Ο ΣΥΡΙΖΑ και τα ΜΜΕ: Μια σχέση πάθους, ίντριγκας και προδοσίας

Από τη «σύγκρουση με τη διαπλοκή» μέχρι την απόπειρα θεσμικών τομών στην ενημέρωση και τελικά στην εναγώνια προσπάθεια να υπάρξουν «φιλικά» προς την κυβέρνηση ΜΜΕ, η σχέση του ΣΥΡΙΖΑ με τα Μέσα μετατοπίζεται κατ’ αναλογία με τη μεγαλύτερη εμπλοκή στην άσκηση εξουσίας.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: EUROKINISSI -ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ

Δεν θα ήταν υπερβολή  να πει κανείς ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει οριστεί μέσα από τη σχέση του με τα ΜΜΕ, η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί ενός είδους τραύμα. Από πολύ νωρίς, ήδη πριν από τις διπλές εκλογές  του 2012, τις τελείως διαστρεβλωτικές επιθέσεις των ΜΜΕ εναντίον του –οι οποίες γίνονται ακόμη χειρότερες τα επόμενα χρόνια– τις αντιμετωπίζει με κατά μέτωπον αντεπίθεση: μιλάει σε υψηλότατους τόνους για τη διαφθορά και τη διαπλοκή, ανοίγει μέτωπα με όλα τα ισχυρά ΜΜΕ, επιβάλλει ακόμη και εμπάργκο σε εκπομπές. Ίσως αυτή η συγκρουσιακότητα εξηγεί τις βαθιές αντιφάσεις που διέπουν τους χειρισμούς του ΣΥΡΙΖΑ στο πεδίο των ΜΜΕ, τόσο κατά την περίοδο της ανάδειξής του σε πρώτη πολιτική δύναμη όσο και κατά την περίοδο της διακυβέρνησής του.

Στον πολιτικό χώρο που γεννά τον ΣΥΡΙΖΑ, λόγου χάρη, ανήκει κατά τεκμήριο η εμβριθέστερη και επιδραστικότερη διανόηση της χώρας – εντούτοις ο ΣΥΡΙΖΑ ουδέποτε κατορθώνει να στηρίξει τα δικά του ΜΜΕ ώστε να γίνουν επιδραστικά, ενώ όταν συγκροτεί δίκτυα επιρροής (κυρίως στο Διαδίκτυο) καταφεύγει στον κιτρινισμό και στις χαμηλού επιπέδου επιθέσεις. Επίσης, ενώ πολύ καίρια στηλιτεύει τις πρακτικές των ΜΜΕ που κανοναρχούν το πολιτικό παιχνίδι μέσω επιλεκτικών πιέσεων, ο ίδιος πολιτεύεται συστηματικά και από νωρίς με διαρροές και στοχοποιήσεις. Τέλος, ενώ γίνεται ελκυστικός σε πλατιά κοινωνικά στρώματα με την υπόσχεσή του να ρυθμίσει –επιτέλους!– το τοπίο των ΜΜΕ, όταν του δίνεται η ευκαιρία αφενός περιορίζει αυτή τη ρύθμιση στην απαίτηση «να πληρώσουν οι μιντιάρχες», αφετέρου αποπειράται να κατασκευάσει ένα σύστημα ΜΜΕ δικής του επιρροής – αν και όχι με πολύ μεγάλη επιτυχία.

Όλα τούτα ασφαλώς δεν σημαίνει ότι αληθεύουν οι κατηγορίες των αντιπολιτευόμενων ΜΜΕ πως τάχατες ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να ελέγξει τα ΜΜΕ με πρωτοφανή τρόπο – πόσο μάλλον «σταλινικό», όπως λέγεται και γράφεται! Σημαίνουν, όμως, ότι η προσπάθειά του να παίξει «συστημικά» και στο πεδίο των ΜΜΕ –όπως και σε άλλα πεδία– παράγει αντιφάσεις που φαίνονται ιδιαίτερα οξείες τόσο εξαιτίας της αριστερής του «ψυχής» και του τρόπου που πολιτεύτηκε ως αντιπολίτευση όσο και εξαιτίας του χάους στο οποίο η ενημέρωση έχει ούτως ή άλλως βυθιστεί στα χρόνια της κρίσης.

 

Τα ΜΜΕ του ΣΥΡΙΖΑ

Παρότι ο ΣΥΡΙΖΑ δέχεται, από το 2012 τουλάχιστον, ανηλεή πόλεμο από τα κανάλια και τον Τύπο, ουδέποτε επενδύει στα δικά του ΜΜΕ, μολονότι διαθέτει και εφημερίδα και ραδιόφωνο. Η Αυγή παραμένει σε χαμηλές πωλήσεις και το Κόκκινο σε χαμηλή ακροαματικότητα. Και τα δύο διεκδικούν επάξια τα εύσημα του ποιοτικού όσο ο ΣΥΡΙΖΑ είναι στην αντιπολίτευση, για να μετατραπούν σταδιακά σε σκέτα φιλοκυβερνητικά λιβανιστήρια μετά την ανάληψη της εξουσίας.

Σε κάθε περίπτωση, ουδέποτε αποκτούν υπολογίσιμη κοινωνική διείσδυση, ενώ ταλανίζονται από οικονομικά προβλήματα, με τους εργαζόμενούς τους να βάζουν μεν «πλάτη» για το καλό του πολιτικού χώρου, αλλά να αισθάνονται συχνά ότι το κόμμα-ιδιοκτήτης τούς αφήνει μετέωρους. Παραδόξως, ούτε ως κυβερνητικό κόμμα πια φροντίζει ο ΣΥΡΙΖΑ τα δικά του ΜΜΕ. Η πιο πρόσφατη ανακοίνωση των εργαζομένων της Αυγής, στις 10 Μαΐου, είναι ως προς αυτό ενδεικτική: «Οι εργαζόμενοι της Αυγής», σημειώνουν, «έχουν μπει μπροστά και στηρίζουν με κάθε δυνατό τρόπο το σχέδιο επανεκκίνησης της εφημερίδας. Τον Οκτώβριο προχωρήσαμε σε παρέμβαση στο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, όπου εξηγούσαμε την κατάσταση και τους κινδύνους για το μέλλον της εφημερίδας. Παράλληλα, έχουμε καταθέσει γραπτώς την πρότασή μας για την ανάπτυξη της εφημερίδας, η οποία σε αρκετά σημεία είναι σύμφωνη με το σχέδιο που εκπονήθηκε από τη διεύθυνση και τη διοίκηση της Αυγής Α.Ε. Η προσπάθεια αυτή γίνεται κάτω από ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες, τις οποίες δημιουργούν η οικονομική υστέρηση της εφημερίδας μας και οι μισθολογικές εκκρεμότητες με οφειλές μηνών προς τους εργαζόμενους, οι οποίες φτάνουν τα τρία μηνιάτικα μόνο για το 2017 και ξεπερνούν τα δέκα από προηγούμενα έτη. Από την πλευρά μας, θέλουμε να τονίσουμε ότι θα συνεχίσουμε με το ίδιο πείσμα και διάθεση αυτή την προσπάθεια. Εφιστούμε όμως την προσοχή ότι τυχόν προσκόμματα, στην εκκίνηση αυτή της προσπάθειας, είναι δυνατόν να επιφέρουν την ανάσχεση ή, ακόμα χειρότερα, τη ματαίωση του εγχειρήματος. Αναμένουμε τις προσεχείς ημέρες την επιβεβαίωση από τον ισχυρό μέτοχο ότι συνεχίζουμε “όλοι μαζί” και, όπως συμφωνήσαμε στη συνάντηση της 8ης Φεβρουαρίου, την προσπάθεια για να εμφανιστεί ενισχυμένη στο δημοσιογραφικό και πολιτικό προσκήνιο η ιστορική εφημερίδα της Αριστεράς. Είναι ώρα όλοι να αναλάβουμε τις ευθύνες μας!»

Στον αντίποδα, ο ΣΥΡΙΖΑ στρέφεται από νωρίς στο Διαδίκτυο, αρχικά όταν μέλη του προτείνουν στο κόμμα τη δημιουργία του ειδησεογραφικού left.gr, με εθελοντική συνεισφορά μελών του κόμματος, προκειμένου να υπάρξει ένα εργαλείο αντιπαράθεσης με την προπαγάνδα των συστημικών μέσων. Παράλληλα, δημιουργείται ένα κλειστό γκρουπ στο Facebook, όπου συγκεντρώνονται δημοσιεύματα σχετικά με τον ΣΥΡΙΖΑ στο Διαδίκτυο και συζητιέται ο τρόπος να απαντηθούν, χωρίς όμως το κόμμα να εμπλέκεται ή να επιβάλει «γραμμή». Το γκρουπ φτάνει να έχει πάρα πολλά μέλη απ’ όλες τις τάσεις του ΣΥΡΙΖΑ και γεννά τον μύθο των «τρολ στα υπόγεια της Κουμουνδούρου».

Όσο για την προβολή του ΣΥΡΙΖΑ στα κυρίαρχα ΜΜΕ εκείνη την περίοδο, χαρακτηρίζεται από το εξής μοντέλο: προσκαλείται κάποιος εκπρόσωπός του σε ένα πάνελ, λόγου χάρη, ώστε να καλύπτεται τυπικά το αίτημα της πολυφωνίας και στη συνέχεια όλοι οι άλλοι προσκεκλημένοι τού επιτίθενται από κοινού και συντονισμένα. Στις δε εφημερίδες, δίνεται η εντύπωση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί την πηγή κάθε δεινού για τη χώρα, κάτι που γεννά και το διάσημο hashtag στο Twitter, #ftaiei_o_syriza. Mόνη εξαίρεση αποτελούν τα μέσα του ομίλου Real, ιδιοκτησίας Νίκου Χατζηνικολάου και Ανδρέα Κουρή, και το Alter, ιδιοκτησίας Γιώργου Κουρή, ως το κλείσιμό του, τα μόνα συστημικά μέσα που δείχνουν ανεκτικό ή και φιλικό πρόσωπο απέναντι στο ανερχόμενο κόμμα. Την παράδοση αυτή θα συνεχίσουν τα Μέσα της οικογένειας Κουρή και μετά την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία.

 

Από τη «Νέα Ελλάδα» στο Μαξίμου

Ενόψει των αυτοδιοικητικών εκλογών και των ευρωεκλογών του 2014, όπου ο ΣΥΡΙΖΑ αναδεικνύεται σε πρώτο κόμμα, ο Νίκος Παππάς αναθέτει την εκστρατεία των ευρωεκλογών και της Ρένας Δούρου για την Περιφέρεια Αττικής στον επικοινωνιολόγο Δημήτρη Τζιώτη της εταιρείας Cleverbank. Τόσο η Πολιτική Γραμματεία του κόμματος όσο και το συντονιστικό όργανο της προεκλογικής εκστρατείας, και άλλοι αρμόδιοι, όχι μόνο δεν έχουν αποφασίσει ή εγκρίνει την επιλογή επικοινωνιολόγου, αλλά δεν γνωρίζουν καν την ύπαρξη της κεντρικής ιστοσελίδας της προεκλογικής εκστρατείας με την επωνυμία «Νέα Ελλάδα», μέχρι που τη βλέπουν ζωντανά στο Διαδίκτυο. Ο τότε εκπρόσωπος Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ Πάνος Σκουρλέτης αντιλήφθηκε την ύπαρξή της όταν κλήθηκε να απαντήσει στην επίθεση της ΝΔ για την «κλοπή» του ονόματος «Νέα Ελλάδα».

Εκείνη την περίοδο, κάνουν αισθητή την παρουσία τους στο Διαδίκτυο και μια σειρά σάιτ χαμηλής αναγνωσιμότητας με υποστηρικτική διάθεση προς την καμπάνια της Ρένας Δούρου και των ευρωεκλογών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το tribune.gr του Στέφανου Μυτιληναίου, προερχόμενου από τη δεξαμενή του «πατριωτικού ΠΑΣΟΚ», την ένωση του οποίου με τον ΣΥΡΙΖΑ προπαγανδίζει σε πληθώρα άρθρων. Επίσης, τότε γίνονται οι συναντήσεις Τσίπρα-Ψυχάρη, οι οποίες στη συνέχεια αποκαλύφθηκαν με την περίφημη «Γάτα Ιμαλαΐων». Eίχαν προηγηθεί επισκέψεις σε διάφορους μιντιάρχες, ήδη από την άνοιξη του 2013.

Παρά τις συναντήσεις, το τοπίο των κυρίαρχων ΜΜΕ παραμένει εχθρικό προς τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά μια σειρά εφημερίδων, από την Εφημερίδα των Συντακτών και τη Real ως το Χωνί και τα Παραπολιτικά, και βέβαια την Kontranews, τον υποστηρίζει στον έναν ή στον άλλο βαθμό. Εκείνη ακριβώς την εποχή πυκνώνουν οι διαρροές και τα στοχευμένα παραπολιτικά σχόλια, που μιλούν για «εκκαθαρίσεις» στελεχών που διαφωνούν με την «κεντρική γραμμή» ή στοχοποιούν «ενοχλητικούς» βουλευτές του κόμματος, τα λεγόμενα «γκρουπούσκουλα» ή «βαρίδια».

Το κείμενο των 53 μελών της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ, από το οποίο γεννήθηκε η ομώνυμη τάση το καλοκαίρι του 2014, είχε προκύψει ως απάντηση στη στρατηγική της ηγετικής ομάδας του κόμματος, με ιδιαίτερη έμφαση στους επικοινωνιακούς της χειρισμούς, και ιδίως αυτούς του Νίκου Παππά. Ως προς αυτόν τον στόχο, η παρέμβαση δεν έχει κανένα απολύτως αποτέλεσμα  – πέραν της απομάκρυνσης του Δημήτρη Τζιώτη, η οποία μάλλον ήταν έτσι κι αλλιώς αποφασισμένη λόγω της κάτω των προσδοκιών επίδοσης στις ευρωεκλογές. Οι «53» χρησιμοποιούν την νεοευρεθείσα επιρροή τους περισσότερο για να εξασφαλίσουν τη δική τους συμμετοχή στο νέο σύστημα, όπου ο αποφασιστικός ρόλος του Νίκου Παππά δεν αμφισβητείται. Γεγονός που αποδεικνύεται περίτρανα όταν, μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015, αναλαμβάνει υπουργός Επικρατείας με αρμοδιότητα και τα ΜΜΕ.

Με τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία, τα σάιτ του 2014 αναλαμβάνουν έναν πιο σκιώδη ρόλο, προπαγανδίζοντας το «ξεκαθάρισμα» της εσωτερικής αντιπολίτευσης, με ολοένα μεγαλύτερη ένταση όταν η μνημονιακή στροφή άρχισε να οδηγεί στην αποχώρηση στελεχών. Η ΕΡΤ ξανανοίγει, με τις διαμαρτυρίες μελών του κόμματος και άλλων στελεχών για την επιλογή του Λάμπη Ταγματάρχη στη θέση του διευθύνοντος συμβούλου να πέφτουν στο κενό. Μπορεί να μην αληθεύουν οι κραυγές των αντιπολιτευόμενων ΜΜΕ ότι η ΕΡΤ είναι πιο φιλοκυβερνητική απ’ ό,τι στο παρελθόν, όμως η διάψευση όσων διαμαρτυρήθηκαν για το «μαύρο» της κυβέρνησης Σαμαρά είναι απόλυτη. Παράλληλα, εντείνεται η πολιτική διαρροών και non paper που κυριαρχεί έκτοτε, ενώ «άνθρωποι του ΣΥΡΙΖΑ» από τον δημοσιογραφικό και εκδοτικό χώρο –όπως, λόγου χάρη, ο εκδότης της εφημερίδας Χωνί, Γιώργος Χριστοφορίδης–, διορίζονται στο Μαξίμου.

 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: EUROKINISSI -ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ

Το φιάσκο των τηλεοπτικών αδειών

Όλη η συγκρουσιακή σχέση του ΣΥΡΙΖΑ με τα ΜΜΕ επιχειρήθηκε να διευθετηθεί με μια πολιτική υπερεπένδυση στην υπόθεση της αδειοδότησης των τηλεοπτικών σταθμών. Σημειώνοντας μικρές και βραχυπρόθεσμες επικοινωνιακές νίκες καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, ο ΣΥΡΙΖΑ οδηγήθηκε σε μια ταπεινωτική ήττα.

Ήδη κατά τη διάρκεια των προγραμματικών δηλώσεων της κυβέρνησης στις 10 Φεβρουαρίου 2015, ο Νίκος Παππάς δήλωνε από το βήμα της Βουλής: «Θα εφαρμόσουμε όσα έχει προβλέψει ο νόμος για την αδειοδότηση των ραδιοτηλεοπτικών μέσων ενημέρωσης». Στην πρώτη περίοδο της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, η θεωρία της ρήξης με τους δανειστές, η οποία προκαλούσε διαρκείς και σφοδρές επιθέσεις των ΜΜΕ, έδινε ακόμα περισσότερα εφόδια στον Αλέξη Τσίπρα και τον Νίκο Παππά να παρουσιάζουν ως επιτακτικά αναγκαία την αναδιάρθρωση του χώρου. Η εικόνα μιας κυβέρνησης που βάλλεται από τη «μνημονιακή προπαγάνδα» βόλευε αφάνταστα τους νέους ενοίκους του Μαξίμου. Και, φυσικά, μετά τη συνθηκολόγηση της κυβέρνησης το καλοκαίρι του 2015, αυτό που ως τότε ήταν ένα στοιχείο της κυβερνητικής επικοινωνιακής στρατηγικής, αναβαθμίστηκε σε πυρήνα του αφηγήματος: πλέον, από το αρχικό αφήγημα της «ανατροπής και της ρήξης», η κυβέρνηση μετατοπίστηκε στον «πόλεμο κατά της διαπλοκής και της διαφθοράς».

Τον Οκτώβριο του 2015, ο Νίκος Παππάς εξαγγέλλει ότι θα φέρει ως νόμο στο Κοινοβούλιο το σχέδιο για την αδειοδότηση των καναλιών που περιέφερε για πολλούς μήνες. Αυτομάτως οι εξαγγελίες πυροδοτούν την έναρξη ενός αδυσώπητου πολέμου ανάμεσα στα επιχειρηματικά συμφέροντα που συρρέουν για να εξασφαλίσουν άδειες – ειδικά αφού πρώτα η κυβέρνηση είχε περιορίσει τον αριθμό των αδειών σε μόλις τέσσερις, αξιοποιώντας ένα αμφιλεγόμενο πόρισμα του «Ινστιτούτου της Φλωρεντίας».

Ο νόμος Παππά αρχικά προέβλεπε ότι υπεύθυνο για τη διενέργεια του διαγωνισμού και τον προσδιορισμό του αριθμού των καναλιών θα ήταν το ΕΣΡ – όπως επιτάσσει το Σύνταγμα. Παρότι ο νόμος αφαιρούσε αρμοδιότητες από το ΕΣΡ, που περνούσαν στον υπουργό Επικρατείας, του άφηνε την ευθύνη της διεξαγωγής της διαγωνιστικής διαδικασίας. Εξ ου και η ανάγκη να συγκροτηθεί νέο ΕΣΡ, από τη στιγμή που η κυβέρνηση υιοθετούσε την άποψη ότι το τότε υφιστάμενο είχε «παράνομη σύνθεση», λόγω των ανανεώσεων θητειών των μελών του (και όχι την άποψη ότι είχε νόμιμη σύνθεση, αλλά όχι πλήρη). Ο Νίκος Παππάς επέλεξε να κάνει διαγωνισμό με νέο ΕΣΡ, πιο φίλα προσκείμενο στην κυβέρνηση και τη γραμμή της για τα ΜΜΕ, και απαλλαγμένο από πρόσωπα όπως η Λίνα Αλεξίου, μητέρα της Ζωής Κωνσταντοπούλου. Έτσι, παύθηκαν όλα τα μέλη των ανεξάρτητων αρχών που είχαν παραταθεί οι θητείες τους – μια κίνηση υψηλού ρίσκου εξαιτίας της «παραδοσιακής» δυσκολίας να επιτευχθεί η απαιτούμενη συναίνεση για τον ορισμό των μελών του ΕΣΡ. Η κίνηση βασιζόταν, όμως, στη «μυστική» συμφωνία ανάμεσα στον Αλέξη Τσίπρα και τον Βαγγέλη Μεϊμαράκη ότι θα συγκροτηθεί νέο ΕΣΡ, με την πλειοψηφία των μελών να προέρχεται από το καραμανλικό στρατόπεδο.

Τη συμφωνία, όμως, φαίνεται ότι υπονόμευσε ο πρόεδρος της Βουλής Νίκος Βούτσης, ο οποίος επικαλέστηκε τη δεοντολογία, καθότι ήταν σε εξέλιξη οι εσωκομματικές εκλογές στη Νέα Δημοκρατία. Και όταν, κάπως απρόσμενα, στην ηγεσία της ΝΔ βρέθηκε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, έγινε σαφές από την πρώτη στιγμή ότι η αξιωματική αντιπολίτευση δεν επρόκειτο να συναινέσει στην εκλογή νέου ΕΣΡ. Όταν οι προσπάθειες για τη συγκρότηση του ΕΣΡ σκόνταψαν οριστικά πάνω στην άρνηση συναινετικής λύσης από τη ΝΔ, το Μαξίμου αποφάσισε τη μεταφορά των αρμοδιοτήτων για τη διενέργεια του διαγωνισμού στον υπουργό Επικρατείας. Η συγκέντρωση τόσο μεγάλης δύναμης στα χέρια του Νίκου Παππά ενόχλησε μερίδα στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, με τις πληροφορίες να θέλουν τους Νίκο Βούτση, Νίκο Φίλη και Δημήτρη Βίτσα να εκφράζουν τη δυσαρέσκειά τους στο Μαξίμου, αλλά και τους «53» να αναθερμαίνουν την παλιά τους έχθρα. Σε κάθε περίπτωση, όπως τόσο συχνά συμβαίνει με τις «ευαισθησίες» της εσωκομματικής αντιπολίτευσης, όλοι υποτάχθηκαν στις εντολές του πρωθυπουργού, ο οποίος εξάλλου είχε στηρίξει απολύτως το νέο σχέδιο για τη διενέργεια του διαγωνισμού και το μοίρασμα των αδειών.

Τα επικοινωνιακά οφέλη από την προκήρυξη του διαγωνισμού, πάντως, φαίνεται να είναι μεγάλα: ένα διόλου ευκαταφρόνητο κομμάτι της κοινωνίας επιχαίρει γι’ αυτό που οι συμμετέχοντες επιχειρηματίες χαρακτηρίζουν «ταπεινωτική» διαδικασία: στις 30 Αυγούστου 2016, σε κάτι που θυμίζει reality show, οι υποψήφιοι προσέρχονται με τις βαλίτσες τους στα γραφεία της Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης και Επικοινωνίας, όπου θα παραμείνουν έγκλειστοι χωρίς καμία επικοινωνία με τον έξω κόσμο μέχρι την ολοκλήρωση του διαγωνισμού, τρεις μέρες αργότερα. Στο τέλος, οι άδειες κατοχυρώνονται από τον Γιάννη Αλαφούζο του ΣΚΑΪ για 43,6 εκατ. ευρώ, την οικογένεια Καλογρίτσα για 52,6 εκατ. ευρώ, την οικογένεια Κυριακού του Αnt1 για 75,9 εκατ. ευρώ, και τον Βαγγέλη Μαρινάκη για την εταιρεία Alter Εgo για 73,9 εκατ. ευρώ. Το συνολικό ποσό ανέρχεται στα 246 εκατ. ευρώ, πολύ παραπάνω από τις προβλέψεις.

Θέλοντας κανείς να είναι δίκαιος, θα μπορούσε να πει ότι ο νόμος Παππά ως ένα σημείο προσπαθούσε να βάλει τάξη στο ανεξέλεγκτο και διαπλεκόμενο τηλεοπτικό σκηνικό της χώρας. Πολύ γρήγορα, όμως, φάνηκε ότι οι κυβερνώντες ξαναμοίραζαν ουσιαστικά την πίτα της μιντιακής εξουσίας, έχοντας τρεις παράλληλες επιδιώξεις: Πρώτον, να δημιουργηθούν επιτέλους ΜΜΕ φίλα προσκείμενα στην κυβέρνηση. Αυτόν τον ρόλο ήρθαν να εκπληρώσουν ο Χρήστος και ο Βλαδίμηρος Καλογρίτσας. Δεύτερον, να βγουν από τη μέση μια σειρά μη συνεργάσιμων τηλεοπτικών σταθμών και επιχειρηματιών. Ο αποκλεισμός του Mega και η στοχοποίηση αποκλειστικά του Σταύρου Ψυχάρη –με την οικογένεια Μπόμπολα ήδη να τα έχει ήδη βρει με την κυβέρνηση και με τον Βαρδή Βαρδινογιάννη να μένει στο απυρόβλητο– συντηρούσε το αφήγημα της πάταξης της διαπλοκής και πρόσφερε ένα συναρπαστικό θέαμα. Την ίδια στιγμή εξαπολύθηκε επίθεση εναντίον του Δημήτρη Κοντομηνά, ο οποίος ωστόσο πήρε μέρος στον διαγωνισμό, προσφέροντας 61 εκατ. ευρώ, δίχως όμως να κατορθώσει να πάρει άδεια. Τρίτον, να ευνοηθεί η ανάδειξη νέων επιχειρηματιών στον χώρο των ΜΜΕ, οι οποίοι χάρη στις καινούργιες συνθήκες που είχε διαμορφώσει ο ΣΥΡΙΖΑ θα αποκτούσαν σταδιακά μια φιλική διάθεση απέναντί του. Με τη συμμετοχή του Βαγγέλη Μαρινάκη και του Ιβάν Σαββίδη στη διαγωνιστική διαδικασία ο στόχος αυτός φαινόταν να επιτυγχάνεται.

 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙ Α: EUROKINISSI -ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ

Θρίαμβοι κι εκβιασμοί

Η κυβέρνηση θριαμβολογεί. Ο Νίκος Παππάς δηλώνει ότι «η ολοκλήρωση της δημοπρασίας των τηλεοπτικών αδειών βάζει τέλος σε 27 χρόνια ανομίας». Ξαφνικά, όμως, τα σύννεφα πυκνώνουν: ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας τραβάει –για μία ακόμη φορά– το χαλί κάτω από τα πόδια της κυβέρνησης,  με την υπόθεση των δανείων του κ. Καλογρίτσα από την Attica Bank. Την ίδια στιγμή, η πίεση αυξάνεται λόγω καταγγελιών για την εγγυητική επιστολή του κ. Καλογρίτσα, ενώ η εταιρεία του ζητάει χρόνο για να συγκεντρώσει το απαιτούμενο ποσό για την πρώτη δόση. Τελικά, η οικογένεια Καλογρίτσα αποσύρεται και τη θέση της παίρνει ο πρώτος επιλαχών, ο Ιβάν Σαββίδης, με 61,5 εκατ. ευρώ. Οι υπόλοιποι υπερθεματιστές καταθέτουν κανονικά την πρώτη δόση. Ωστόσο, οι τηλεοπτικοί σταθμοί που δεν εξασφάλισαν άδειες προσφεύγουν στη Δικαιοσύνη.

Η υπόθεση με την απόσυρση της οικογένειας  Καλογρίτσα αποτελεί σοβαρό πλήγμα για τον ΣΥΡΙΖΑ, ιδιαίτερα καθότι δείχνει πως, παρά τις διακηρύξεις του, ο ίδιος δεν βρίσκεται και τόσο μακριά από το τρίγωνο της διαπλοκής «πολιτικοί-τράπεζες-ΜΜΕ». Ταυτόχρονα, παρά τους πανηγυρισμούς, στους κόλπους του ΣΥΡΙΖΑ υπάρχει μια δυσαρέσκεια που εκφράζεται στη διάρκεια του συνεδρίου  του, με αφορμή την ποσόστωση των βουλευτών που θα έμπαιναν στη νέα Κεντρική Επιτροπή, περίπτωση κατά την οποία ο Τσίπρας εκστόμισε το περιβόητο «Δεν καταλάβατε, σύντροφοι, την πρότασή μου». Η προσδοκία, ωστόσο, από την επικοινωνιακή λογική που διαπνέει τον νόμο –«όποιος πληρώσει τα περισσότερα θα πάρει άδεια»– εξακολουθεί να δικαιώνεται: μεγάλο τμήμα της κοινωνίας ενθαρρύνεται ότι επιτέλους «πληρώνουν οι καναλάρχες», πόσο μάλλον όταν αμέσως μετά τη διενέργεια του διαγωνισμού ανακοινώθηκε ότι τα 246 εκατ. ευρώ που συγκεντρώθηκαν θα κατευθυνθούν για προσλήψεις 4.000 υπαλλήλων στην υγεία και για την κάλυψη των τροφείων 15.000 παιδιών σε παιδικούς σταθμούς.

Την επικοινωνιακή νίκη ακολουθεί σωρεία αδεξιοτήτων, σε μια προσπάθεια άσκησης πίεσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας, όπου είχαν προσφύγει οι μη αδειδοτημένοι σταθμοί. Ο Αλέξης Τσίπρας συναντιέται με μέλη ανώτατων δικαστικών ενώσεων και ύστερα το Μαξίμου διαρρέει ότι έθεσαν στον πρωθυπουργό αίτημα για αύξηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης του κλάδου τους, καθώς και διασφάλισης των αποδοχών τους, στην περίπτωση που προωθούνταν περικοπές στα ειδικά μισθολόγια. Ο Νίκος Παππάς, παραμονές της συνεδρίασης του ΣτΕ, επιχειρεί να περάσει τροπολογία στη Βουλή με την οποία όριζε τα επόμενα βήματα στη διαδικασία αδειοδότησης και λειτουργίας των καναλιών, επιβάλλοντας ουσιαστικά «μαύρο» στα μη αδειοδοτημένα 5 ημέρες μετά την έκδοση της υπουργικής απόφασης που θα καθόριζε οριστικά τους αδειούχους, ενώ ταυτόχρονα αφαιρούσε αρμοδιότητες βεβαίωσης της συμμόρφωσης των αδειοδοτημένων καναλιών στις προβλέψεις του νόμου από το ΕΣΡ και τις μετέφερε στη ΓΓΕΕ. Επίσης, ο υπουργός Επικρατείας συναντιέται με τους αδειοδοτημένους καναλάρχες και τους ζητάει να προχωρήσουν γρήγορα στη λειτουργία των νέων σταθμών ώστε να δημιουργήσουν τετελεσμένα.

Το αποκορύφωμα αυτής της αυτοκτονικής στρατηγικής ήταν το θέμα με τα email αντιπροέδρου του ΣτΕ, που συμμετείχε στις διασκέψεις της διευρυμένης Ολομέλειας του ΣτΕ για τις τηλεοπτικές άδειες, τα οποία δημοσιεύτηκαν στο zougla.gr, στη συνέχεια έγιναν αντικείμενο ερώτησης του βουλευτή Ν. Νικολόπουλου, κινήσεις που, κατά τον αρμόδιο υπουργό Ν. Παρασκευόπουλο, κατέστησαν αναγκαία την πειθαρχική διερεύνηση  του συγκεκριμένου δικαστή. Το «ροζ» πρωτοσέλιδο της Αυγής, που έσπευσε να δημοσιοποιήσει το όνομα του συγκεκριμένου δικαστή, το «ενδιαφέρον του για υποψήφια», την άσκηση πειθαρχικού ελέγχου και το γεγονός ότι συμμετέχει στη σύνθεση της Ολομέλειας του ΣτΕ που ασχολείται με τις τηλεοπτικές άδειες δεν αποτελούσε ασφαλώς «μια λάθος επιλογή» της συντακτικής ομάδας μιας κομματικής εφημερίδας. Όλα αυτά έδωσαν την αίσθηση ότι μεθοδεύεται απόπειρα εκβιασμού του δικαστηρίου.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες φτάσαμε στην τελική συνεδρίαση του ΣτΕ. Το ανώτατο δικαστικό όργανο ενώ αρχικά, σύμφωνα με τις πληροφορίες,  εμφανιζόταν μοιρασμένο, με τον πρόεδρό του Νίκο Σακελλαρίου μάλιστα να τάσσεται υπέρ της συνταγματικότητας του νόμου, τα γεγονότα τις παραμονές  της απόφασης, αλλά και οι παρασκηνιακές κινήσεις από πολιτικά και επιχειρηματικά κέντρα φαίνεται ότι άλλαξαν τους συσχετισμούς.

Στην τελευταία συνεδρίαση, στις 27 Οκτωβρίου, με τον κ. Σακελλαρίου να έχει διαγνώσει τη μεταστροφή του κλίματος, επιχειρήθηκε από τον ίδιο αλλά και άλλους υποστηρικτές της συνταγματικότητας του νόμου Παππά να προκριθεί μια μεσοβέζικη λύση. Δηλαδή να υπάρξει μια σύσταση προς την εκτελεστική εξουσία για την προώθηση αλλαγών στον νόμο, ώστε να μην επιδέχεται αμφισβήτηση ως προς τη συνταγματικότητά του. Η πρόταση, όμως, του προέδρου του ΣτΕ, στηρίχθηκε μόνο από τον ίδιο και άλλα δύο μέλη, ενώ 14 έκριναν ότι ο νόμος είναι αντισυνταγματικός και 8 ότι τηρεί τις προϋποθέσεις του Συντάγματος. Η απόφαση έβαλε οριστική ταφόπλακα  στα κυβερνητικά σχέδια και δικαίωσε όλες εκείνες τις πολιτικές και επιχειρηματικές δυνάμεις που όλο το προηγούμενο διάστημα επικαλούνταν την αντισυνταγματικότητα του νόμου – όχι επειδή κόπτονταν για την τήρηση της νομιμότητας, αυτή εξάλλου δεν υπήρξε ποτέ στο τηλεοπτικό καθεστώς της χώρας, αλλά γιατί ήθελαν να παγώσουν κάθε διαδικασία.

Η πρώτη αντίδραση της κυβέρνησης ήταν να εξαπολύσει σφοδρή επίθεση στη Δικαιοσύνη. Η κυβερνητική εκπρόσωπος Όλγα Γεροβασίλη, λόγου χάρη, δήλωσε ότι πρόκειται για «το ίδιο δικαστήριο που έκρινε συνταγματικά τα μνημόνια, το PSI, το μαύρο στην ΕΡΤ» και ότι «η ασυδοσία δεν προβλέπεται από το Σύνταγμα». Ο Νίκος Παππάς με τη σειρά του προανήγγειλε  νέα νομοθεσία και δήλωσε ότι «κάποιοι είχαν επιθυμία να συνεχιστεί το τζάμπα. Δηλώνουμε ευθαρσώς: Δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση». Όμως, επί της ουσίας, η μάχη είχε χαθεί.

Η ετυμηγορία 14-11 των δικαστών του ΣτΕ δεν ακύρωσε απλώς ένα νομοθέτημα. Αποδόμησε συνολικά το κυβερνητικό αφήγημα περί «νέας εποχής» στο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο. Η άτακτη υποχώρηση του Μαξίμου, μετά τις πρώτες απειλές κατά των δικαστών του ΣτΕ, που εκφράστηκε με την «ταπεινωτική» για τον ίδιο τον Νίκο Παππά κατάθεση τροπολογίας που αναιρούσε τον μισό νόμο του δεν είναι παρά το επισφράγισμα μιας νέας συνθηκολόγησης. Με την τροπολογία που κατατέθηκε στη Βουλή, ο καθορισμός του αριθμού των δημοπρατούμενων αδειών και η διενέργεια της διαγωνιστικής διαδικασίας αφαιρείται, πλέον, από τη δικαιοδοσία της Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης και Επικοινωνίας και περνά αποκλειστικά στο ΕΣΡ. Το νέο ΕΣΡ συγκροτήθηκε αλλά ο νέος διαγωνισμός ακόμη αναμένεται…

Μετά τη συντριπτική αυτή ήττα, ο ΣΥΡΙΖΑ αρκέστηκε στην επικοινωνιακή εκμετάλλευση της εξεταστικής για τα δάνεια των ΜΜΕ, που διήρκεσε πολλούς μήνες και ολοκληρώθηκε τον Ιανουάριο του 2017, χωρίς ιδιαίτερο αποτέλεσμα. Ο ΣΥΡΙΖΑ εξακολουθεί να είναι το πρώτο κόμμα εξουσίας δίχως ισχυρή υποστήριξη στα ΜΜΕ. Αυτό θα μπορούσε να αποτελεί και πρώτης τάξεως εύσημο. Αρκεί να μην είχε τόσο σκληρά προσπαθήσει να την αποκτήσει.

About REPORT (39 Articles)
Μηνιαίο περιοδικό έρευνας
Αρέσει σε %d bloggers: