Τα ΜΜΕ στην εποχή των μνημονίων: Από την κρίση στην παρακμή

Σε μια συνθήκη βαθιάς κρίσης, η οικονομική δυσπραγία των ΜΜΕ γίνεται η αφετηρία για να έρθει στο προσκήνιο η κρίση ενός ολόκληρου μοντέλου όχι απλώς ενημέρωσης και ψυχαγωγίας, αλλά επιχειρηματικής παρέμβασης και διαπλοκής.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: EUROKINISSI -ΣΤΕΛΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΥ

Όλα δείχνουν ότι τα πράγματα με τον Τύπο και τα ΜΜΕ δεν πάνε καθόλου καλά από οικονομική άποψη. Στην περίοδο 2011-2016 η κυκλοφορία των εφημερίδων υποχώρησε κατά 50,3% και των περιοδικών κατά 55%. Κατά 68% υποχώρησαν οι οικονομικές εφημερίδες, κατά 55% οι αθλητικές και κατά 46% οι πολιτικές εφημερίδες. Μόνο σε μία χρονιά, το 2016, οι εφημερίδες έχασαν το 15,9% της κυκλοφορίας τους και τα περιοδικά το 9%.

Αντίστοιχα μεγάλη ήταν η υποχώρηση της διαφημιστικής δαπάνης άρα και των εσόδων των ΜΜΕ. Ήδη το 2013 η συνολική διαφημιστική δαπάνη προς όλα τα Μέσα, που είχε ως κορυφαία χρονιά το 2008 με 2,5 δισ. ευρώ, είχε υποχωρήσει κατά 40%, φτάνοντας στα επίπεδα του 1998 – και έκτοτε δεν ανέκαμψε ουσιαστικά. Και βέβαια το πλήγμα στην αξιοπιστία των ΜΜΕ ως τρόπου ενημέρωσης καταγράφεται σε όλες τις έρευνες κοινής γνώμης.

Σε όλα αυτά προστέθηκε και μια βασική αλλαγή στους όρους τηλεθέασης. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι προτιμούν, αντί της τηλεόρασης, την παρακολούθηση ταινιών ή εκπομπών από υπολογιστές, λάπτοπ, τάμπλετ και κινητά. Κάποιοι το κάνουν από συνδρομητικές υπηρεσίες, κάποιοι όχι. Σε κάθε περίπτωση, το αποτέλεσμα είναι ότι μειώνεται ο συνολικός αριθμός τηλεθεατών που βλέπει προγράμματα με διαφημίσεις.

Ο συνδυασμός όλων αυτών των παραγόντων –και η ανατροφοδότησης μεταξύ τους (μικρότερη αναγνωσιμότητα ή τηλεθέαση σημαίνει λιγότερα έσοδα, που με τη σειρά τους σημαίνουν και λιγότερη ύλη ή χειρότερο πρόγραμμα, άρα αδυναμία προσέλκυσης αναγνωστών και θεατών κ.ο.κ.)–, έχει διαμορφώσει μία χωρίς προηγούμενο συνθήκη κρίσης του Τύπου και συνολικά των ΜΜΕ. Τα μεγαλύτερα θύματα αυτής της κρίσης είναι οι ίδιοι οι εργαζόμενοι στα ΜΜΕ αλλά και η ποιότητα της παρεχόμενης ενημέρωσης και ψυχαγωγίας.

 

 

Όι ρίζες της κρίσης

Το μοντέλο του ελληνικού Τύπου και των ΜΜΕ ήταν εξαρχής στρεβλό, ιδίως κατά την περίοδο της έκρηξης των ΜΜΕ που ανέτειλε με την ιδιωτική τηλεόραση και ραδιοφωνία. Σε εκείνη την περίοδο, που συνέπεσε με μια μακρά περίοδο οικονομικής μεγέθυνσης με έντονες στρεβλώσεις (διασπάθιση δημόσιων πόρων, υπερκοστολογημένα μεγάλα έργα, το «πάρτι» του Χρηματιστηρίου, συνεχής τραπεζικός δανεισμός, καλλιέργεια καταναλωτικού ευδαιμονισμού), διαμορφώθηκε ένα ορισμένο μοντέλο και για τον Τύπο. Μια μαζική εισβολή επιχειρηματικών συμφερόντων σημειώθηκε στον χώρο των ΜΜΕ. Όλα αυτά τα κεφάλαια δεν τοποθετήθηκαν εκεί για οικονομική επένδυση (ή όχι κυρίως για αυτήν), αλλά για να μπορούν οι ιδιοκτήτες τους να ασκούν πολιτική επιρροή με απώτερο σκοπό την επιχειρηματική τους διευκόλυνση στις υπόλοιπες «ασχολίες» τους. Άλλωστε, ήδη από τη δεκαετία του 1980 και κυρίως κατά τη δεκαετία του 1990 είχε γίνει σαφές ότι μια ολοκληρωμένη επιχειρηματική παρουσία απαιτούσε και ρόλο στα ΜΜΕ.

Σε πρώτη φάση η ίδια η δυναμική των Μέσων, όπως η νεαρή ιδιωτική τηλεόραση, μπορούσε να τροφοδοτεί από μόνη της μια αυξημένη διαφημιστική δαπάνη, ιδίως από τη στιγμή που η ελληνική κοινωνία καλούνταν να καταναλώσει ακόμη περισσότερο – και από ένα σημείο και μετά να δανειστεί ακόμη περισσότερο. Νέα προϊόντα και συνήθειες, όπως η κινητή τηλεφωνία, στηρίχτηκαν σε μια ιδιαίτερα επιθετική διαφημιστική στρατηγική που έριξε άφθονο χρήμα στην αγορά για πολλά χρόνια. Κατά τη δεκαετία του 2000 η διαφημιστική δαπάνη ενισχύθηκε και τεχνητά, από τις τράπεζες και τις ΔΕΚΟ μέχρι την αυξημένη κρατική διαφήμιση (άλλωστε τα ευρωπαϊκά προγράμματα όπως και τα συγχρηματοδοτούμενα μεγάλα έργα είχαν και έχουν υποχρεωτικές δαπάνες προβολής).

Πλάι σε αυτά τα έσοδα, ας μην ξεχνάμε ότι η έκρηξη των ΜΜΕ συνέπεσε και με την εκτίναξη του Χρηματιστηρίου. Θεωρούμενες ως χώροι με σημαντικές επιχειρηματικές δυνατότητες, ιδίως όταν επικρατούσε ακόμη μια «εξωτική» αντίληψη για τα νέα Μέσα όπως το Διαδίκτυο, οι επιχειρήσεις ΜΜΕ μπορούσαν να αντλούν από το Χρηματιστήριο σημαντικά ποσά.

Όλα αυτά διαμόρφωσαν και μια σειρά από φαινόμενα μέσα στα ίδια τα ΜΜΕ. Ιδιαίτερα υψηλές αμοιβές για τα «αστέρια» είτε της ενημέρωσης είτε της ψυχαγωγίας, που αύξαναν το συνολικό λειτουργικό κόστος, ακόμη κι αν πολλές φορές ήταν εντελώς δυσανάλογες προς την ποιότητα του προϊόντος που παραγόταν. Πληθωρισμός αμοιβών των κάθε λογής στελεχών και διαμόρφωση ιεραρχιών που κυρίως ήθελαν να διαφυλάξουν τα προνόμιά τους, μισθολογικά και άλλα. Διασπάθιση πόρων και εσόδων είτε σε πρακτικές προβολής  είτε απλώς στην επιδειξιομανία των ιδιοκτητών. Ιδιαίτερα υψηλός τραπεζικός δανεισμός που δεν υπερέβαινε μόνο τις πραγματικές αντοχές των ΜΜΕ αλλά και διαμόρφωνε μια ιδιότυπη πολιτικοοικονομική εξάρτηση ανάμεσα στα ΜΜΕ και τη διαρκή ανακύκλωση του δανεισμού τους από τις τράπεζες.

Την ίδια στιγμή το φαινόμενο που συνηθίσαμε να ονομάζουμε «διαπλοκή» έπαιρνε ολοένα πιο έντονες διαστάσεις. Δεν ήταν μόνο το γεγονός ότι υπήρξαν ολόκληρες κατηγορίες δημοσιογραφίας, όπως ο οικονομικός Τύπος, όπου άνθισε το φαινόμενο των «παπαγάλων», δηλαδή των δημοσιογράφων που έγραφαν ή μιλούσαν με αποκλειστικό κριτήριο την προώθηση της μιας ή της άλλη εταιρείας – και κυρίως μετοχής. Ήταν επίσης η σταδιακά αυξανόμενη στράτευση των εντύπων σε συγκεκριμένες επιχειρηματικές ή πολιτικοεπιχειρηματικές ατζέντες.

Την ίδια στιγμή πλήθαιναν τα φαινόμενα διαφόρων επιχειρηματιών που εμφανίζονταν ως διάττοντες αστέρες στα ΜΜΕ επιδιώκοντας όχι να πραγματοποιήσουν «επενδύσεις» με κάποιο ορίζοντα, αλλά πολύ περισσότερο να προλάβουν να κατοχυρώσουν τη δυνατότητα απόσπασης δημοσιότητας για τις συνολικές δραστηριότητές τους. Χαρακτηριστικότερο τέτοιο παράδειγμα υπήρξε η περίπτωση του διδύμου Λαυρεντιάδη-Κυριακίδη, που προσπάθησαν να φτιάξουν μια μιντιακή αυτοκρατορία δανειζόμενοι παράτυπα από την Proton Bank ιδιοκτησίας Λαυρεντιάδη (ένα μοτίβο που θύμιζε ανάλογες πρακτικές του Κοσκωτά κατά τη δεκαετία του 1980).

Αυτή η συνθήκη ενίσχυε και μια τάση ιδεολογικού κομφορμισμού νεοφιλελεύθερης κοπής, καθώς όλο και περισσότερο ο ιδεολογικός μέσος όρος και τόνος, ιδίως των τηλεοπτικών καναλιών, μετατοπίζονταν στο μίγμα εκσυγχρονισμού και νεοφιλελευθερισμού που αποτέλεσε την ιδεολογική vulgata της ελληνικής κοινωνίας από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 και μετά.

Όλα αυτά διαμόρφωναν μια εικόνα «παγόβουνου» όπου κάτω από την επιφάνεια διαρκώς σωρεύονταν προβλήματα και εκρηκτικές αντιφάσεις, τις οποίες ο ερχομός της κρίσης οδήγησε με πάταγο στο προσκήνιο.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: EUROKINISSI

Από την κρίση στην κατάρρευση

Με τον ερχομό της κρίσης και την απότομη υποχώρηση της διαφημιστικής δαπάνης, την υποχώρηση των λοιπών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, η πρώτη αντίδραση ήταν μια εκτεταμένη προσπάθεια να μεταφερθεί το βάρος στις πλάτες των εργαζομένων, δημοσιογράφων και τεχνικών και να διατηρηθούν τα προνόμια των ιδιοκτητών και των στελεχών.

Το μεγάλο κύμα των απολύσεων ξεκίνησε με αφορμή ξαφνικές αποφάσεις απόσυρσης από τη μιντιακή αγορά. Η απόφαση της Γιάννας Αγγελοπούλου να αποσυρθεί από τα ΜΜΕ –και άρα να πουλήσει τον Ελεύθερο Τύπο και τον ραδιοσταθμό City– έδωσε το πρώτο μεγάλο κύμα ομαδικών απολύσεων στον χώρο των ΜΜΕ.

Συχνά οι επιχειρήσεις δοκιμάζουν να κάνουν απολύσεις και μειώσεις μισθών πριν ακόμη όντως επιδεινωθούν τα οικονομικά τους και αυτό φαίνεται και από τον τρόπο που διαχειρίστηκαν τους πόρους που εξοικονόμησαν από τις περικοπές. Το παράδειγμα του ομίλου των Αττικών Εκδόσεων είναι χαρακτηριστικό. Με πάνω από 6 εκατ. ευρώ κέρδη το 2007, πάνω από 5 εκατ. το 2008 και πάνω από 1 εκατ. ακόμη και το 2009, προτίμησαν απλώς να διοχετεύουν τα κέρδη τους στις άλλες επιχειρήσεις του ομίλου και να αντιμετωπίζουν την κρίση με απολύσεις και μειώσεις μισθών, ενώ τα ποσά που εξοικονομούσαν από τις περικοπές τα τοποθετούσαν σε αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου άλλων επιχειρήσεων!

Το 2010 είναι η χρονιά που μπαίνουμε στον αστερισμό των Μνημονίων• είναι ταυτόχρονα και μια μαύρη χρονιά για την κατάσταση στον χώρο του Τύπου καθώς ξεκινούν μεγάλα κύματα απολύσεων που θα συνεχιστούν αμείωτα τα επόμενα χρόνια. Στον ΔΟΛ ξεκινάει μια μεγάλη μάχη για να αποτραπούν δεκάδες απολύσεις δημοσιογράφων και λοιπών εργαζομένων, καθώς η εργοδοσία θέλει να μειώσει το συνολικό κόστος, χωρίς όμως να αγγίξει τα προνόμια των στελεχών και των «επώνυμων» μεγαλοδημοσιογράφων. Σε αυτή την περίπτωση δοκιμάζεται και ένα μοτίβο που τα επόμενα χρόνια μεταφέρθηκε σχεδόν παντού: ο εκβιασμός των δημοσιογράφων να αποδεχτούν όχι μόνο τις μειώσεις των μισθών αλλά και την ιδεολογική συμμόρφωση στις απαιτήσεις της διεύθυνσης, συμπεριλαμβανομένης και της έλλειψης αλληλεγγύης προς όσους απολύονται. Τότε εγκαινιάζεται και μια κρισιακή και καθοδική πορεία του ΔΟΛ που καταλήγει στη σημερινή κατάσταση, συγκεφαλαιώνοντας την κρίση ενός ολόκληρου μοντέλου επιχειρηματικής αντιμετώπισης των ΜΜΕ και της οικονομικής και πολιτικής τους επιρροής.

Την ίδια περίοδο ξεσπάει και η μεγάλη κρίση της Ελευθεροτυπίας. Ο συνδυασμός ανάμεσα στην ευρύτερη υποχώρηση των εσόδων αλλά και μια καταστροφική κακοδιαχείριση (πόροι που πήγαιναν σε άλλες εταιρείες, απουσία σχεδιασμού κ.ά.) οδηγούν σε στάση πληρωμών προς τους εργαζομένους, απολύσεις, οικονομική κατάρρευση και τελικά στο κλείσιμο μια ιστορικής εφημερίδας που τις προηγούμενες δεκαετίες είχε αλλάξει το τοπίο του Τύπου στην Ελλάδα, θέτοντας σε αρκετές στιγμές ιδιαίτερα ψηλά τον πήχη.

Απολύσεις και μειώσεις μισθών επιβάλλονται κατά κύματα στον Πήγασο, στον ΣΚΑΪ και στον και σταδιακά γίνονται καθημερινότητα σε όλα τα Μέσα. Η κρίση οδηγεί επίσης σε κλεισίματα Μέσων που δεν είχαν οικονομικό βάθος ή που οι ιδιοκτήτες τους μετατοπίζονται σε άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες. Αλλού κλιμακώνονται οι απολύσεις (Αττικές Εκδόσεις) ή αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση προς το κλείσιμο (Απογευματινή). Περιοδικά και ραδιοφωνικοί σταθμοί κλείνουν ο ένας μετά τον άλλον. Η υπόθεση Alter της οικογένειας Κουρή είναι επίσης ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς οι επιχειρηματίες των ΜΜΕ προτιμούν την απαξίωση ενός Μέσου και των εργαζομένων  του, την ίδια στιγμή που οι ίδιοι μπορεί να συνεχίζουν με άλλους όρους και άλλα Μέσα την επιχειρηματική τους δραστηριότητα.

Καθώς η κρίση προχωράει και δεν υπάρχουν δυναμικές οικονομικής ανάκαμψης, το πρόβλημα αρχίζει να ακουμπάει και τις ναυαρχίδες των ΜΜΕ, εκείνες τις επιχειρήσεις που φάνταζαν ότι είχαν και τη μεγαλύτερη ευρωστία. Ήδη από το 2012 αρχίζουν τα οικονομικά προβλήματα στο Mega, παρά την υψηλή τηλεθέαση και τη σταθερή εισροή διαφημιστικών εσόδων.

Κρίση περνούν ακόμη και κομματικά Μέσα. Το ΚΚΕ, αντιμετωπίζοντας σοβαρά οικονομικά προβλήματα  κατά την περίοδο 2009-2011 στην Τυποεκδοτική, που ήταν κομματική επιχείρηση, τη θέτει σε πτώχευση το 2012 και λίγα χρόνια μετά την κλείνει οριστικά, κλείνει τον τηλεοπτικό σταθμό 902 πουλώντας τη συχνότητά του και προχωρά σε απολύσεις από τον Ριζοσπάστη.

Οι συνεχείς απολύσεις και η αυξανόμενη ανεργία στον κλάδο των δημοσιογράφων αντικειμενικά γεννά ιδιαίτερα μεγάλη πίεση και σε όσους εργάζονται. Ξαφνικά, υπάρχει μια μεγάλη μάζα άνεργων δημοσιογράφων και τεχνικών που αναζητούν εργασία. Νέες εργασιακές σχέσεις γαλέρας αρχίζουν να επεκτείνονται, ιδίως στο Διαδίκτυο. Διαμορφώνεται ένα νέο μοντέλο ιδιαίτερα φτηνής εργασίας – αλλά στην πραγματικότητα και χαμηλής ποιότητας, αφού όλα υποτάσσονται στην απλή προσέλκυση κλικ.

 

Η παρακμή της δημοσιογραφίας

Η επιδείνωση της κατάστασης στα ΜΜΕ προχωρά χέρι-χέρι με την αναδίπλωσή τους σε μια συστημική ιδεολογική στράτευση. Αυτό που κάποτε θεωρήθηκε απόκλιση και ένδειξη μεταστροφής, όπως η παραποίηση του βίντεο που έκανε το Mega το βράδυ της δολοφονίας του Αλέξη Γρηγορόπουλου, σταδιακά γίνεται κανόνας, όπως φάνηκε π.χ. στην περίοδο ανάμεσα στις δύο εκλογικές μάχες του 2012, και τελικά εξελίσσεται σε πραγματικό καταναγκασμό, όπως φάνηκε στον παροξυσμό παραπληροφόρησης τις ημέρες του δημοψηφίσματος του 2015, όταν παραβιάστηκε κάθε έννοια δεοντολογίας.

Ούτε είναι τυχαίο ότι, παρά την οικονομική κρίση, διατηρήθηκε ένα ολόκληρο φάσμα από πρακτικές παροχέτευσης πολιτικού χρήματος προς τον χώρο των ΜΜΕ, από τα τηλεοπτικά κανάλια μέχρι τις ιστοσελίδες. Παρά τη συνολική υποχώρηση της διαφημιστικής δαπάνης, παρέμεινε υψηλή η διαφημιστική δαπάνη των τραπεζών, μεγάλων κερδοφόρων ιδιωτικών επιχειρήσεων όπως η ΟΠΑΠ ΑΕ, κρατικές δαπάνες όπως αυτές του ΚΕΕΛΠΝΟ, της ΕΥΔΑΠ, της ΔΕΗ κ.ά. Το ανέκδοτο που κυκλοφορούσε, ότι αρκούσε να αναζητήσει κανείς τα διαφημιστικά μπάνερ της Τράπεζας Πειραιώς, για να αντιληφθεί τον προσανατολισμό ενός Μέσου σε σχέση με την κυρίαρχη πολιτική είναι ενδεικτικό. Ούτε ήταν τυχαίο ότι, για παράδειγμα, η διαφημιστική δαπάνη της ΟΠΑΠ ΑΕ αγοράζει εμμέσως και σιωπή για οτιδήποτε θα μπορούσε να χαλάσει την εικόνα της ή αυτή του επιχειρηματία Δ. Μελισσανίδη. Πάνω από όλα, το τοπίο αυτό συντήρησε και συντηρεί την αναπαραγωγή ενός πολιτικού λόγου ιδιαίτερα μετατοπισμένου σε νεοφιλελεύθερη και αγοραία κατεύθυνση, την ίδια στιγμή που τροφοδότησε και τροφοδοτεί διάφορα δημοσιογραφικά και παραδημοσιογραφικά συστήματα – έστω και με λιγότερους πόρους από αυτούς που μπορούσαν να διατεθούν στις «χρυσές εποχές».

Όμως, η κρίση και μετάλλαξη του Τύπου και των ΜΜΕ γίνεται όλο και πιο δομική την περίοδο που τα μνημόνια γίνονται η νέα κανονικότητα. Η συγκυρία μιας παρατεταμένης οικονομικής κρίσης σε συνδυασμό με το πολύ πιο πιεστικό χρηματοδοτικό και τραπεζικό περιβάλλον σημαίνει ότι δύο βασικές επιλογές (ενίοτε και ο συνδυασμός τους…) ανοίγονται για το τοπίο των ΜΜΕ. Από τη μία, η λογική της γαλέρας, δηλαδή της με κάθε τρόπο συρρίκνωσης του κόστους, σε βάρος όχι απλώς της ποιότητας αλλά και με κόστος την πλήρη απαξίωση κάθε έννοιας δημοσιογραφίας. Από την άλλη, μια κατάσταση όπου τα όποια εγχειρήματα στα ΜΜΕ δεν γίνονται με κριτήριο καν μια τυπική επένδυση κεφαλαίου αλλά με βάση επιχειρηματικά κεφάλαια που τοποθετούνται με κριτήριο τη διαμόρφωση επιχειρηματικών και πολιτικών συσχετισμών μέσω της απροκάλυπτης χρήσης των ΜΜΕ. Κατευθυνόμενη ειδησεογραφία, σχηματική στοχοποίηση, υποκατάσταση της ανάλυσης από το «αφήγημα», αναγνώστες και θεατές οι οποίοι στην πραγματικότητα κινούνται σε μια αχαρτογράφητη κινούμενη άμμο.

Την ίδια ώρα δεν μεταλλάσσονται μόνο τα ΜΜΕ αλλά και το κοινό τους. Η διάρρηξη της κοινωνικής συνοχής σε συνδυασμό με την αποδόμηση ακόμη και της εμπιστοσύνης στη δυνατότητα μιας άλλης πορείας, ως αποτέλεσμα της μεταστροφής του ΣΥΡΙΖΑ, έχει αποδιαρθρωτικά αποτελέσματα στη σκέψη των ανθρώπων και στις προσδοκίες τους από τα ΜΜΕ. Η απώλεια της εμπιστοσύνης στη δυνατότητα να αναλυθεί κριτικά η πραγματικότητα για να καταδειχθεί η δυνατότητα αλλαγής της οδηγεί σε ένα φάσμα από αντιδράσεις, από την απάθεια και τον κυνισμό έως την αναδίπλωση στην ασφάλεια της θεωρίας συνωμοσίας και την υστερία των εναλλαγών ανάμεσα στους «ψόφους» και τις καρδούλες στα κοινωνικά δίκτυα.

Οι πραγματικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα Μέσα, έντυπα και ψηφιακά, που δοκιμάζουν μια άλλη πορεία είναι ενδεικτικές του τοπίου που διαμορφώνεται, όπου το διακύβευμα παύει να είναι το μέλλον των Μέσων και γίνεται το ίδιο το μέλλον της δυνατότητας κριτικής σκέψης σε μια κοινωνία όπου ακόμη και η επιβίωση γίνεται τρόπαιο.

About Παναγιώτης Σωτήρης (10 Articles)
O Παναγιώτης Σωτήρης εργάζεται ως δημοσιογράφος και μεταφραστής. Είναι διδάκτορας του Παντείου Πανεπιστημίου, έχει διδάξει πολιτική και κοινωνική φιλοσοφία σε ελληνικά πανεπιστήμια, και επιστημονικά άρθρα του έχουν δημοσιευτεί σε ελληνικά και διεθνή περιοδικά.
Αρέσει σε %d bloggers: