Όμιλος Αλαφούζου: Η ιδεολογία χωρίς περιτύλιγμα

Στο τοπίο των ελληνικών ΜΜΕ, ο Γιάννης Αλαφούζος μπορεί να περηφανεύεται ότι είναι ο μόνος καναλάρχης που πουλάει καθαρή, ανόθευτη ιδεολογία: τόσο με τον ΣΚΑΪ όσο και με την Καθημερινή ο όμιλος Αλαφούζου έχει πρωτοστατήσει στην εμπέδωση και διάδοση του μνημονιακού μετασχηματισμού της κοινωνίας με τρόπο συστηματικό και οργανωμένο.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: EUROKINISSI -ΣΤΕΛΙΟΣ ΜΙΣΙΝΑΣ

Αναμφίβολα, το μεγαλύτερο τηλεοπτικό γεγονός της σεζόν που μας αποχαιρετά, σε ένα τηλεοπτικό τοπίο αποστερημένο από ποικιλία, ποιότητα, κοινό και διαφημιστική δαπάνη, υπήρξε το Survivor. Ένα reality show από αυτά που μεσουράνησαν στη χρυσή δεκαετία του 2000, καθηλώνοντας το κοινό στους τηλεοπτικούς δέκτες σε μια συγκυρία όπου οι συγκινήσεις μιας ζωής κατά τα φαινόμενα ρυθμισμένης δεν μπορούσαν παρά να αρδεύονται από τον φανταστικό κόσμο της μιντιακής πορνογραφικής αναπαράστασης: η πάλη του ανθρώπου  (του δυτικού, λευκού, καλογραμμωμένου και καλοζωισμένου ανθρώπου) με τα στοιχειακά υλικά της ανθρώπινης ύπαρξης έβαζε το υποκείμενο της τηλεθέασης στο κέντρο μιας ψευδαίσθησης απειλής, ανεβάζοντας την –πεσμένη από τη μονοτονία– αδρεναλίνη. Την ώρα που η ολυμπιακή Ελλάδα έπλεε σε πελάγη ευδαιμονίας, παραδίνοντας το ένα μεγάλο έργο μετά το άλλο, τα reality έκρουαν έστω κι έτσι, ιδεολογικά και μυστικοποιημένα, τον κώδωνα ενός κινδύνου απειλής, που τότε δεν ήταν όχι απλώς ορατή αλλά ούτε καν διανοητή.

Η επαναφορά τους σήμερα, σαν την επιστροφή του απωθημένου, επιστρέφει το νόημα, αυτή τη φορά όμως με το κεφάλι του ψηλά, όρθιο και με τα πόδια να πατούν γερά στο έδαφος: το αντικείμενο του Surviror έχει μετατοπιστεί από τον άξονα του φαντασιακού στον άξονα του συμβολικού. Σημαίνει πια την ίδια την κατασκευή του κοινωνικού τοπίου ως αρένας επιβίωσης. Το μνημόνιο, που εντωμεταξύ μεσολάβησε, ως τρόπος ζωής, ως παραγωγή της κοινωνικής πραγματικότητας ως ζούγκλας επιβίωσης, βρίσκει στο κιτς, παρακμιακό τηλεοπτικό προϊόν τη σχεδόν ντοκιμαντερίστικη απεικόνισή του, έστω και με λίγα παραπάνω χαϊμαλιά. Μαχητές της ζωής, υποσιτισμένοι, επισφαλείς, ανοιχτοί στις απειλές του καιρού (χωρίς πετρέλαιο τον χειμώνα και χωρίς κλιματισμό το καλοκαίρι) βλέπουν στην οθόνη την ίδια τους τη ζωή – με τη μόνη διαφορά ότι αυτοί που βλέπουν δεν τρέφουν καν αυταπάτες για το ευκταίο της επιβίωσης, ούτε την ψευδαίσθηση ενός επάθλου στο τέλος της διαδρομής.

Προς τούτο, μόνο τυχαίο δεν είναι ότι το συγκεκριμένο τηλεοπτικό προϊόν θα βρει τη θέση του στο πρόγραμμα ενός καναλιού που με περισσή σταθερότητα και επιμονή προώθησε στη διάρκεια όλων των χρόνων της κρίσης αυτό ακριβώς το μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης: έναν θεσμισμένο κοινωνικό δαρβινισμό που τιμωρεί τους ασθενέστερους για τα προβλήματά τους και επιβραβεύει τους προνομιούχους, ασχέτως του τρόπου κτήσης των προνομίων τους. Το κανάλι είναι φυσικά ο ΣΚΑΪ του ομίλου Αλαφούζου.

Πράγματι, τι άλλο μπορεί να δει κανείς στο στήσιμο του καναλιού παρά ένα Survivor σε διαρκή λούπα; Από την πρωινή ζώνη ως το βραδινό δελτίο ειδήσεων, καθώς και μέσα από τη ραδιοφωνική του συχνότητα, ο ΣΚΑΪ δεν έπαψε να προωθεί την εικόνα μιας Ελλάδας ένοχης για τα δεινά της, η οποία είτε θα αποφάσιζε να συμμορφωθεί στη ζούγκλα της απορρυθμισμένης οικονομίας με τις απαιτήσεις των ευρωπαίων και διεθνών ισχυρών εταίρων είτε θα κατέληγε μαζί με τα «υπόσκυλα» στον κάλαθο των αχρήστων της Ιστορίας.

Από τον Βασίλη Λυριτζή και τον Δημήτρη Οικονόμου στην Άννα Μπουσδούκου κι από εκεί στον Κωνσταντίνο Μπογδάνο και τον Άρη Πορτοσάλτε, ως τη Σία Κοσιώνη, τον Παύλο Τσίμα και τον Αλέξη Παπαχελά, το ανθρώπινο δυναμικό του σταθμού, οι παχυλά αμειβόμενοι μεγαλοδημοσιογράφοι του, οργανικοί διανοούμενοι του μνημονίου, έμοιαζαν με οβιδιακά μεταμορφωμένες στην όψη εκδοχές του ίδιου ατόμου: ενός ανδροειδούς που μεθοδικά και ad nauseam κουνούσε το δάχτυλο στο τηλεοπτικό κοινό θέτοντάς το προ των ευθυνών του. Το «βρίζοντας το κοινό» των ιστορικών καλλιτεχνικών πρωτοποριών ορρωδεί μπροστά σε μια δημοσιογραφική περφόρμανς ενοχοποίησης του τηλεθεατή ως «λαϊκιστή», «μπαταχτσή», ανθρώπουπουόχιμόνοζειπάνωαπότιςδυνατότητέςτουκαικάνειτιςκρίσιμες ώρες λάθος επιλογές, αλλά και που έτσι οδηγεί στην καταστροφή τις γενναίες εκείνες ελίτ που προωθούν την Ιστορία.

Διόλου τυχαία, το κανάλι ανέπτυξε προνομιακή στον χρόνο συνομιλία με όλους εκείνους τους πολιτικούς φορείς που επένδυσαν πάνω στην απαξία της πολιτικής ως συλλογικής δράσης του πλήθους, προτάσσοντας την «αριστεία» των ολίγων και την «καινοτόμα δράση» των ελίτ, μέσω του οράματος ενός πολιτικού χώρου που θα ομοιάζει με την τεχνοκρατική διοίκηση μιας εταιρείας: από τη Δράση του Στέφανου Μάνου και του Αντύπα Καρίπογλου ως τη φιλελεύθερη ΝΔ και το Ποτάμι του Σταύρου Θεοδωράκη, οι σχηματισμοί αυτοί απόλαυσαν προνομιακή προβολή, χτίζοντας ένα κοινό που αντλούσε μαζοχιστική απόλαυση ακούγοντας το πόσο έχει βλάψει τη χώρα – με μικρά διαλείμματα για να απολαύσει συνταγές gourmet κουζίνας.

 

Ο ρόλος της Καθημερινής

Πλάι στο τηλεοπτικό και ραδιοφωνικό προϊόν, το έντυπο αντίστοιχο αποτέλεσε μια πιο κομψευόμενη βερσιόν του ίδιου βασικού θεματικού μοτίβου. Η Καθημερινή, εφημερίδα με ιστορικό βάθος στον συντηρητικό χώρο και brand name που κουβαλά τεράστιο συμβολικό κεφάλαιο, έγινε στα χέρια του Αλαφούζου το έντυπο-σταθμός των ριζοσπαστικών απόψεων για τη νεοφιλελεύθερη μετάλλαξη της κοινωνίας, τόσο σε πολιτικό και οικονομικό όσο και σε πολιτισμικό επίπεδο.

Ως γενέθλιο τόπο αυτής της τεχνολογίας λόγου θα μπορούσαμε να τοποθετήσουμε το άρθρο που υπογράφουν επτά πανεπιστημιακοί μετά τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου το 2008 και φέρει τον χαρακτηριστικό τίτλο:

«Ούτε δικτατορία ούτε αναρχία. Δημοκρατία!».1 Το κείμενο αποτελεί τη μήτρα των αντίστοιχων που θα κατακλύσουν τη δημοσιότητα τα επόμενα χρόνια της κρίσης. Προσφέρει ακαδημαϊκή νομιμοποίηση σε πολιτικά ιδεολογήματα, θέτει ευκρινώς στο προσκήνιο τη «θεωρία των δύο άκρων» και κατασκευάζει μια ιδανική μετριοπαθή «δημοκρατία» που θα αναλάβει να «συμμορφώσει» το υποκείμενο της κρίσης.

Έκτοτε, τόσο το στήσιμο των ρεπορτάζ της εφημερίδας όσο, κυρίως, και η βαριά γραμμή των αρθρογράφων της θα κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση με περισσήζέση.Από τις «εκδεξιών» σκληρά συντηρητικές πένες του Στέφανου Κασιμάτη και του Τάκη Θεοδωρόπουλου έως τις «φιλελεύθερες μετριοπαθείς» του Πάσχου Μανδραβέλη, του Αρίστου Δοξιάδη και του Στάθη Καλύβα, ένας νέος καταμερισμός εργασίας θα παγιωθεί: Οι πρώτοι θα εξιτάρουν τα φοβικά απέναντι στο διαφορετικό (έμφυλο, φυλετικό κτλ.) ανακλαστικά ενός παραδοσιακά συντηρητικού κοινού που επιζητεί την ασφάλεια έναντι της ελευθερίας. Οι δεύτεροι θα αρθρογραφήσουν κατά των παρωχημένων, κοινοτιστικών στοιχείων του ελληνικού  κοινωνικού σχηματισμού, αντιπροτείνοντας έναν αφηρημένο διεθνισμό της φιλελεύθερης οικονομίας, απευθυνόμενοι σε όσους προτάσσουν την οικονομική ελευθερία έναντι της ισότητας. Ο συνδυασμός των δύο γραμμών θα αποβεί εντυπωσιακός: το ακροκεντρώο υποκείμενο του νόμου και της τάξης σε συνδυασμό με την οικονομική αμετροέπεια του μεγάλου κεφαλαίου που επιχειρεί θα γίνει το ιδεολογικό μάντρα του εντύπου.

Ταυτόχρονα, οι απολιτίκ δράσεις στον πολιτισμό και την πολεοδομία θα κλείσουν και το πολιτιστικό κομμάτι στη μαύρη τρύπα του μεταρρυθμιστικού λόγου, εκεί όπου όποιος πέφτει δεν βγαίνει: από τον Νίκο Βατόπουλο που εντοπίζει άβατο στα Εξάρχεια της πολύβουης νυχτερινής ζωής μέχρι τον Ηλία Μαγκλίνη που διαβάζοντας το blog του Τάσου Θεοφίλου αναγιγνώσκει σε λογοτεχνικές απόπειρες πολιτικά μανιφέστα. Η συνύπαρξη του πολιτικού κομφορμισμού με την πνευματική ανησυχία και καλλιέπεια θα προσδώσουν στο πολιτικό πρόταγμα έναν χαρακτήρα εστετισμού που θα δώσει στους αναγνώστες που συχνάζουν ανάμεσα στα μπαρ της Κολοκοτρώνη και την πλατεία Κολωνακίου την ψευδαίσθηση ενός δανδισμού σε μια εποχή παρακμής.

Με τον συνδυασμό ΣΚΑΪ και Καθημερινής ο Γιάννης Αλαφούζος μπορεί να περηφανεύεται ότι έχει στα χέρια του έναν μιντιακό όμιλο που ξέρει τι πουλάει: σε μια εποχή κρίσης του Τύπου αυτός παραμένει ίσως ο μόνος μεγάλος παίκτης που πουλάει καθαρή, ανόθευτη Ιδεολογία. Καλό προϊόν, πόσο μάλλον όταν αυτή η ιδεολογία είναι και η κυρίαρχη.
1. Β. Γεωργιάδου, Ν. Δεμερτζής, Π. Ζέρη, Η. Κατσούλης, Θ. Κονιαβίτης, Θ. Λίποβατς, Π. Μπασάκος, «Ούτε δικτατορία ούτε αναρχία. Δημοκρατία!», Καθημερινή, 14.12.2008, http://bit.ly/2q74SpH

About Χρήστος Νάτσης (8 Articles)
Ο Χρήστος Νάτσης είναι υποψήφιος διδάκτορας στο τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Από τον Οκτώβριο 2015 είναι Υπεύθυνος Πολιτιστικών του περιοδικού UNFOLLOW, όπου επίσης γράφει πολιτικά άρθρα.
Αρέσει σε %d bloggers: