ξεσκολισμένος θεωρητικός των Μέσων. Η γνώση είναι δύναμη αρκεί να ξέρεις πώς να τη χρησιμοποιήσεις. Πληροφορία και διασταυρωμένο ρεπορτάζ, με τη σωστή χρήση, είναι όπλα που καταστρέφουν εμπόδια στο διάβα.

Αυτή η ευθυκρισία, που ομοιάζει με στρατηγό στη μάχη που πρέπει να σταθμίσει πιθανότητες και τακτικές, στον τρόπο αξιοποίησης της πληροφορίας δεν ήταν ασήμαντη στον τρόπο που ο Ψυχάρης «κέρδισε» τον Χρήστο Λαμπράκη. Δεν αποκαλούμε τυχαία τον Ψυχάρη, Διοικητή. Γιατί; Πέρα από την αυτονόητη εξήγηση, πώς δηλαδή ο τίτλος έλκει την καταγωγή του από τη διοίκηση του Αγίου Όρους και του Συγκροτήματος για 30 έτη, υπάρχει κι ένας άλλος λόγος. Αυτός θρυλείται ότι είναι η δημιουργία ενός «Λόχου Διοικήσεως» στο Συγκρότημα, η ιδέα για τον οποίο και ο έλεγχος οφείλονται και ασκούνται από τον Ψυχάρη. Ο Λόχος Διοικήσεως ήταν μια ομάδα επίλεκτων στελεχών, πρόσωπα της απολύτου εμπιστοσύνης, που στελέχωναν μια ιδιότυπη ελίτ επιφορτισμένη με την εκτέλεση των δύσκολων και βρώμικων δουλειών. Ο Λόχος Διοικήσεως επέτρεπε στον Ψυχάρη να κάνει τις βρώμικες δουλειές, επιστρατεύοντας όλα τα μέσα, τη στιγμή που η προσηνής και νουνεχής παρουσία του Χρήστου Λαμπράκη βεβαίωνε για τον ντιλεταντισμό του Ομίλου. Ο επηρεασμός ανθρώπων-κλειδιών για τις δουλειές του Συγκροτήματος και η αποστολή μηνυμάτων προς τους εκάστοτε ενδιαφερομένους περνούσε ακριβώς μέσα από τον «Λόχο».

Κάπως έτσι σιγά-σιγά στη μιντιακή πιάτσα διαμορφώθηκε η δίδυμη εικόνα των Λαμπράκη και Ψυχάρη ως μια μορφή καλού και κακού μπάτσου, στο πρότυπο των ποπ απεικονίσεων που τα νουάρ και τα αστυνομικά της τηλεόρασης είχαν ρουτινοποιήσει στο συλλογικό φαντασιακό. Οι καλλιτεχνικές ανησυχίες του πρώτου και η λυσσώδης φιλοδοξία του δεύτερου σε ό,τι είχε να κάνει με εξουσία και χρήμα έπαιξαν τον ρόλο τους. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, αυτό είναι απλώς μια εντύπωση. Όταν ο Σταύρος Ψυχάρης, π.χ., δηλώνει το 1993 ότι «είμαστε απλώς ένας δημοσιογραφικός οργανισμός» έχει όντως μια θέση περί ενός μικρού και ευέλικτου σχήματος επιχείρησης που αφορά μόνο τον Τύπο. Χωρίς πολλά ανοίγματα και χωρίς περιττά ρίσκα – ο Ψυχάρης εξάλλου, ως παιδί του Λυκείου χωρίς γαλλικά και περιττές κομψότητες, δεν εντυπωσιάζεται από τους ευφάνταστους τεχνοκράτες που μελετούν τα νούμερα και ανοίγονται στις διεθνείς αγορές. Ο Λαμπράκης αντίθετα θα είναι εκείνος που θα γοητευτεί με έναν εξωστρεφή τεχνοκρατισμό. Θα βρει μάλιστα τα χρόνια της χρηματιστηριακής ευμάρειας στα πρόσωπα των Δημήτρη Χατζή και Νίκου Μπιλίρη, εμπορικού και οικονομικού  διευθυντή αντίστοιχα, τα πουλέν που θα έκαναν το όνειρο της επέκτασης πραγματικότητα. Αρχικά έδειξαν να μπορούν, και ο Σταύρος Ψυχάρης είδε να μπαίνουν κάποιοι για πρώτη φορά τόσο εμφατικά ανάμεσα σε αυτόν και στον άνθρωπο στο γραφείο του οποίου έμπαινε –μόνο αυτός– χωρίς να χτυπήσει καν την πόρτα.

Αυτό όμως δεν κράτησε πολύ. Μετά τη χρηματιστηριακή φούσκα και τα πρώτα σύννεφα που εμφανίζονται στον ορίζοντα, ο Χρήστος Λαμπράκης θα θυμηθεί ποιος είναι αυτός που μπορεί να τον ξελασπώσει. Ο Σταύρος Ψυχάρης θα βάλει τέλος στις βυζαντινίζουσες βλέψεις των δύο τεχνοκρατών, παραγκωνίζοντας τον έναν στο πρακτορείο Άργος και απολύοντας, ο ίδιος, τον άλλον. Η ισορροπία είχε επανέλθει.

Η «εκκαθάριση» δεν θα είναι εύκολη. Εκείνη την εποχή ο Ψυχάρης έφτασε στην πόρτα της εξόδου από το Συγκρότημα. Εκείνη την εποχή ακούστηκε για πρώτη και μοναδική φορά η ατάκα «Έχω αδειάσει το γραφείο μου και είμαι έτοιμος να φύγω». Φήμες λένε ότι είχε ήδη ετοιμάσει και το στήσιμο της ανταγωνιστικής εφημερίδας που ετοιμαζόταν. Δεν χρειάστηκε όμως. Η επιμονή και η υπομονή του στησίματος της πληροφορίας απέδωσαν για άλλη μία φορά. Ο Διοικητής έδειξε απλώς στον Λαμπράκη πώς οι δύο νέοι «άνθρωποί του» εκμεταλλεύτηκαν τη θέση τους για να προωθήσουν τα προσωπικά τους οφέλη, μετακομίζοντας σε μεγαλύτερα σπίτια και προσθέτοντας αρκετά μηδενικά στις αμοιβές τους. Ταυτόχρονα, οι υποσχέσεις τους για εκτόξευση της μετοχής του Συγκροτήματος στα χρηματιστήρια του εξωτερικού αποδείχθηκαν παραπάνω από φρούδες. Εκεί, ο καλός στρατιώτης που ξέρει να διοικεί θα ανακτήσει τα ηνία. Η γραμμή είναι σαφής: Όλοι στηρίζουμε τη μετοχή του Ομίλου, κανείς δεν πουλάει. Ή, σχεδόν κανείς, αφού τα κομάντο του Λόχου Διοικήσεως μαζί με τον αρχηγό τους θα την κάνουν νωρίς.

 

Το Άγιον Όρος

Και πώς να μην έχει η γνώμη του Ψυχάρη βαρύτητα. Και πώς να μην καρατομεί τελικά τους ενοχλητικούς δελφίνους. Ήδη από το 1996 έχει γίνει Διοικητής του Αγίου Όρους. Στις τελετές, όπως ο ίδιος συνήθιζε να λέει, καθόταν εκεί όπου κάποτε καθόταν ο ένας και μέγας βυζαντινός αυτοκράτορας. Η μετριοφροσύνη, λένε, είναι η αρετή των μετρίων. Την αριστεία όμως του Ψυχάρη, που αποτελούσε προαπαιτούμενο για τον διορισμό στη θέση, την αμφισβήτησε έντονα η αντιπολίτευση, από τη Νέα Δημοκρατία έως το Κομμουνιστικό Κόμμα. Ωστόσο, το αυτί του Σημίτη, που μόλις είχε αναλάβει την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ και είχε βλέψεις για το μέλλον, δεν ίδρωσε. Ο Ψυχάρης ήταν χρήσιμος. Οπότε αν η πραγματικότητα διαφωνούσε με τις τυπικές απαιτήσεις, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα. Ο Αιμίλιος Μεταξόπουλος, ένας πρύτανης που αργότερα βρέθηκε στο επίκεντρο ενός κυκεώνα κακοδιαχείρισης, κατέθεσε πως ο Σταύρος Ψυχάρης είχε διδάξει μετά από πρόσκλησή του στο Πάντειο Πανεπιστήμιο – για λίγο μεν, αλλά με στάτους αναπληρωτή καθηγητή. Τα βαφτίσια και οι κουμπαριές έχουν περάσει, βλέπετε, σε άλλο επίπεδο πλέον. Το κρέας έγινε ψάρι και ο Ψυχάρης ακαδημαϊκός. Από τότε και η σχέση του Παντείου με το Συγκρότημα θα είναι αγαστή. Εξέχοντα στελέχη του Βήματος θα ακολουθήσουν παράλληλη ακαδημαϊκή καριέρα σε Τμήμα του Παντείου που είναι σαν να αποτελεί ένθετο της εφημερίδας.

 

Ευελιξία και προσαρμοστικότητα

Αυτή η κόντρα με τη Δεξιά, για την υπόθεση του Όρους, δεν θα είναι όμως παρά ένα ακόμα τσαλιμάκι. Αρχή του Ψυχάρη είναι η αρχή του Συγκροτήματος, πως η ευελιξία στις πολιτικές σχέσεις είναι η μεγαλύτερη αρετή.

Η ιδεολογική κατεύθυνση είναι δεδομένη, αλλά ποτέ απόλυτη και ποτέ χωρίς να επιδεικνύει την ανάλογη ευελιξία και διαλλακτικότητα. Καθόλου τυχαία, ο Ανδρέας Ψυχάρης, ο βαφτισιμιός του Ανδρέα Παπανδρέου, θα εκλεγεί βουλευτής με τη Νέα Δημοκρατία, πριν αποφασίσει εντέλει να επιστρέψει ως αρθρογράφος στο μαγαζί του μπαμπά. Και δεν είναι ο μόνος. Μια σειρά στελέχη του Συγκροτήματος θα εκπαιδευτούν ώστε να κάνουν τη διαδρομή δημοσιογραφία-κεντρική πολιτική σκηνή να μοιάζει με πιρουέτα έμπειρης μπαλαρίνας.

Ευλυγισία που ο Διοικητής θα προσπαθήσει να επιδείξει και με τον νέο παίκτη στο αντεστραμμένο από την οικονομική κρίση πολιτικό σύστημα: τον Αλέξη Τσίπρα. Το φλερτ κράτησε αρκετά, αλλά απέτυχε. Λίγο η δυσκολία του Ψυχάρη να πείσει πως όντως το μαγαζί εξακολουθεί να είναι επιδραστικό, λίγο τα σχέδια του Αλέξη να φτιάξει ένα δικό του μιντιακό κατεστημένο, ο Σταύρος Ψυχάρης θα αισθανθεί έξαφνα τους πρώτους ισχυρούς κλυδωνισμούς ενός status quo που έδειχνε να είναι σχεδόν φυσικό, ήδη από τότε που, ως τοποτηρητής της λειτουργίας των κτιριακών εγκαταστάσεων, είχε ο ίδιος μόνος του σπάσει την απεργία του ισχυρού συνδικάτου των τυπογράφων. Άλλες εποχές. Τότε η Χρήστου Λαδά αποτελούσε παράκεντρο της εξουσίας. Τώρα το παιχνίδι άρχιζε να παίζεται αλλού.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: EUROKINISSI // ΜΠΟΛΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ

Η αρχή του τέλους

Η αντίδραση ήταν σπασμωδική. Οι «γάτες Ιμαλαΐων» –μια ιστορία που, βγάζοντας μπροστά τα κομάντο του Λόχου Διοικήσεως, προσπαθούσε να δείξει πώς ο Τσίπρας εξαπάτησε στις υποσχέσεις του τους μιντιακούς παίκτες– υπήρξαν μια προσπάθεια να ανατραπεί η μπάνκα. Αλλά υπήρξε προσπάθεια άκομψη για έναν τέτοιο παίκτη. Και σε μια εποχή που έλειπε από το τραπέζι ένας βασικός παράγοντας: Η δίψα του κοινού να βλέπει φαντεζί παιχνίδια. Δεν είναι άλλωστε η πρώτη φορά που η ευθυκρισία του Διοικητή αποδεικνύεται ελαττωματική. Βενιζελικός στην εκλογική μάχη με τον ΓΑΠ, ντορικός (παρά τις σχέσεις υιού και Σαμαρά) στη μάχη με τον Σαμαρά, ο Ψυχάρης θα οδηγήσει το Συγκρότημα στο να χάνει από ένα σημείο και μετά κάθε πολιτική μάχη στην οποία παίρνει ανοιχτά θέση – για να μην αναφέρουμε το διαβόητο Δημοψήφισμα, όπου η λυσσώδης υπεράσπιση του ΝΑΙ οδήγησε σε ένα ηχηρό –και για τον ΔΟΛ– χαστούκι.

 

Θαλασσοδάνεια

Λίγο νωρίτερα, «είχε φύγει» ο δίδυμος Χρήστος Λαμπράκης. Ο Σταύρος Ψυχάρης μένει πια μόνος, έχοντας προλάβει ωστόσο να αγοράσει το 25% των μετοχών του Συγκροτήματος. Ο δημοσιογράφος θα μεταβληθεί σε πρώτης τάξεως μέτοχο. Χρήματα όμως, ως γνωστόν, δεν υπήρχαν – όσο πετυχημένος δημοσιογράφος κι αν υπήρξε, όσο παχυλούς μισθούς κι αν έπαιρνε. Λύση ο δανεισμός. Ενέχυρο οι ίδιες οι μετοχές. Μια ιστορία θαλασσοδανείων ήδη μοιάζει να δείχνει –σε όσους τουλάχιστον είχαν τα κιάλια τους ανοιχτά και δεν θόλωναν από την υγρασία της ιδιότυπης καραμανλικής αταραξίας– μέχρι πού μπορεί να φτάσει η φιλοδοξία του.

Το παρελθόν εξάλλου είχε προειδοποιήσει επαρκώς: Ένας από τους καλύτερους φίλους του Σταύρου Ψυχάρη, που και αυτός υπήρξε κουμπάρος, ήταν ο Σωκράτης Κόκκαλης. Κάποια στιγμή μάλιστα ο πρωτότοκος γιος του Διοικητή εργαζόταν στην Ιντρακόμ. Και ο γιος του Κόκκαλη, ο Πέτρος, επιχείρησε να δοκιμάσει την τύχη του στη δημοσιογραφία. Η σχέση πέρασε και από εμπορικές συμφωνίες, διότι το χρήμα χτίζει τις καλύτερες σχέσεις.

Οι φιλικές σχέσεις του Ψυχάρη κατά έναν όχι και τόσο περίεργο εντέλει τρόπο πάντα ξεκινούσαν από το γεγονός ότι η δημοσιογραφία είναι τυφλή. Δηλαδή, οι δημοσιογράφοι του Συγκροτήματος, όταν είχαν ρεπορτάζ ακόμα και με αρνητική χροιά για τον Σωκράτη Κόκκαλη, το έβλεπαν τυπωμένο.

 

Όσο επιθετικό και αν ήταν. Το ίδιο ίσχυε και για τον Φιλίππου. Και για τον Λιακουνάκο. Άλλο η φιλία, άλλο η δουλειά. Μετά βέβαια, για κάποιο περίεργο λόγο, η φιλία έμπαινε πάνω απ’ όλα. Εξάλλου, είναι γνωστό ότι στη δημοσιογραφία ισχύει η κλασική λατινική ρήση αντεστραμμένη: τα γραπτά είναι αυτά που πετούν και ξεχνιούνται, ενώ τα λόγια, πόσο μάλλον τα λόγια κυρίων, είναι αυτά που μένουν.

 

Εξεταστική

Και κάπως έτσι ο ισχυρός άνδρας βρίσκεται ενώπιον της εξεταστικής επιτροπής  της Βουλής για να δώσει εξηγήσεις για τα δάνεια χωρίς αντίκρισμα. Και κάπως έτσι βρίσκεται να αντιμετωπίζει τις εισαγγελικές  έρευνες  και τις κατηγορίες περί ξεπλύματος βρώμικου χρήματος. Και κάπως έτσι βρίσκεται να νιώθει, αυτός, ο Διοικητής, απειλημένος.  Πέρα από το ουσιαστικό κομμάτι της υπόθεσης, η εικόνα εδώ έχει πρωτίστως συμβολική σημασία. Το «λόγον διδόναι» από τον άνθρωπο που ενσαρκώνει την εξουσία του Τύπου στην πιο ισχυρή της μορφή λειτουργεί εν πολλοίς λυτρωτικά για ένα μέρος κόσμου που είδε το Συγκρότημα αυτά τα σκληρά  χρόνια της κρίσης να επιχειρηματολογεί υπέρ της φτωχοποίησης του πληθυσμού. Όπως αντίστοιχα συνέβη με τον δημόσιο εξευτελισμό του Άκη Τσοχατζόπουλου ως ανήμπορου γεράκου να βγαίνει με το ζόρι από τη φυλακή, όπως συνέβη με τον έντρομο για μια εξεταστική άλλοτε ισχυρό Γιάννο Παπαντωνίου, έτσι κι εδώ η εικόνα είναι που παίζει μεγαλύτερο  ρόλο από το αποτέλεσμα.  Ο Σταύρος Ψυχάρης στα έδρανα της Βουλής απολογούμενος είναι μια εκδίκηση του πολίτη για την πλύση εγκεφάλου που τόσα χρόνια τον συμμόρφωνε ως πειθήνιο ψηφοφόρο.

Όχι πως και τα ουσιώδη στοιχεία είναι αμελητέα. Με μπλοκαρισμένος τους τραπεζικούς του λογαριασμούς και δύο ποινικές διώξεις κακουργηματικού χαρακτήρα για ποσά ύψους σχεδόν 50 εκατ. ευρώ τα οποία δεν μπορούσε να δικαιολογήσει, ο πάλαι ποτέ ισχυρός άνδρας της δημοσιογραφίας θα βρεθεί στο δόκανο του νόμου, κατηγορούμενος για νομιμοποίηση βρώμικου χρήματος. Δάνεια χωρίς εγγυήσεις, προβλήματα στα «πόθεν έσχες», μια σειρά πρακτικών ανομίας επί σειρά ετών που απελευθερώθηκαν από την ομερτά της ισχύος η οποία τις κρατούσε στο κέντρο του περιθωρίου που κινεί τα νήματα.

Αυτοί είναι λοιπόν οι τίτλοι τέλους σε μια ταινία που περιγράφει μια θυελλώδη ζωή στα παρασκήνια της εξουσίας; Ίσως. Η κάθαρση όμως που ενδεχομένως θα αισθανόταν κάποιος από την τιμωρία του ήρωα που διαπράττει ύβριν μετριάζεται όταν σκεφτεί πως την ίδια στιγμή που το πρωτότυπο αποσύρεται από την κυκλοφορία, νέοι Ψυχάρηδες εκκολάπτονται ανενόχλητοι.

Γι’ αυτό και μια μελαγχολία συνοδεύει την εικόνα μιας μορφής πεσμένης δρυός, επί της οποίας θα πέσει να ξυλεύσει, απ’ ό,τι φαίνεται, ο κάθε πικραμένος. Με τις πολλαπλές ιδιότητες του δημοσιογράφου, του πολιτικού παίκτη, του διοικητή του Αγίου Όρους, του επιχειρηματία, του κουμπάρου, ο Σταύρος Ψυχάρης είναι μια παραδειγματική περίπτωση των παθογενειών, των αντιφάσεων και της τρομακτικής εντέλει εικόνας της μεταπολιτευτικής ελληνικής κοινωνίας. Των τομών της, των εξουσιαστικών παιχνιδιών της και του δυσανάλογου μοιράσματος της πίτας ανάμεσα σε ελίτ και πληθυσμό. Φευ όμως!

Η πτώση του Ψυχάρη και η πτώση της αυτοκρατορίας του συγκροτήματος που λέγεται Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη συμπαρασύρει μία ακόμα φουρνιά εργαζόμενων –όχι όλων άμοιρων ευθυνών φυσικά–, ενώ δεν λύνει, παρά μόνο προσχηματικά, το μείζον πρόβλημα της διαπλοκής του Τύπου με την εξουσία. Δεν παύει ωστόσο να είναι μια πτώση διδακτική για όποιον και όποια, φυσικά, έχουν την πρόθεση να διδαχθούν και όχι να μείνουν στην παρακολούθηση των γεγονότων μέσα από το παρωπιδικό πρίσμα ενός άγονου –ή και γόνιμου, για να θυμηθούμε τον πρωθυπουργό– διπολισμού.
1. Σταύρος Ψυχάρης, «Αποχωρισμός», Το Βήμα 9/4/2017, http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=873056

 

About Χρήστος Νάτσης (8 Articles)
Ο Χρήστος Νάτσης είναι υποψήφιος διδάκτορας στο τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Από τον Οκτώβριο 2015 είναι Υπεύθυνος Πολιτιστικών του περιοδικού UNFOLLOW, όπου επίσης γράφει πολιτικά άρθρα.
Αρέσει σε %d bloggers: