Μακρύ μνημόσυνό για το MEGA

Σε κατάσταση παρατεταμένου μαρασμού, η αυτοψία στο άλλοτε κραταιό Mega Channel δείχνει ότι η συμβολή του στην ψυχαγωγία και ενημέρωση του κοινού είναι στην πραγματικότητα πολύ μικρότερη απ’ όσο τείνει να εμφανίζεται. Έμβλημα μιας περασμένης φάσης, πολιτικά και πολιτισμικά, το «μεγάλο κανάλι» έχει μείνει ως ένα αδύναμο σύμβολο στάτους – ως το αγαπημένο κανάλι που έφτασε να κλείνει χωρίς να το πενθεί κανείς.

Ο Γιώργος Καπουτζίδης τυχαίνει να είναι ταυτόχρονα ένας απ’ τους πιο συμπαθητικούς και πιο ταλαντούχους ανθρώπους που έβγαλε η δεύτερη εποχή της ιδιωτικής τηλεόρασης. Ως εκ τούτου, ήταν παραπάνω από λογικό να καλείται να σχολιάσει τη σταδιοδρομία του δημοφιλέστερου καναλιού της στα πλατό του και αναμενόμενο η συζήτηση να πηγαίνει και στις δικές του δημιουργίες. Τον Νοέμβριο του 2015 που βρέθηκε προσκεκλημένος σε αφιέρωμα της πρωινής ζώνης του MEGA για τα 26 χρόνια ζωής του καναλιού, η «Εθνική Ελλάδος», το τελευταίο του δημιούργημα, είχε κλείσει την πρώτη του σεζόν ενώ η οικονομική κατάσταση του σταθμού πήγαινε από το κακό στο χειρότερο, καθιστώντας αβέβαιη τη συνέχισή του. Η «Εθνική Ελλάδος» ήταν ένα ιδιαίτερο παράδειγμα που άξιζε να συζητηθεί ως η μόνη πιθανώς σειρά των τελευταίων ετών που απέσπασε θετικές κριτικές ακόμα και από χώρους που παραδοσιακά κοιτούν με δυσπιστία την ευτέλεια της τηλεόρασης.

Χαρακτηριστικά, σε άρθρο του στην Αυγή με τίτλο «Κάν’ το όπως ο Καπουτζίδης» λίγους μήνες πριν, ο Γιώργος Αναδρανιστάκης παρουσίαζε στους άρτι κυβερνώντες συντρόφους του την «Εθνική Ελλάδος» ως παράδειγμα προς μίμηση για το ψυχαγωγικό πρόγραμμα της νέας δημόσιας τηλεόρασης. «Το σίριαλ του Καπουτζίδη θα μπορούσε να είναι ένα πολιτικό μανιφέστο, αλλά ευτυχώς δεν είναι», έγραφε ο –εκλιπών πια– δημοσιογράφος. «Είναι έργο τέχνης υψηλού επιπέδου, με χιούμορ, συγκίνηση, απολαυστικούς διαλόγους, εξαιρετικές ερμηνείες […] Είναι έργο τέχνης και αυτό του προσδίδει τεράστια πολιτική δύναμη, φέρνοντάς το κάθε εβδομάδα στα σπίτια δύο εκατομμυρίων ανθρώπων. Αλλιώς θα ήταν στομφώδης μπροσούρα, σαν τους Ρόκους Χοϊδάδες και τα άλλα επικά χαζοσίριαλ που βλέπαμε μειδιώντας τα πρώτα χρόνια του ΠΑΣΟΚ».

Το ψυχαγωγικό πρόγραμμα του Mega αριθμεί εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες, διαφορετικές εκπομπές, με μεγάλο ποσοστό από αυτές να θεωρείται πια «κλασικό». Από τηλεπαιχνίδια μέχρι ριάλιτι και από κωμωδίες μέχρι δραματικές σειρές, το πρώτο ιδιωτικό κανάλι έπαιξε συχνά τον ρόλο του ρυθμιστή του τηλεοπτικού γούστου. Ειδικά στα πρώτα χρόνια λειτουργίας του, άφησε πιθανώς τα καλύτερα τεκμήρια για μια ανθρωπολογικού τύπου ματιά στην ελληνική κοινωνία της εποχής, αρχής γενομένης με τους «Απαράδεκτους», τους «Αυθαίρετους», τις «Τρεις Χάριτες», κλασικά σημεία αναφοράς για την καλή εκδοχή της τηλεοπτικής κωμωδίας με αποδοχή σε πολύ διαφορετικά είδη τηλεθεατών.

Με τέτοια παρακαταθήκη, το εορταστικό αφιέρωμα του Mega τον Νοέμβριο 2015 –που ελάχιστα εορταστικό χαρακτήρα είχε, με τα οικονομικά προβλήματα του σταθμού και τον επικείμενο διαγωνισμό για τις τηλεοπτικές άδειες να βαραίνουν την ατμόσφαιρα– ήταν αναμενόμενο να έχει αυτές τις σειρές σε πρώτο πλάνο. Παρουσιάστηκαν ως η ψυχή όχι μόνο του σταθμού, αλλά και της ιδιωτικής τηλεόρασης γενικότερα, χρησιμοποιώντας τη νοσταλγία προκειμένου να αρδεύσουν τη συμπάθεια του κοινού στη δύσκολη οικονομική και ιδιοκτησιακή μάχη που είχε μπροστά της η διοίκηση.

Μια τέτοια χειρονομία λίγους μόλις μήνες μετά το συγκρουσιακό εκείνο καλοκαίρι που είχε οξύνει όσο τίποτα το αντι-μιντιακό συναίσθημα, αναπόφευκτα πετούσε μία μπανανόφλουδα που το ίδιο το κανάλι είχε πατήσει. Δεν ήταν μόνο η οξυμένη προπαγάνδα των ημερών του δημοψηφίσματος –με την εμβληματική ερώτηση «Τι φταίμε εμείς αν όλες οι κοινωνικές ομάδες τάσσονται υπέρ του “Ναι”;» από τη Μαρία Σαράφογλου στο κεντρικό δελτίο του καναλιού– αλλά πρωτίστως ότι η αντιπαραβολή με το παρελθόν φανέρωνε τη μεγάλη μετάλλαξη της ελληνικής τηλεόρασης προς το πιο ανοίκειο και εχθρικό απέναντι στον τηλεθεατή. Ταυτόχρονα με τη συνειδητοποίηση ότι αυτή η μετάλλαξη δεν ήταν τόσο μεγάλη στο ενημερωτικό πρόγραμμα, όσο ήταν στην ψυχαγωγία.

Οι οικοδεσπότες της εκπομπής «Καλημερούδια», μαζί με τον Γιώργο Καπουτζίδη, ξεκινώντας να υμνήσουν την καυστική σάτιρα της Μαλβίνας Κάραλη, κατέληξαν να αναδεικνύουν σε λίγα μόλις λεπτά το πόσο δύσκολο ήταν να γιορτάσει κανείς την ιδιωτική τηλεόραση στο 26ο έτος της ηλικίας της. Αναπόφευκτα κάποιος θα παρατηρούσε ότι το αιρετικό στιλ της Μαλβίνας στη σάτιρα είναι κάτι που δύσκολα θα έβρισκε τον δρόμο του ως τους τηλεοπτικούς δέκτες πλέον. Ο Γ. Καπουτζίδης απέδωσε το γεγονός στην αυτοαναφορικότητα της ύστερης τηλεόρασης, υπονοώντας τις κουτσομπολίστικες εκπομπές που άρχισαν να ασχολούνται με τα ίδια τα πρόσωπα της τηλεόρασης περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο. Παράλληλα, επισήμανε ότι η τηλεόραση έχει σταματήσει να προσφέρει θεάματα σε πιο «απαιτητικούς» θεατές, στρεφόμενη αποκλειστικά στον ελάχιστο κοινό παρονομαστή – ή τουλάχιστον σ’ αυτόν που αντιλαμβάνεται ως τέτοιον. Ένα τέτοιο κοινά προσβάσιμο, αλλά και «σκεπτόμενο» είδος ψυχαγωγίας είχε προσπαθήσει να δημιουργήσει και ο ίδιος με την «Εθνική Ελλάδος».

Η παρατήρηση του Γιώργου Καπουτζίδη είναι αναμφίβολα εύστοχη• η ιδιωτική τηλεόραση πρώτα έφτιαξε το δικό της star system και μετά ανάλωσε μεγάλο μέρος του χρόνου της στο να μιλάει γι’ αυτό. Δεν είναι σίγουρο όμως ότι σ’ αυτό οφείλεται η απουσία μιας Μαλβίνας Κάραλη απ’ τους δέκτες. Άλλωστε σατιρικές εκπομπές υπάρχουν και σήμερα, άλλο αν καμία δεν είναι τόσο αιχμηρή ή σαγηνευτική. Η βασική διαφορά με το σήμερα μπορεί να συμπυκνωθεί στη δυνατότητα της Μαλβίνας να αποκαλεί καθημερινά «τάπερμαν» έναν πρωθυπουργό, τον οποίο το κανάλι της έκανε τα πάντα για να καθαγιάσει μέσα από το ενημερωτικό πρόγραμμά του.

 

Η απελευθέρωση των θεατών

Το ότι η ιδιωτική τηλεόραση τείνει να ρίχνει το συνολικό επίπεδο του Μέσου, καθώς αφήνει την αγορά να ρυθμίζει το πρόγραμμά της είναι κάτι παγκοσμίως επιβεβαιωμένο και ανησυχούσε τους Βρετανούς ήδη πολλές δεκαετίες πριν.1 Ήταν μάλιστα «υπόσχεση» της ιδιωτικής τηλεόρασης σε Ιταλία, Γαλλία και Βρετανία ότι θα απελευθέρωνε το γούστο του κοινού από τα «καταναγκαστικά δεσμά» που επέβαλλαν οι επιβλέποντες και θεματοφύλακες του επιπέδου της.

Η ιδιωτική τηλεόραση ήταν φύσει σύγχρονη, λαϊκή και μαζική. Θα επέτρεπε επιτέλους μια οικιακή διασκέδαση η οποία δεν όφειλε να είναι διδακτική, ούτε να στρατεύεται υπέρ των πάγιων αξιών που κυριαρχούν στην πολιτική και κοινωνική ζωή κάθε χώρας. Το πρόγραμμά της δεν κινδύνευε να απομακρύνει πρόσωπα λόγω των ατομικών τους πεποιθήσεων. Θα μπορούσε να είναι προσβλητική, ανάλαφρη και ποπ κατά το δοκούν, στελεχωμένη από δημοσιογράφους και δημιουργούς που θα επιλέγονταν βάσει της ικανότητάς τους να συνεισφέρουν στο προϊόν. Ήταν το ισχυρότερο σύμβολο της αισιοδοξίας για τη δημοκρατία της ελεύθερης αγοράς, όπως αυτή διαμορφωνόταν στην Ευρώπη στη διάρκεια της δεκαετίας του 1980. Το ότι έγινε πραγματικότητα παραμονές του τέλους του Ψυχρού Πολέμου και της κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης κάθε άλλο παρά σύμπτωση αποτελεί.

Αν αυτή η αισιοδοξία ήταν πραγματική για τις χώρες στις οποίες άνοιξαν τις πύλες του νέου Μέσου ο Ρούπερτ Μέρντοχ και ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι, για την Ελλάδα του τέλους της δεκαετίας του ’80 υπήρξε φρενιτική. Την υπέρμετρη πολιτικοποίηση που είχε εγκαινιάσει η Μεταπολίτευση διαδέχθηκε μια χαλαρή παράδοση του κόσμου στην ελαφρότητα. Την έλευση της ιδιωτικής τηλεόρασης είχαν προοικονομήσει τα σκυλάδικα και τα lifestyle περιοδικά, η δημοτικότητα των οποίων αυξανόταν εκθετικά όσο παγιωνόταν η εποχή της «εθνικής συμφιλίωσης» και η μετάβαση της Ελλάδας από νοτιοευρωπαϊκό θέατρο διώξεων και δικτατοριών σε σύγχρονο κράτος με στοιχειώδη κοινωνική ειρήνη.

Η ίδια η δημιουργία του Mega, του πρώτου καναλιού της ιδιωτικής τηλεόρασης, ίσως να αφορά τους ιστορικούς στον βαθμό που αποτελεί μία πολύ καλή ένδειξη ότι οι συγκυβερνήσεις της «κάθαρσης» αποτέλεσαν ένα προχωρημένο στάδιο στην πορεία της εθνικής συμφιλίωσης. Ο νόμος που επέτρεψε τη λειτουργία του αποτέλεσε γέννημα της κυβέρνησης Τζαννετάκη το 1989, άλλο αν το έδαφος είχε προλειανθεί στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ ήδη από το 1985. Η γέννησή του προέκυψε από έναν απίθανο συνασπισμό μεταξύ των εκδοτών Βαρδή Βαρδινογιάννη, Χρήστου Λαμπράκη, Γιώργου Μπόμπολα, Αριστείδη Αλαφούζου και Κίτσου Τεγόπουλου κάτω από την ομπρέλα της Τηλέτυπος ΑΕ. Κοινώς, οι μεγαλύτεροι μεταπολιτευτικοί εκδότες είχαν ενωθεί για τη δημιουργία του, ενώ αντίστοιχες συμφιλιωτικές διαθέσεις είχαν επιδείξει και όλα τα πολιτικά κόμματα –συμπεριλαμβανομένου του ΚΚΕ– ζητώντας τον απεγκλωβισμό της τηλεόρασης από τον κυβερνητικό εναγκαλισμό.

Η ομοφωνία αυτή δεν είχε να κάνει μόνο με τις διεθνείς τάσεις, τις ευρωπαϊκές επιταγές και το πολιτισμικό κλίμα της χώρας. Επί της διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, η προϋπάρχουσα δημόσια ΕΡΤ είχε πραγματικά αλωθεί από τον μηχανισμό του κυβερνώντος κόμματος. Χρειαζόταν μόλις ένα τηλεφώνημα του Μένιου Κουτσόγιωργα για να κοπεί μία εκπομπή την ώρα που παιζόταν και να εξαφανιστεί διά παντός ο παρουσιαστής της από τους δέκτες, όπως έγινε το 1983.2 Πέρα από τις βαθύτερες αλληγορίες που κρύβει η ταινία «BiOS + Πολιτεία» (1987) του Νίκου Περάκη για την κατάσταση κοινωνίας και κράτους τη δεκαετία του ’80, έχει να πει πολλά για την κατάσταση της ΕΡΤ το γεγονός ότι ο Γιώργος Κιμούλης στον ρόλο του Καραμαζόφ από τη «Λούφα και Παραλλαγή» χρειάζεται να απειλήσει με πολύνεκρη βομβιστική επίθεση σε δημόσιο οργανισμό προκειμένου να καταφέρει να ακουστεί ένα στοιχειώδες αντικυβερνητικό μήνυμα από τη συχνότητα της κρατικής τηλεόρασης.

Πλήθος δημιουργών και δημοσιογράφων διεκδίκησε έντονα στη διάρκεια της δεκαετίας του ’80 μερίδιο πρόσβασης στη δημόσια ραδιοτηλεόραση – τον χώρο που μπορούσε να έχει στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης για να φτιάξει σειρές σαν τη «Λωξάντρα» και τον «Συμβολαιογράφο». Αυτό απαντούσε όχι μόνο σε μια επαγγελματική, αλλά και σε μια αισθητική ανάγκη. Το πρότυπο της τηλεοπτικής σειράς που κυριαρχούσε στην ΕΡΤ –αυτό που θα μεμφθεί αργότερα ο Γιώργος Ανανδρανιστάκης με το παράδειγμα του «Ρόκκου Χαϊδά»– ήταν η ιστορική σειρά, συνήθως διασκευή από κάποιο ήσσονος σημασίας ιστορικό μυθιστόρημα, που συνένωνε μια πατριωτική αφήγηση με μια κάπως ακαθόριστη επαναστατικότητα της εκδοχής που ασπαζόταν η τότε κυβέρνηση. Όχι ότι στα διάκενα δεν υπήρξαν αξιόλογες εξαιρέσεις, οι οποίες έλαμψαν: το «Σιγά, η Πατρίδα Κοιμάται» του Γιάννη Σμαραγδή με τη μουσική του Διονύση Σαββόπουλου, βασισμένο στα γραπτά του τσέχου συγγραφέα Γιάροσλαβ Χάσεκ ή οι «Ακυβέρνητες Πολιτείες», βασισμένες στη γνωστή τριλογία του Στρατή Τσίρκα αποτελούν σταθμούς στην ιστορία της ελληνικής τηλεόρασης. Αποτελούσαν όμως τις λαμπρές στιγμές μιας κάπως κουραστικής μανιέρας που αναπαρήγαγε ένα συγκεκριμένο σε γενικές γραμμές στελεχιακό δυναμικό, μέχρι τις ημέρες που πρώτο το Mega εξέπεμψε το σήμα του.

 

Η εποχή των «Απαράδεκτων»

Μόνο και μόνο η παλέτα των θρυλικών πια «Απαράδεκτων» της Δήμητρας Παπαδοπούλου αποτελούσε κραυγαλέα αντίθεση με τις επίπεδες χρωματικές επιλογές των σειρών της ΕΡΤ. Εκ των υστέρων, μπορεί να ειδωθεί ως μια χειρονομία απελευθέρωσης. Τα παρδαλά πουκάμισα του Βλάσση Μπονάτσου, οι φωτεινοί πολύχρωμοι χώροι των στουντιακών σπιτιών και η ανατύπωση του Μοντριάν πάνω από το γραφείο του Σπύρου Παπαδόπουλου ήταν η οπτική εντύπωση της τομής που έκανε η ιδιωτική τηλεόραση με το κρατικό παρελθόν της.

Οι δε χαρακτήρες ήταν οριακά βλάσφημοι ως πρωταγωνιστές: τα μεγάλα ιστορικά πρόσωπα είχαν αντικαταστήσει ο ομοφυλόφιλος Γιάννης, ο λούμπεν καλοπερασάκιας Βλάσσης, η άεργη νοικοκυρά Δήμητρα και περισσότερο απ’ όλους ο συμβιβασμένος επαναστάτης Σπύρος Παπαδόπουλος που επιζητεί τη συμβουλή του κομματικού καθοδηγητή ως διάλειμμα στην κομφορμιστική του καθημερινότητα. Δεν ήταν απλά πρωτότυπες συλλήψεις, αλλά αιρετικές φιγούρες που διαχώριζαν τη θέση τους σατιρίζοντας ένα ολόκληρο πολιτιστικό παράδειγμα που είχε προηγηθεί.

Η κριτική στον εκφυλισμό της παπανδρεϊκής «Αλλαγής» που πρέσβευαν στον κινηματογράφο το «BiOS + Πολιτεία» και στη μουσική η στιχουργική του Δήμου Μούτση και του Λουκιανού Κηλαηδόνη ήταν πια διαθέσιμο σε μορφή κωμωδίας με το πάτημα ενός κουμπιού στις οικιακές συσκευές. Οι υπόλοιπες κωμικές σειρές του Mega εκείνη την εποχή ακολουθούσαν παρόμοιο μοτίβο. Οι δημιουργοί τους ήταν σαν να έχουν πάρει τη μεθοδολογία του Θεόφραστου του Ερέσιου στους Χαρακτήρες του και να την έχουν στρέψει ενάντια στους προκατόχους τους στο τηλεοπτικό γυαλί. Οι μικροαστοί των «Αυθαίρετων», το μωσαϊκό των «Δέκα Μικρών Μήτσων», οι αλμοδοβαρικής υφής πρωταγωνίστριες στις «Τρεις Χάριτες» και οι επαναπατρισμένοι αποικιοκράτες στο «Εκμέκ Παγωτό» προσπαθούσαν να καταλάβουν μια ελληνική κοινωνία που άλλαζε, κρατώντας μια ανοιχτά σαρκαστική στάση απέναντί της. Μέχρι και η επιλογή της φόρμας της κωμωδίας έναντι του ιστορικά βαρύτερου δράματος μπορεί να εξηγήσει τον ανάλαφρο χαρακτήρα της εποχής σε σχέση με την αγοραία ιδεολογική επεξεργασία που ζητούσε η «Αλλαγή» από τους τηλεθεατές της.

Αν και οι παραπάνω σειρές είναι αυτές που έχουν συνδυαστεί περισσότερο με το Mega (και μνημονεύτηκαν περισσότερο όταν το κανάλι ξεκινούσε την καμπάνια για τη σωτηρία του), αποτελούν στην πραγματικότητα υποκατηγορία σε σχέση με το σύνολο του ψυχαγωγικού του προγράμματος. Η «ελαφρότητα» της ιδιωτικής τηλεόρασης δεν ήταν πάντα συνδυασμένη με την κριτική διάθεση – το ανάποδο χαρακτηριστικό ήταν που χάρισε στη δημοφιλή συσκευή το προσωνύμιο «χαζοκούτι». Κωμικές παραγωγές του Mega ήταν άλλωστε το «Ρετιρέ» και οι «Μικρομεσαίοι» του Γιάννη Δαλιανίδη, το «Εμείς κι Εμείς», ο Σάκης ο υδραυλικός στο «Λαβ Σόρρυ», ο «Πέτρος και τα Κορίτσια του», το «Χάι Ροκ» και πολλά άλλα παρόμοια. Το χιούμορ και το στιλ της τηλεοπτικής κωμωδίας στο Mega –και όχι μόνο– σχετιζόταν λιγότερο με την κωμωδία χαρακτήρων και περισσότερο με την κωμωδία καταστάσεων, με πρωταγωνιστές που φαίνονταν να διακωμωδούν και πάλι φιγούρες της καθημερινότητας, με τη βασική διαφορά ότι οι φιγούρες ήταν πολύ λιγότερο αντιπροσωπευτικές των πραγματικών ανθρωπότυπων της δεκαετίας του ’90 και εξής. Περισσότερα «Είσαι το Ταίρι μου» και «Δέκα Λεπτά Κήρυγμα» ακολούθησαν, παρά «Απαράδεκτοι».

Παράλληλα, αντιπροσωπευτικό του ψυχαγωγικού προγράμματος του Mega υπήρξε κι ένα είδος δράματος που θα συνέπιπτε με την αναγωγή των πάλαι ποτέ Άρλεκιν σε μπεστ-σέλερ. Ήταν η εποχή της Μιρέλλας Παπαοικονόμου. Αποδραστικά ερωτικά δράματα όπως η «Αναστασία» και ο «Απών» κατέκλυσαν το πρόγραμμα του «μεγάλου καναλιού». Το είδος της εξευγενισμένης σαπουνόπερας κυριάρχησε στο πρόγραμμα του Mega φορώντας την προβιά του δράματος (αργότερα εξελίχθηκε στο στιλ των σειρών του Χριστόφορου Παπακαλιάτη) και συμπληρωνόταν με αστυνομικές σειρές, όπως το πρωτοποριακά διαδραστικό «Εσύ Αποφασίζεις» και ο «Σκορπιός» με τον Αντώνη Καφετζόπουλο, που πάσχιζαν μάλλον μάταια να φιλοτεχνήσουν νουάρ πορτρέτα της Αθήνας των 90s. Σήμερα πιθανώς να τους ήταν πιο εύκολο.

 

Η έλευση των ριάλιτι

Στην ψυχαγωγία, το Mega βρισκόταν σχεδόν πάντα ένα βήμα μπροστά από τους ανταγωνιστές του. Ο Τζώνης Καλημέρης που είχε αναλάβει τον ρόλο του παραγωγού, έχοντας μόλις επιστρέψει από την Καλιφόρνια, βρισκόταν ένα βήμα μπροστά από τους ανταγωνιστές του. Χωρίς να έχει περάσει τον αργό τοκετό που υπέστη στην Ευρώπη, η ιδιωτική τηλεόραση των ΗΠΑ είχε αναπτυχθεί σε τρομερό βαθμό, εξάγοντας χιλιάδες προγράμματα στον υπόλοιπο κόσμο. Τη δεκαετία του ’80, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, είχε διώξει προ πολλού από πάνω της κάθε ηθική ευθύνη για την ποιότητα του προγράμματος και είχε αναλύσει διεξοδικά τη φιγούρα του τηλεθεατή, ώστε να αντιλαμβάνεται τι μπορεί να είναι μαζικής απήχησης. Οι επιλογές του Καλημέρη στη δεκαετία του ’90, το είδος του sitcom και του δράματος που καθιέρωσε το Mega, φέρουν εμφανώς την αμερικάνικη επιρροή, με ελάχιστη καθυστέρηση. Ακόμα και το γεγονός ότι ένα τόσο νέο κανάλι σε ένα τόσο νέο μέσο θα αποτολμούσε να φύγει εκτός συνόρων –και μάλιστα εκτός ηπείρου– για να γυρίσει το «Άφρικα» στο 3ο έτος λειτουργίας του, μαρτυρά μια αυτοπεποίθηση που μόνο ένα επιτυχημένο παράδειγμα από το εξωτερικό μπορεί να χαρίσει. Η ευθύνη για την ανάθεση ενός τόσο σημαντικού πόστου στον Καλημέρη ανήκει μάλλον στον Φώτη Μπόμπολα, ο οποίος είχε τη λογική να ακολουθεί τις σύγχρονες τάσεις – ιδίως αν συνυπολογίσουμε το γεγονός ότι την ίδια εποχή που οι υπόλοιποι γόνοι των ολιγαρχών άνοιγαν κλαμπ στην παραλιακή, ο ίδιος έριξε τα χρήματά του στο θρυλικό συναυλιάδικο «Ρόδον», εμπνευσμένος απ’ το λονδρέζικο Marquee.

Η θητεία του Καλημέρη στο Mega έληξε το 1998. Ο Πέτρος Μπούτος που τον διαδέχθηκε είχε να αντιμετωπίσει την πρώτη μεγάλη μετάλλαξη της ιδιωτικής τηλεόρασης, με το κανάλι του να βγαίνει για πρώτη φορά ηττημένο. Τα θηριώδη ποσοστά που έπιασε η εγχώρια διασκευή του «Big Brother» στον ανταγωνιστικό ΑΝΤ1 άνοιξαν την πόρτα της ελληνικής τηλεόρασης για την κατάληψη από τα ριάλιτι, φαινόμενο που κυριάρχησε στην τηλεόραση καθ’ όλη τη δεκαετία του 2000. Μπορεί να έχασε την πρωτιά, αλλά κέρδισε στην καινοτομία εισάγοντας ένα θεματικό στοιχείο με το «Bar» και τη «Φάρμα», τα πρώτα υβρίδια τηλεπαιχνιδιού και ριάλιτι, του είδους δηλαδή που έχει καταλήξει τώρα στο «Survivor», το οποίο πρωτοεμφανίστηκε στο Mega το 2003. Ήταν η αρχή μιας γενικευμένης παρακμής της τηλεόρασης που θα άφηνε ένα τοπίο γεμάτο μεσημεριανάδικα και πρωινάδικα, ριάλιτι και μεταγλωττισμένες σαπουνόπερες (πρώτα μεξικάνικες, ύστερα τούρκικες) – είδη εκπομπών που επιζητούσαν όλο και περισσότερο το κοινό και οι διαφημιστές.

Σε αυτή τη δεκαετία, το Mega κατάφερε εν μέρει να γλιτώσει από την ψυχαγωγική κατρακύλα των ανταγωνιστών του χάρη σε τρεις παραγωγές: το «S1ngles», τις «Σαββατογεννημένες» και το «Παρά Πέντε». Το τελευταίο αποτελεί σταθμό για την ελληνική τηλεόραση, καθώς η μεγάλη επιτυχία του (60%-65% τηλεθέασης σύμφωνα με την AGB) ήρθε αναπάντεχα τη στιγμή που η έλευση των ευρυζωνικών συνδέσεων απεγκλώβιζε σταδιακά μέρος του κοινού από την τηλεόραση και το μετέφερε στο Διαδίκτυο. Η cult λατρεία για τη σειρά του Γιώργου Καπουτζίδη, μάλιστα, γέννησε κάποια από τα πρώτα memes, πριν απόμα και από την έλευση του Facebook που τα κανονικοποίησε και πολύ προτού αρχίσουν να αλληλεπιδρούν τα δύο μέσα, όπως γίνεται τώρα με το Twitter και το «Survivor». Οι δε «S1ngles» του Γιώργου Φειδά είχαν ήδη αρχίσει έναν χρόνο νωρίτερα να χτίζουν γέφυρες μεταξύ των νεότερων ηλικιών και της μικρής οθόνης, ακολουθώντας με ένα πρωτότυπο κινηματογραφικό στιλ τις ιστορίες των χαρακτήρων που φαίνονταν να εκπροσωπούν τη «γενιά των 700 ευρώ» – όχι τόσο με έμφαση στις εργασιακές τους συνθήκες όσο στις σχέσεις και στις ψυχοσυνθέσεις που επικρατούσαν στην Αθήνα του ευρώ, του μετρό και των Ολυμπιακών Αγώνων.

Οι «S1ngles» και το «Παρά Πέντε» ανανέωναν ουσιαστικά την παράδοση των πρώτων «κλασικών» κωμωδιών του Mega, αλλά και των διαδόχων τους στο ενδιάμεσο, όπως η «Dolce Vita», το «Δις Εξαμαρτείν» και το βραχύβιο «Τι Ψυχή Θα Παραδώσεις Μωρή». Οι καινοτομίες σε σχέση με τους προκατόχους τους ήταν εμφανείς: τόσο η μεγαλύτερη έμφαση στο αφηγηματικό κομμάτι απ’ ό,τι στο παρελθόν όσο και η ανοιγμένη βεντάλια προσώπων που χρειάζονταν για να αποτυπωθεί ο ανθρωπολογικός χάρτης του τότε. Οι πρωταγωνιστές του «Παρά Πέντε» ποικίλλουν πολύ περισσότερο σε ηλικία, μόρφωση, κοινωνικό στάτους και κουλτούρα απ’ ό,τι αυτοί των «Απαράδεκτων». Τα σχίσματα με βάση τα παραπάνω κριτήρια είχαν γίνει τόσο πολλά που ήταν δύσκολο να βρεθούν οι μασίφ αντιπροσωπευτικοί άνθρωποι άλλων εποχών. Ήταν επίσης η τελευταία φορά που τηλεοπτική σειρά μυθοπλασίας θα έφτανε στο ευρύ κοινό• το Ίντερνετ άλλωστε άρχισε να ξεπερνά την τηλεόραση, ενώ για το κοινό της σίμωνε η εποχή που θα αναγκαζόταν να ξαναστρέψει το ενδιαφέρον του στα ενημερωτικά προγράμματα.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: EUROKINISSI // ΣΤΕΛΙΟΣ ΜΙΣΙΝΑΣ

Πρώτοι στην ενημέρωση

Μπορεί στην εκστρατεία που έκανε το «μεγάλο κανάλι» για να κερδίσει τη συμμαχία του κοινού στην ώρα της κρίσης του να έπαιξε σε πρώτο πλάνο τις καλές στιγμές του ψυχαγωγικού του προγράμματος, αλλά θα ήταν αφελές να πιστέψει κανείς ότι οι ισχυρότερες φιγούρες του επιχειρηματικού χώρου συνασπίστηκαν για να το δημιουργήσουν με έγνοια για τις κωμωδίες και τα δράματα που θα έβλεπαν οι τηλεθεατές. Με το ξαναμοίρασμα της τράπουλας των ΜΜΕ στην αρχή της δεκαετίας του ’80, οι Μπόμπολας, Τεγόπουλος, Λαμπράκης και Βαρδινογιάννης είχαν διασταυρωθεί με το σύστημα του ΠΑΣΟΚ με διάφορους τρόπους – άλλο αν η υπόθεση του νεοφερμένου «πρίγκιπα» Κοσκωτά είχε κλονίσει τις σχέσεις τους με τον μηχανισμό του Ανδρέα Παπανδρέου. Η δεκαετία του ’80, με την έλευση του ταμπλόιντ, υπήρξε η χρυσή εποχή των εκδοτών• το νέο Μέσο όμως ήταν ακόμα περισσότερα υποσχόμενο όχι μόνο στο καθαρά επιχειρηματικό του σκέλος, αλλά και στη διείσδυση που θα είχε στα νοικοκυριά.

Το ενημερωτικό πρόγραμμα του Mega φαινόταν αρχικά να τάσσεται υπέρ της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Στα τελευταία της, ωστόσο, φάνηκε να αλλάζει πλεύση, προλειαίνοντας το έδαφος για την επάνοδο του Ανδρέα Παπανδρέου. Ένα κεντρικό δελτίο ειδήσεων με τον Αιμίλιο Λιάτσο, τέσσερις ημέρες πριν από τις εκλογές του 1993,3 δείχνει ξεκάθαρα αυτή την αλλαγή πλεύσης. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης κατέχει ελάχιστο τηλεοπτικό χρόνο σε σχέση με τον Αντώνη Σαμαρά, τον τότε αποχωρήσαντα από τη ΝΔ και ιδρυτή της Πολιτικής Άνοιξης, που φαίνεται να του «πριονίζει» τα ποσοστά, αλλά και με τους εκπροσώπους του ΠΑΣΟΚ, οι κριτικές των οποίων στην κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας παρατίθενται διεξοδικά. Μ’ εκείνη τη στροφή παίρνει μορφή το ουσιαστικότερο χαρακτηριστικό της ενημέρωσης του Mega: μία υποστηρικτική διάθεση προς την εκάστοτε κυβέρνηση που εκδηλώθηκε τόσο στις ημέρες του Κώστα Σημίτη όσο και σε εκείνες του Κώστα Καραμανλή.

15 Μαρτίου 1995, στις 8.30 το βράδυ, την ώρα του κεντρικού δελτίου ειδήσεων, δύο ρουκέτες προσγειώνονται στον τοίχο του σταθμού. Το χτύπημα έχει πραγματοποιήσει η «17 Νοέμβρη». Στην ανάληψη ευθύνης η οργάνωση εξηγεί την επιλογή της: «η ενέργεια μας κατευθύνονταν ενάντια στους γκάγκστερ εφοπλιστές που σαν μιντιάρχες παραπλανούν καθημερινά τον κόσμο παρουσιάζοντας μια ψευδή εικόνα της πραγματικότητας». Ο συνασπισμός του Mega –που έχει απολέσει τον Αλαφούζο και λίγο αργότερα θα χάσει και τον Τεγόπουλο– αποτελείται από τρεις επιχειρηματίες με προνομιακό ρόλο στα ΜΜΕ, αλλά και στη νομή των δημόσιων έργων και της πολιτικής εξουσίας.

Μια βαρύτατη κατηγορία εξαπέλυε η 17Ν στην ανάληψη ευθύνης της: ότι το τηλεφώνημα που είχε πραγματοποιήσει πριν από την επίθεση στην Ελευθεροτυπία, προειδοποιώντας να αδειάσει ο σταθμός πριν από το χτύπημα, αποσιωπήθηκε σε μια έντεχνη προσπάθεια να υπάρξουν θύματα. Για τους συγγραφείς της προκήρυξης, αυτό ήταν που αποδείκνυε τον πλήρη έλεγχο των ολιγαρχών επί της ενημέρωσης. Ακόμα κι αν η κατηγορία δεν ευσταθούσε, το συμπέρασμα ήταν αναμφίβολα σωστό. Ήταν η εποχή που το ελληνικό ακροατήριο εκπαιδευόταν να διαβάζει την πληροφορία προσπαθώντας να διαγνώσει τις βλέψεις των συμφερόντων που κρύβονταν από πίσω.

Το Mega περισσότερο από κάθε άλλο κανάλι συνέβαλλε στη θετική εικόνα του κόσμου για τον εκσυγχρονισμό. Το «εορταστικό» ρεπορτάζ από τα εγκαίνια μεγάλων έργων παρουσία των αρμόδιων πολιτικών θα μπορούσε να θεωρηθεί πατέντα του καναλιού. Ήταν αυτή η εικόνα που μεταβίβασε στο κοινό την οπτική εντύπωση της εξευρωπαϊσμένης Ελλάδας «που πηγαίνει μπροστά», συχνά κρύβοντας τα κακώς κείμενα της διαδικασίας περαίωσης αυτών των έργων.

Η ομόνοια των Ψυχάρη, Μπόμπολα και Βαρδινογιάννη επιβίωσε στις εποχές Σημίτη, Καραμανλή, Παπανδρέου, Παπαδήμου και Σαμαρά προτού δεχτεί τους πρώτους κλονισμούς. Μάλιστα, συχνά φλερτάροντας με τους επίδοξους διαδόχους των ολιγαρχών: από τον Λαυρέντη Λαυρεντιάδη μέχρι τον Βίκτωρα Ρέστη, τον Δημήτρη Μάρη και τον Θεοχάρη Φιλιππόπουλο. Η σημασία του ως «καναλιού των εκδοτών» τού έδινε ένα ξεχωριστό στάτους μέσα στο πολιτικό και επιχειρηματικό στερέωμα.

Με την έλευση της κρίσης άρχισαν οι δημιουργικές διαφωνίες για την κατεύθυνση του καναλιού, με φόντο τη γενικευμένη δυσπραγία των μέσων ενημέρωσης. Από το μετοχικό σχήμα, ο Σταύρος Ψυχάρης, έχοντας στην πλάτη την υπόθεση των δανείων που τον οδήγησαν στον οικονομικό εισαγγελέα, άρχισε να γίνεται ο πιο αδύναμος κρίκος, αδυνατώντας να προωθήσει μέσα από το Mega την ατζέντα που έχουν κρατήσει τα Μέσα του ΔΟΛ – τα οποία φαίνεται πλέον να έχουν ταχθεί αναφανδόν στο πλευρό του Κυριάκου Μητσοτάκη. Τα οικονομικά προβλήματα του σταθμού γιγαντώνονταν και προκαλούσαν έριδες τους μετόχους, με τη σύγκρουση να φτάνει τελικά να εκδηλωθεί μεταξύ του Μπόμπολα και του Βαρδινογιάννη, με τον πρώτο να έχει γενικά υποχωρητικές τάσεις από το πεδίο των ΜΜΕ και τον δεύτερο να στρέφει το ενδιαφέρον του αποκλειστικά στο Star, κίνηση που ερμηνεύτηκε από πολλούς ως τακτικός εκβιασμός απέναντι στους άλλους μετόχους. Ήδη το 2013 δημοσιεύματα ήθελαν την πλευρά Βαρδινογιάννη να προτείνει συγχώνευση των δύο καναλιών με τον ίδιο σε πλεονεκτική θέση, κάτι που απέκλειαν ως ενδεχόμενο οι άλλοι δύο εταίροι. Οι Βαρδινογιάννης και Μπόμπολας, που φαίνονταν να παλεύουν για την ηγεμονία στον σταθμό, θα επιχειρήσουν συνεννοήσεις τόσο με την κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά όσο και με τον Αλέξη Τσίπρα και τον Νίκο Παππά, προκειμένου να αποφασίσουν για τη στρατηγική της διάσωσης του καναλιού – ή ακόμα και το αν θα υπάρξει κάποια τέτοια.

Την τελευταία δεκαετία, ο έλεγχος της ενημέρωσης στο «μεγάλο κανάλι» έγινε ακόμα πιο προφανής – με ακραίες στιγμές την παραποίηση του βίντεο της δολοφονίας του Αλέξη Γρηγορόπουλου το2008 και την εβδομάδα του δημοψηφίσματος το 2015. Την απαξίωση στα μάτια του κόσμου, μετά από όλα αυτά, δεν αρκούσε η επίκληση των «Απαράδεκτων» και των «Αυθαίρετων» για να την αναστρέψει. Στα τέλη του 2016, οι μέτοχοι έχουν εγκαταλείψει τη μάχη, η Τηλέτυπος ΑΕ έχει αποτύχει να διεκδικήσει συμμετοχή στον διαγωνισμό για τις τηλεοπτικές άδειες (άλλο αν αυτός τελικά ακυρώθηκε) και έχει οδηγήσει σε ένα μπαράζ –απρόθυμων– διαπραγματεύσεων για την αποπληρωμή των χρεών στους εργαζόμενους και όχι μόνο. Το κανάλι είναι ουσιαστικά νεκρό, περιμένοντας τους νέους μνηστήρες που θα αναλάβουν τη διάδοχη κατάσταση. Εσχάτως, ο Ιβάν Σαββίδης θορύβησε το πολιτικό σκηνικό δηλώνοντας την πρόθεσή του για την εξαγορά της Πήγασος του Φώτη Μπόμπολα ή κάποιον άλλον τρόπο συμμετοχής στη διοίκηση του Mega, σενάριο που δεν φαίνεται να ικανοποιεί προς το παρόν την πλευρά του Μπόμπολα.

Η πολιτική εμπλοκή είναι πλέον εμφανής στην επιχειρηματική διένεξη γύρω από το Mega. Το γιατί ενδιαφέρεται κανείς σήμερα για την απόκτησή του, βέβαια, παραμένει ένα ερωτηματικό. Το «μεγάλο κανάλι» έζησε και πέθανε μαζί με την πρώτη εποχή της ιδιωτικής τηλεόρασης, ενώ τα στοιχεία που το κατέστησαν κάποτε δημοφιλές έχουν πια εκλείψει. Η πολιτιστική του παρακαταθήκη εύκολα αποδεικνύεται αφρός αν ανατρέξει κανείς στις παραγωγές του, ενώ η επωνυμία του στην ενημέρωση αποτελεί πια «κόκκινο πανί» για το μεγαλύτερο μέρος του τηλεοπτικού κοινού. Μόνη πιθανότητα είναι να έλκονται οι επίδοξοι επενδυτές από τον συμβολικό του ρόλο: σε περίπτωση δηλαδή που διανύσουμε μια εγχώρια Περεστρόικα η οποία θα αποκαταστήσει μια παλιά συνθήκη με νέα πρόσωπα. Υπερβολικά αισιόδοξο σενάριο, αν ρίξει κανείς μια ματιά στα δεδομένα. Το ξαναμοίρασμα της τράπουλας είναι πια εμφανές, αλλά στη νέα κατάσταση δύσκολα θα μπορούσε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο ένα υπερχρεωμένο κανάλι, τα οικονομικά του οποίου πονοκεφαλιάζουν διαδοχικές κυβερνήσεις και η φήμη του στο ευρύ κοινό είναι πλέον παραπάνω από κακή.
1. Βλ. Γιάννης-Ορέστης Παπαδημητρίου, «Επιτηρούμενοι από μηχανές της Θείας Χάριτος: Εποπτικές αρχές στην πολιτισμένη Δύση», REPORT 3, 19/10/2016.
2. Διεξοδικότερες περιγραφές για τη σχέση της κρατικής τηλεόρασης με την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ τη δεκαετία του ’80 μπορούν να βρεθούν στα δύο τελευταία κεφάλαια του βιβλίου του Παύλου Τσίμα, Ο φερετζές και το πηλήκιο: Το πολιτικό μυθιστόρημα της ελληνικής τηλεόρασης (εκδόσεις Μεταίχμιο 2014).
3. https://www.youtube.com/watch?v=AzSc-FlwtiU

About Γιάννης - Ορέστης Παπαδημητρίου (9 Articles)
Ο Γιάννης - Ορέστης Παπαδημητρίου έχει συνεργαστεί με εφημερίδες και διαδικτυακά μέσα και αποτελεί μέλος των συντακτικών ομάδων του περιοδικού UNFOLLOW και της αγγλόφωνης διαδικτυακής πλατφόρμας Athens Live.
Αρέσει σε %d bloggers: